Φωτεινή Βάκη
Βασίλης Τσιράκης «Ο κοσμοπολίτης: Η ζωή και ο θάνατος του
Κώστα Καραγιώργη», εκδόσεις: Τόπος, 2026
Το 1933, ο Κώστας Καραγιώργης βρίσκεται ως ανταποκριτής του Ριζοσπάστη στο «φωνακλάδικο» Παρίσι, όπως το αποκαλεί ο Βασίλης Τσιράκης. Την ίδια ακριβώς περίοδο, καταλύει εκεί ο Τρότσκι αλλά και δύο Γερμανοεβραίοι, διωγμένοι από το ναζιστικό καθεστώς: η Χάνα Άρεντ και ο Βάλτερ
Μπένγιαμιν. Ουδείς γνωρίζει αν τα βήματά τους διασταυρώθηκαν με αυτά του Κώστα Καραγιώργη. Η ερμηνεία τους, ωστόσο, για την Ιστορία –με γιώτα κεφαλαίο– θα μπορούσε να αποτελέσει την προμετωπίδα τού ανά χείρας βιβλίου.«Το γεγονός», γράφει η Άρεντ, «ότι κάθε ατομική ζωή μεταξύ
γέννησης και θανάτου μπορεί τελικά να ειπωθεί ως μια ιστορία με αρχή και τέλος
αποτελεί τη […] συνθήκη […] της μεγάλης ιστορίας χωρίς αρχή και τέλος». Αν η
Άρεντ αναζωπυρώνει τη σπίθα της ελπίδας εξιστορώντας τον βίο όσων άναψαν ένα
έστω ασθενές φως στα σκοτάδια του κόσμου, ο Μπένγιαμιν παγώνει φευγαλέες
εικόνες του παρελθόντος που εμφανίζονται ακαριαία στο παρόν, σε μια στιγμή
κινδύνου, δίνοντας φωνή σε εκείνους που δεν μπορούν πλέον να μιλήσουν. Οι
αφηγήσεις ιστοριών της Άρεντ και το μοντάζ διαλεκτικών εικόνων του Μπένγιαμιν
γίνονται οι πράξεις αλληλεγγύης προς τους ηττημένους της ιστορίας και τις
ναυαγισμένες ελπίδες των «σκοτεινών καιρών» στους οποίους ζούσαν αμφότεροι.
Αυτό ακριβώς κάνει αυτό το βιβλίο του Βασίλη Τσιράκη.
Το βιβλίο φιλοτεχνεί με μαεστρία και εδραία γνώση της
ιστορίας το πορτρέτο ενός ανθρώπου που ανάβει ένα ασθενικό φως σε ζοφερούς
καιρούς. Ο συγγραφέας δεν ιστορεί απλώς έναν βραχύ, συναρπαστικό πλην τραγικό
βίο, αλλά μαζί με αυτόν αναβιώνει έντεχνα την περιρρέουσα ατμόσφαιρα του
ελληνικού και ευρωπαϊκού Μεσοπολέμου και συνθέτει το χρονολόγιο μιας τραγωδίας
ανασύροντας από τη λήθη καμπές, επαναστατικές εξάρσεις και ήττες, ματαιώσεις
και προδοσίες του εγχώριου και διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.
Ένας κοσμοπολίτης αστός κομμουνιστής
Ποιος ήταν, όμως, ο Κώστας Γυφτοδήμος-Καραγιώργης;
Ένας κοσμοπολίτης, ένας de omnibus dubitandum, ένας γενναίος
που προδίδεται από το κόμμα για το οποίο ο ίδιος πρόδωσε την κοινωνική του
τάξη, ένας αστός που στον κομμουνισμό τον οδηγεί η παιδεία και όχι η ανάγκη.
Αφετηρία της αφήγησης, το ερώτημα που θέτει στον Καραγιώργη
ένας καθηγητής του στο Γυμνάσιο και θα αποτελέσει τον καθοδηγητικό μίτο του
βίου του: «τι θέλεις να κάνεις με τον κόσμο που ανοίγεται μπροστά σου. Να τον
αλλάξεις, να τον γνωρίσεις ή να τον κατανοήσεις;». Για να του απαντήσει
αυθόρμητα ο Καραγιώργης: Και τα τρία.
Το 1921 ο Κώστας Γυφτοδήμος Καραγιώργης εγγράφεται στην
Ιατρική Σχολή Αθηνών και η ενηλικίωσή του ξεκινά σκυθρωπή με την εξορία του
στην Ανάφη που θα διαρκέσει έως την πτώση της δικτατορίας του Πάγκαλου. Με
φόντο το Κομμουνιστικό Κόμμα του Μεσοπολέμου που το παραλύει «μια φραξιονιστική
πάλη χωρίς αρχές», ο συγγραφέας οδηγεί τους αναγνώστες στη Θεσσαλονίκη, την
οποία ανακαλύπτει ο Καραγιώργης όταν ασκεί την Ιατρική στην Ιερισσό, στη
σκοτεινή Ευρώπη του ’30, αλλά και στους τόπους εξορίας του κατά τη διάρκεια της
μεταξικής δικτατορίας. Ανασύροντας από τα αρχεία τοπόσημα και ιστορίες ανθρώπων
που έσβησε η λήθη, ο Τσιράκης ανασυνθέτει τον πολιτικό και κοινωνικό χάρτη της
κοσμοπολίτισσας και προσφυγομάνας Θεσσαλονίκης που τη λούζει το φως των
ευρωπαϊκών Φώτων, αλλά και τα σκοτάδια των χαλυβδόκρανων της φασιστικής 3Ε, μας
ταξιδεύει στη Βιέννη του ’30, του Γιόζεφ Ροτ, των λογικών θετικιστών και του Καρλ-Μαρξ-Χοφ
των 1.382 εργατικών κατοικιών της κόκκινης Βιέννης, αλλά και στο Βερολίνο «που
ήξερε πολλά αλλά έδειχνε λίγα», κατά τον συγγραφέα, στο οποίο ο Καραγιώργης
ξεκινά το 1931 την ειδικότητά του στη Φυματιολογία, βιώνοντας τους επιθανάτιους
ρόγχους της ψυχορραγούσας δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Εκτροφείο οργής η
οικονομική κρίση των έξι εκατομμυρίων ανέργων, εκβάλλει στη δεξαμενή του
ναζισμού.
Στη Μόσχα το 1934 ο Καραγιώργης καλύπτει τη δίκη των
Ζινόβιεφ και Κάμενεφ, προτού επιστρέψει στην Ελλάδα της μεταξικής δικτατορίας
και πάρει τον δρόμο της εξορίας στην Αίγινα, στη Σίφνο, και στην Κίμωλο όπου
συναντά και τη Μαρία Αγριγιαννάκη, τη γυναίκα του.
Στο προτελευταίο κεφάλαιο, «Ούριοι άνεμοι», ο συγγραφέας
συνθέτει την εποποιΐα του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ (με τον Καραγιώργη να γίνεται ο
πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ Θεσσαλίας και υπουργός της Προσωρινής Δημοκρατικής
Κυβέρνησης), ξετυλίγοντας συγχρόνως το κουβάρι της σύγχρονης ελληνικής
τραγωδίας των Δεκεμβριανών, της Βάρκιζας, της λευκής, ήτοι φασιστικής,
αντικομμουνιστικής τρομοκρατίας και του Εμφυλίου.
Ο συγγραφέας φωτίζει, ωστόσο, και έναν άλλο «εμφύλιο» που
δεν έγινε μόνο καταλύτης της ιστορίας, αλλά και η ειμαρμένη όσων το κομματικό
ιερατείο καταδίκασε ως «αιρετικούς». Ο Καραγιώργης πληρώνει δυσβάστακτο κόστος
στον σταλινισμό για τη διαφωνία του με τις συμφωνίες του Λιβάνου και της
Βάρκιζας, τις εκλογές του ’46 και τον Εμφύλιο. Η ελευθερία του λόγου γινόταν
αιτία σύλληψης και η κριτική ισοδυναμούσε με υπονόμευση του κόμματος.
«Λιποτάκτης», ακόμη και για τον Παρτσαλίδη ο Καραγιώργης, «πράκτορας»,
«αριστοκράτης», «χαφιές» για τους «συντρόφους» του διότι αρνήθηκε να υποταχθεί
στον αρχηγισμό και να μεταλλαχθεί σε οπαδό και αυλοκόλακα. Η κοινοτοπία του
κακού ως παροπλισμός της κρίσης και αφυδάτωση της σκέψης απογύμνωνε με
συνοπτικές διαδικασίες έναν βίο από δικαιώματα και έριχνε ανθρώπινες σχέσεις
που γαλβανίστηκαν στο καμίνι των αγώνων και της παρανομίας, βορά στην
εξουσιαστική βουλιμία του Αρχηγού, η βούληση του οποίου όφειλε να συμπίπτει με
αυτή των στελεχών.
Αφήγηση – διάσωση του παρελθόντος
Τη συμπαγή αφήγηση του βιβλίου διαπερνούν οι ρωγμές των 19
εκθέσεων, μεταφρασμένων από τα γαλλικά, του ρουμάνου πράκτορα που βρισκόταν
μαζί με τον Καραγιώργη στο Βουκουρέστι από τον Σεπτέμβριο του 1950 έως τον
Μάρτιο του 1951, πριν ο τελευταίος μεταφερθεί στις φυλακές στο Πιτέστι, το
1951, σε ζωώδεις συνθήκες.
Η διάστικτη από τις εκθέσεις ροή της αφήγησης γίνεται το
διάστικτο από χαίνουσες πληγές σώμα της ιστορίας του κομμουνισμού. Ο ψυχρός,
υπηρεσιακός λόγος των εκθέσεων δεν καταφέρνει να κρύψει την απόγνωση ενός
ανθρώπου καταδικασμένου στον ζόφο του εγκλεισμού χωρίς δίκη. Κάποιες φευγαλέες
αστραπές ελπίδας διαδέχονται η απόγνωση ή οι απόπειρες αυτοκτονίας, για να τον
καταβάλει στο τέλος η φυματίωση. «“Με σκοτώνουν”, ούρλιαζε ύστερα από κάθε
αιμόπτυση. “Με δολοφονούν χωρίς αιτία, χωρίς δίκη!”» (σ. 326).
Τα μάτια του Καραγιώργη σφαλίζει ο συγκρατούμενός του στις
φυλακές της Ρουμανίας. Φεύγει χωρίς ξόδι και μοιρολόι. «Πώς τον θάψανε, πού τον
θάψανε κανένας δεν έμαθε».
Το βιβλίο του Βασίλη Τσιράκη δεν συνιστά αφήγηση του
παρελθόντος «όπως ήταν». Αναλαμβάνει το ηθικό καθήκον ενός ιστορικού υλιστή,
σύμφωνα με τον Μπένγιαμιν, να διασώσει το παρελθόν παραθέτοντας τις στιγμές
του, ικανοποιώντας αιτήματα σε εκκρεμότητα και χαμένες δυνατότητες που
επιζητούν δικαίωση. Ο υλιστής ιστορικός, για τον Μπένγιαμιν, μοιάζει με τον
αγγελιοφόρο που προσκαλεί τους νεκρούς του παρελθόντος στο τραπέζι που έχουν
ετοιμάσει οι ζωντανοί, «το απομεσήμερο της ιστορίας» και, όπως «ο άγγελος της
ιστορίας», γυρίζει την πλάτη του στις μελλοντικές γενιές των «απελευθερωμένων
εγγονών» για να στρέψει το βλέμμα στο παρελθόν των «σκλαβωμένων προγόνων».
https://epohi.gr/articles/kostas-karagiorgis-to-portreto-enos-anthropoy-kai-enos-agonisti/

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου