22.11.15

Τριάντα χρόνια από τον θάνατο του Γιώργου Ιωάννου



Του Γιώργου Κορδομενίδη

Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

Ενα βράδυ Σαββάτου επέστρεφα από τις Σέρρες στη Θεσσαλονίκη, σκοτισμένος και βαρύς, έχοντας αφήσει πίσω μου έναν φίλο ανήσυχο για την υγεία του. Λίγα χιλιόμετρα έξω από την πόλη με υποδέχτηκε μια ομίχλη απροσδόκητη, σχεδόν κινηματογραφική, έτσι όπως ξεσπούσε πάνω στο αυτοκίνητο κύματα κύματα, ύστερα εξαφανιζόταν απότομα και μετά νά σου την πάλι αίφνης μπροστά μου. Προσέχοντας τη σωτήρια σ' αυτές τις περιπτώσεις λευκή διαχωριστική γραμμή, σκεφτόμουνα ταυτόχρονα φράσεις από το διήγημα του Γιώργου Ιωάννου «Ομίχλη». Τη νύχτα, ο πεθαμένος ήδη από το με­σημέρι φίλος μου με επισκέφθηκε στον ύπνο μου. Αναψε το λαμπατέρ στο υπνο­δω­μάτιο όπως μόνον οι πεθαμένοι μπορούν και το κάνουν κι ύστερα, λέει, μου πρότεινε: «Πάμε μια βόλτα στην παραλία; Εχει ομίχλη, και μ' αρέσει να βαδίζω έτσι». Περπατήσαμε όχι από τη μεριά της θάλασσας μα από την άλλη πλευρά, με τις καφετέριες και τις αντι­προσωπείες αυτοκινήτων. Ο Ιωάννου, όπως συνήθιζε και στους αληθινούς περιπάτους μας, σχολίαζε τους περαστικούς: Αυτός είναι φαντάρος, στην πρώτη του έξοδο. Εκείνη εκεί είναι ανύπαντρη υπάλληλος του Οργανισμού Εγγείων Βελτιώσεων και επιστρέφει σπίτι της από επίσκεψη στην αδελφή της. Ο άλλος είναι επαρχιώτης και ήρθε στη συμπρωτεύουσα για ψυχαγωγία. Γελούσαμε με τα αυθαίρετα και καλόβολα σχόλιά του, κι ύστερα καθόμασταν για έναν καφέ ή μια πορτοκαλάδα στο «Αιγαίον». Αν περπα­τούσαμε τώρα στην παραλία, θα σχολίαζε πως κι αυτό άλλαξε στυλ, κι από παραδοσιακό καφενείο εκσυγχρονίστηκε.

Πρωτοδιάβασα Ιωάννου το 1980: τον Επιτάφιο θρήνο, που είχε κυκλοφορήσει εκείνη τη χρονιά, κατά τη γνώμη μου πυρηνικό βιβλίο μέσα στο συνολικό του έργο. Κι αμέσως μετά ό,τι δικό του βγήκε την ίδια εποχή: την Ομόνοια, μια αυτοπρόσωπη ξενάγηση στη μεγάλη αυλή των (ελληνικών μόνο, τότε) θαυμάτων· τη Στράτωνος μούσα παιδική, μετάφραση αρχαιοελληνικών παιδεραστικών ποιημάτων. Κι έπειτα, ένα-ένα, τα προηγούμενα βι­βλία του.

Τον ίδιο τον Ιωάννου τον γνώρισα μόλις το 1982, με αφορμή μια συνέντευξη που μου παραχώρησε τότε για το κρατικό ραδιόφωνο. [Η συνέντευξη εκείνη διασώζεται πλέον στο βιβλίο Γιώργος Ιωάννου: Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής. Συνεντεύξεις (1974-1985). Πρόλογος-επιμέλεια: Γιώργος Αναστασιάδης. Αθήνα, Κέδρος 1996.] Πριν από τη συνέντευξη όμως, με εξάντλησε σε μια δίωρη βόλτα στην πρωτομαγιάτικη Θεσσαλονίκη. Ηταν η πρώτη μου επαφή με τη μυθολογία της πόλης, που καλλιεργούσε ο Ιωάννου, αλλά κι η είσοδός μου στον γοητευτικό ατομικό του μικρόκοσμο. Τέτοιες βόλτες στη Θεσσαλο­νί­κη, νυχτερινές κυρίως, ήταν ένας από τους άξονες πάνω στους οποίους κινήθηκε η σχέση του μαζί μου (οι άλλοι ήταν η αλληλογραφία μας και οι επισκέψεις μου, Κυριακή πρωί συνήθως, στο σπίτι του στην αθηναϊκή οδό Δεληγιάννη).

Από τη μόλις τρίχρονη συναναστροφή μας, που σχεδόν εξαρχής πήρε χαρακτήρα θερμής, αμφίδρομης φιλίας, έχω να θυμάμαι πολλά. Πρώτα πρώτα, την εμπιστοσύνη με την οποία με περιέβαλε εξαρχής, παρά το γεγονός ότι ήξερε πως προερχόμουν από ένα πνευματικό περιβάλλον που εκείνος θεωρούσε σφόδρα εχθρικό ― εννοώ τη Διαγώνιο, περιοδικό του κάποτε επιστήθιου φίλου του, Ντίνου Χριστιανόπουλου. Υστερα το γεγο­νός ότι στις ώρες της συναναστροφής μας, είτε στη Θεσσαλονίκη είτε στην Αθήνα, δεν μονοπωλούσε τον χρόνο, μιλώντας για κείνον, για το έργο του και τα ενδιαφέροντά του, αλλά προκαλούσε κι ενθάρρυνε και μένα να μιλώ για τα δικά μου έργα και τις δικές μου ημέρες ― και νύχτες, καμιά φορά...

Κι ανάμεσα σ' αυτές τις συναντήσεις, μικρά μπιλιέτα με τα χαρακτηριστικά φύλλα κισσού στην επάνω αριστερά γωνία και τον στρογγυλό γραφικό του χαρακτήρα· μπιλιέτα που συνόδευαν κάποιο καινούριο βιβλίο, νέο τεύχος του μονοφωνικού του Φυλλαδίου ή καμιά εγκύκλιο, που κατακεραύνωνε κάποιον που υπερέβαινε, κατά τη γνώμη του, τα εσκαμμένα. Αραιά και πού κανένα τηλεφώνημα, συνήθως Σάββατο απόγευμα, με ειρωνικά σχόλια για τους «Αθηναίους [συγγραφείς], που είναι συνέχεια στον δρόμο και δεν καταλαβαίνει κανείς πότε συγκεντρώνονται να γράψουν και να διαβάσουν» αλλά και με πληροφορίες για τα τρέχοντα και για τα επικείμενα σχέδιά του... Τα χρονογρα­φή­ματά του στις αθηναϊκές εφημερίδες, οι μαχητικές επιστολές του, οι εκτενείς συνεντεύ­ξεις του ή οι εμφανίσεις του στην τηλεόραση ήταν οι άλλοι τρόποι της έμμεσης επι­κοινωνίας μας. Μιας επικοινωνίας που συνεχίζεται πια χωρίς εκείνον αλλά με εκείνον, όπως συνεχίζεται η σιωπηλή, εσωτερική συνομιλία μας με όλους τους ανθρώπους (συγγενείς, φίλους, ερωτικούς συντρόφους και πάει λέγοντας) που αρνούμαστε να παραδώσουμε στη λήθη και συντηρούμε μέσα μας την εικόνα τους και τη φωνή τους και τα καμώματά τους...

Λένε ότι κάθε λογοτεχνικό έργο κρίνεται οριστικά από την αντοχή του στον χρόνο μετά τον θάνατο του δημιουργού του· δηλαδή όταν ο συγγραφέας δεν είναι σε θέση να το υποστηρίξει με τη φυσική του παρουσία, με ομιλίες του ίδιου ή άλλων γι' αυτό, συ­νε­ντεύξεις, “φίλιες” κριτικές και άλλα τέτοια, γνωστά τερτίπια.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα ακριβή στοιχεία για το ενδιαφέρον του σημερινού ανα­γνωστικού κοινού σχετικά με το πεζογραφικό αλλά και το υπόλοιπο έργο του Γιώργου Ιωάννου, από τον πρόωρο θάνατο του οποίου συμπληρώνονται σήμερα τριάντα ολόκληρα χρόνια. Η εντύπωση που επικρατεί πάντως είναι ότι το έργο αυτό παραμένει δημοφιλές, σε ανα­μενόμενη απόσταση φυσικά από την προ του θανάτου του συγγραφέα κυκλοφορία του, κρατώντας τον σταθερά μεταξύ των πρώτων ονομάτων της μεταπολεμικής μας πε­ζο­γραφίας.
Το φαινόμενο γίνεται πιο εντυπωσιακό αν προσμετρήσει κανείς τις θεωρούμενες ως ιδιομορφίες της πεζογραφίας του Ιωάννου: τον ιδιότυπο, απολύτως προσωπικό του λόγο· την ταύτιση των κειμένων του με συγκεκριμένους τόπους (Θεσσαλονίκη καταρχάς και κατά μέγα μέρος, Αθήνα στο υπόλοιπο) ή τη μετακίνηση και την παλινδρόμηση ανάμεσά τους· τον ασφυκτικά αυτοαναφορικό χαρακτήρα τους, καθώς όλα σχεδόν στηρίζονται σε βιωματικό υπόβαθρο. Παραμένει βέβαια ζητούμενη η μαγική συνταγή με την οποία ο συγγραφέας του Επιτάφιου θρήνου μετέτρεπε την ατομική εξομολόγηση σε παναν­θρώ­πι­νη.

Δεν είμαι βέβαιος αν η περίπτωση Ιωάννου χρειάζεται τέτοιες, χάριν μνημοσύνου, αναφορές. Σκέφτομαι συχνά ότι το έργο του τον καθιστά τόσο παρόντα, ώστε του ταιριάζει περισσότερο να τον αισθανόμαστε σιωπηλό μεταξύ μας. Τα οδόσημα που άφη­σε άλλωστε στο πέρασμά του από τον κόσμο μας είναι τόσο πυκνά, προορισμένα για όσους τον γνώρισαν μέσα από τα βιβλία του αλλά και γι' αυτούς που ευτύχησαν να συν­δεθούν κάπως περισσότερο μαζί του. Οδόσημα που μας θυμίζουν πως ο Ιωάννου –για να αντιγράψω τον Γιάννη Βαρβέρη― «είχε τη συμπεριφορά του αίματος: κυλούσε, έτρεφε, έκαιγε, ζωογονούσε, θυμόταν, θύμωνε, εκδικιόταν, αλλά νερό δε γινόταν. Ηταν “το δικό μας αίμα”».

15.11.15

Louis Godefroy: Έδεσσα 1917

Ο Louis Godefroy (1885-1934), ο σημαντικός Γάλλος χαράκτης και ζωγράφος αποτύπωσε την Έδεσσα τον Ιούνιο του 1917. Το χαρακτικό που δημιούργησε, τυπωμένο σε χαρτί με καφετιά μελάνη, δώρισε το 1930 στο Βρετανικό Μουσείο, στη συλλογή του οποίου βρίσκεται μέχρι σήμερα.
http://passagetoedessa.blogspot.gr/ 

9.11.15

"Απέναντι": το νέο βιβλίο του Θοδωρή Παπαϊωάννου

Έχει καθιερωθεί πιά στη συνείδηση μας και περιμένουμε κάθε φορά με αγωνία το νέο βιβλίο του Θοδωρή Παπαϊωάννου.
 Να το διαβάσουμε εμείς, τα παιδιά μας, να το κάνουμε δώρο σε ανήψια, παιδιά φίλων κλπ. Κυκλοφορεί, λοιπόν, από τις εκδόσεις Ίκαρος "Απέναντι" του Θοδωρή Παπαϊωάννου. Εικονογράφηση Ίριδα Σαμαρτζή. Μουσική: Ορέστης Παπαϊωάννου.


 O Παπαϊωάννου Θοδωρής γεννήθηκε στις 11-4-1966 στην πόλη Έσσεν της Γερμανίας Αποφοίτησε από την Παιδαγωγική Ακαδημία της Θεσσαλονίκης το 1986. Μένει στην Έδεσσα είναι παντρεμένος και έχει δύο παιδιά. Υπηρετεί στο 6ο Δημοτικό Σχολείο Έδεσσας.
Συγγραφικό έργο:
- " Ο έκτος κύκλος" ( Οι Ολυμπιακοί αγώνες των ζώων) Θεατρικό παραμύθι Εκδόσεις Μορφωτική Εστία Καλαμαριάς
- " Το ποτάμι που θύμωσε" Θεατρικό -οικολογικό παραμύθι
- "Μια Κυριακή στο δάσος" Θεατρικό έργο οικολογικού περιεχομένου
"Το μήνυμα του πελαργού" οικολογικό έμμετρο παραμύθι που εκδόθηκε από το ΚΠΕ Έδεσσας
- "Ο Πειρατής Σιντόρε- Ντορεσί" εκδόσεις Fagottobooks 2010 έμμετρο παραμύθι για την πειρατεία της μουσικής με ένθετο CD με τέσσερα τραγούδια σε μουσική Ορέστη Παπαϊωάννου


 http://www.biblionet.gr

(2014) Ανάποδα, Ίκαρος
(2010) Ο πειρατής Σιντόρε - Ντορεσί, Fagotto
(2004) Ο έκτος κύκλος, Μορφωτική Εστία Καλαμαριάς

5.11.15

Η μάχη της Άρνισσας

Ένα ενδιαφέρον κείμενο και ομιλία για την μάχη της Άρνισσας (Οστρόβου, 4-5 Νοεμβρίου) μπορείτε να διαβάσετε και να δείτε πατώντας εδώ: http://arnissiotes.blogspot.gr/2014/11/102-45-1912.html καθώς επίσης και εδώ: https://averoph.wordpress.com/2012/11/07/%CE%B7-%CE%BC%CE%B1%CF%87%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CE%B2%CE%BF%CF%85-4-5-%CE%BD%CE%BF%CE%B5-1912-%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%BF%CF%82-%CE%B1/
και εδώ: http://www.balkanwars.gr/apeleutherossi-edessas-katalipsi-aminteou.html

Ακόμη για την ιστορία της Άρνισσας ο Μορφωτικός Σύλλογος Άρνισσας ΜΕΣΝΑ αναφέρει: 


Φαίνεται ότι η ιστορία της Άρνισσας ξεκινάει από τη νεότερη και μέση εποχή του χαλκού (1500-1400 π.Χ.), οπότε και εμφανίζεται στους χάρτες των ιστοριογράφων. Στην Άρνισσα αναφέρεται και ο αρχαίος ιστορικός Θουκυδίδης, το 424 π.Χ., ως Μακεδονική πόλη.

Χτισμένη σήμερα σε υψόμετρο +650μ., αμφιθεατρικά στη λίμνη Βεγορίτιδα, στους πρόποδες του Όρους Καϊμάκτσαλαν, το όνομά της είναι προϊστορικό και ομόρριζο με το όνομα της πόλης Αρνης, στη λίμνη της Kωπαΐδας. Oι επιδρομείς του Σαμουήλ την ονόμαζαν Όστροβο (10-11ος αιων. μ.X.), που σημαίνει νησί.

Σημερινή πρωτεύουσα του Δήμου Βεγορίτιδας, το όνομά της άλλαξε από Άρνισσα σε Όστροβο και ξανά σε Άρνισσα το 1926. Η θέση όμως της τότε Άρνισσας δεν είναι η σημερινή. Η αρχαία πόλη είναι θαμμένη κάτω από τα ύδατα της λίμνης Βεγορίτιδας. Φαίνεται πως όχι μόνον αυτή, αλλά και όλες οι μεταγενέστερες αυτής, υπό το ίδιο όνομα, έχουν καλυφθεί από τα νερά της λίμνης. Εξάλλου η ίδια η λίμνη και οι μεταβολές της στάθμης της, υπήρξαν η αιτία ώστε οι κάτοικοι να χτίσουν την πόλη στη σημερινή θέση της.

Κατελήφθη από τους Τούρκους το 1388 και την ίδια χρονιά χτίστηκε και το ένα εκ των δύο τζαμιών. Του συγκεκριμένου μάλιστα ερείπια σώζονται μέχρι και σήμερα. Απελευθερώθηκε μετά από 524 χρόνια, την 20η Οκτωβρίου του 1912.

Κατά τον Μακεδονικό Αγώνα έλαμψε το άστρο πολλών Μακεδονομάχων κατοίκων της Άρνισσας οι οποίοι υπερασπίστηκαν την ελληνική ψυχή και την ελληνική γη.

 Όμως η ιστορία της Άρνισσας και των αρνισσιωτών δε σταματάει εδώ.

Γεγονότα από την εποχή του Α΄παγκοσμίου πολέμου και την μάχη του  Καϊμακτσαλάν τον Σεπτέμβρη του 1916 στιγμάτισαν τους γεροντότερους κατοίκους του χωριού οι οποίοι μοιράζονται μαζί μας τα όσα έζησαν.

  

Το καλοκαίρι του 1914, πριν καλά καλά κοπάσει ο θόρυβος των Βαλκανικών πολέμων ξεσπάει στη Ευρώπη άλλος ένας πόλεμος που γενικεύεται και παίρνει παγκόσμιες διαστάσεις. Στο Σαράγιεβο δολοφονείται ο διάδοχος του Αυστροουγγρικού θρόνου Φραγκίσκος-Φερδινάρδος. Η Αυστροουγγαρία θεωρεί ηθικό αυτουργό της δολοφονίας την Σερβία και χρησιμοποιώντας το γεγονός αυτό ως αφορμή, κηρύττει πόλεμο κατά της Σερβίας. Στο πλευρό της Αυστροουγγαρίας μπαίνει και η ανερχόμενη τότε δύναμη, Γερμανία (της οποίας οι επεκτατικές –ιμπεριαλιστικές διαθέσεις θεωρήθηκαν ως η βαθύτερη αιτία του Α παγκοσμίου πολέμου). Άγγλοι και Γάλλοι , οι κυρίαρχες τότε παγκόσμιες δυνάμεις, τίθενται στο πλευρό της Σερβίας και της υπόσχονται βοήθεια. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα μπαίνουν στον πόλεμο και άλλες χώρες και σχηματίζονται οι δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις: από τη μία οι λεγόμενες Κεντρικές δυνάμεις (Αυστροουγγαρία, Γερμανία, Βουλγαρία, αργότερα και η Τουρκία) και από την άλλη πλευρά η λεγόμενη Entente Cordiale (εγκάρδια συνεννόηση) δηλ., Σερβία, Γαλλία, Μ. Βρετανία, Ρωσία αργότερα και η Ιταλία.

Στην Ελλάδα δεν έχει αποφασιστεί ακόμη η θέση που θα πάρει η χώρα στην εμπόλεμη κατάσταση. Τελικά ο Βενιζέλος προτείνει την προσχώρησή της στις δυνάμεις της Entente, ενώ ο γερμανόφιλος βασιλιάς προτιμά και επιβάλει την ουδετερότητα, η οποία και τηρήθηκε επίσημα τα τρία πρώτα χρόνια του πολέμου. Η διαφωνία των δύο όμως οδήγησε στον «εθνικό διχασμό». Έτσι ο Βενιζέλος κηρύσσει επανάσταση κατά του βασιλικού καθεστώτος (γνωστή και ως κίνημα «Εθνικής Αμύνης»), ιδρύει ξεχωριστή κυβέρνηση και κατά συνέπεια δεύτερο ελληνικό κράτος στη Θεσσαλονίκη. Το Νοέμβρη του 1916 η κυβέρνηση Βενιζέλου κηρύσσει τον πόλεμο κατά των Κεντρικών Δυνάμεων και έκπτωτο τον βασιλιά. Οι Αγγλογάλλοι εξαναγκάζουν την κυβέρνηση των Αθηνών να μπει στον πόλεμο στο πλευρό τους και εκθρονίζουν τον βασιλιά Κωνσταντίνο Α΄ . Ο Βενιζέλος αναλαμβάνει την εξουσία στην Αθήνα και χωρίς καμιά αντίρρηση του νέου βασιλιά, του δευτερότοκου γιου του Κωνσταντίνου Α΄, Αλέξανδρου, κηρύσσει επίσημα πλέον τον πόλεμο κατά των Κεντρικών Δυνάμεων.

 Επιστρέφοντας όμως στα γεγονότα στις αρχές του πολέμου, το Φθινόπωρο του 1915 οι Αυστροούγγροι και οι Γερμανοί επιτίθενται κατά της Σερβίας από Βορρά και οι Βούλγαροι από νότο, κατανικούν τις σερβικές δυνάμεις και κυριεύουν όλο το σερβικό έδαφος. Τα υπολείμματα του σερβικού στρατού καταφεύγουν προς τα αλβανικά βουνά και από τις ακτές της Αδριατικής μεταφέρονται με συμμαχικά πλοία στην Κέρκυρα και αργότερα στη Θεσσαλονίκη.

Εν τω μεταξύ οι βούλγαροι κατεβαίνουν ως τα ελληνοσερβικά σύνορα, και σχηματίζουν κατά μήκος των συνόρων αμυντική γραμμή. Οι Αγγλογάλλοι που δεν είχαν προλάβει να βοηθήσουν τους Σέρβους, έχουν ήδη αποβιβασθεί στη Θεσσαλονίκη και προωθηθεί ως τα σύνορα με πρώτο στόχο να ανακόψουν ενδεχόμενη επέλαση των Γερμανών και Βουλγάρων στην Ελλάδα και με απώτερο σκοπό να βοηθήσουν τους Σέρβους να ανακαταλάβουν τη χώρα τους.

Προς τα ελληνοσερβικά σύνορα προωθούνται εκτός από τους Αγγλογάλλους και τους Σέρβους , Ρώσοι και Ιταλοί. Έτσι το καλοκαίρι του 1916 έχει δημιουργηθεί στα ελληνοσερβικά σύνορα το λεγόμενο «Βαλκανικό Μέτωπο» του Α παγκοσμίου πολέμου του οποίου ένα τμήμα –αυτό που αφορά και την περιοχή της Άρνισσας – απεικονίζεται στον παρακάτω Γαλλικό χάρτη εκείνης της εποχής.  

Η κατάληψη του Καϊμακτσαλάν, αποτελούσε για τους συμμάχους σημαντικότατο στρατηγικό στόχο. Από το υψόμετρο των 2.524 μ. μπορούσαν οι Βούλγαροι να ελέγχουν τις κινήσεις στην ευρύτερη περιοχή (τις πεδιάδες του Μοναστηρίου, της Φλώρινας, της Αλμωπίας, και την πεδιάδα της Θεσσαλονίκης) και να οργανώνουν σωστά τις πολεμικές επιχειρήσεις τους.

Λόγω της σχετικά μικρής απόστασης από το Καϊμακτσαλάν αλλά και λόγω του σιδηροδρόμου ως κυριότερου μέσου μεταφοράς στρατού, πολεμικού υλικού και τροφίμων, η Άρνισσα είχε για τους συμμάχους της Entente στρατηγικότατη σημασία.

Το καλοκαίρι του 1916, το χωριό και η γύρω περιοχή έχουν μεταμορφωθεί σε ένα τεράστιο στρατόπεδο με αποθήκες ανεφοδιασμού, νοσοκομεία, στάβλους αλόγων, τραίνα που φορτώνονται και ξεφορτώνονται, στρατιωτικούς καταυλισμούς: οι Γάλλοι στρατοπεδευμένοι μέσα στο χωριό και στη Μπόφτσα, οι Άγγλοι στις Τούμπες, οι Σέρβοι στο Τσαΐρι μπροστά στον παλιό σταθμό , οι Ιταλοί στη Λιουμπάνα , οι Ρώσοι στην περιοχή όπου είναι χτισμένα σήμερα τα Νέα Ξανθόγεια.

  

Τον Αύγουστο του 1916 οι βουλγαρικές δυνάμεις προελαύνουν σε ελληνικό έδαφος, καταλαμβάνουν το χωριό Νότιας Αριδαίας, τη Βεύη και τη Φλώρινα.

Στο ανατολικό τμήμα του Βαλκανικού μετώπου οι Βούλγαροι έχουν διεισδύσει και καταλάβει όλη την Ανατολική Μακεδονία ως τον ποταμό Στρυμόνα. Τον ίδιο μήνα, αφού έχουν ολοκληρωθεί οι στρατιωτικές προετοιμασίες, ο Γάλλος στρατηγός Sarrail (Σαραϊγ ), διοικητής όλων των στρατιωτικών δυνάμεων, δίνει το πρόσταγμα  της γενικής αντεπίθεσης. Ο σερβικός στρατός προωθείται στα υψώματα του Καϊμάκτσαλάν κάτω από το ασταμάτητο σφυροκόπημα του εχθρικού πυροβολικού.

Οι απώλειες είναι βαριές αλλά οι Σέρβοι αποφασισμένοι κερδίζουν έδαφος σπιθαμή προς σπιθαμή. Ξεπερνώντας τα συρματοπλέγματα φθάνουν ως τα χαρακώματα των Βουλγάρων και η μάχη διεξάγεται σώμα με σώμα. Οι πλαγιές γεμίζουν κορμιά νεκρά και τραυματισμένα. Η μάχη έχει κριθεί και η σερβική σημαία υψώνεται. Οι βούλγαροι υποχωρούν αλλά οι σέρβοι εξουθενωμένοι και με περισσότερους από 5.000 νεκρούς δεν έχουν πλέον τη δύναμη να τους καταδιώξουν. Οι Βούλγαροι θα ανασυγκροτηθούν στο εσωτερικό και θα σχηματίσουν νέα αμυντική γραμμή που θα μείνει απόρθητη σχεδόν μέχρι το τέλος του πολέμου καθηλώνοντας για δύο χρόνια μεγάλο μέρος των συμμαχικών δυνάμεων.

Οι νεκροί της μάχης θάβονται σε νεκροταφείο στο Πάτημα αλλά και επιτόπου στις πλαγιές του βουνού. Οι ενταφιασμοί πρόχειροι και βιαστικοί, ούτε καν ολοκληρώνονται. Το χειμώνα που ακολουθεί πτώματα ξεθάβονται και κατασπαράζονται από πεινασμένους λύκους.

Μετά το τέλος του πολέμου οι σέρβοι περισυνέλεξαν τα οστά των πεσόντων και χρησιμοποιώντας μέρος αυτών μαζί με βλήματα έχτισαν την εκκλησία του Προφήτη Ηλία στο ψηλότερο σημείο του βουνού πάνω στη συνοριακή γραμμή με την Ελλάδα.

Είναι το εκκλησάκι αυτό, ο Προφήτης Ηλίας, που φαίνεται από το χωριό, στη γραμμή του ορίζοντα του Καϊμάκτσαλάν. 

 

Ο επισκέπτης βρίσκει ακόμη και σήμερα απομεινάρια-βουβές μαρτυρίες της πολυαίμακτης εκείνης μάχης του Σεπτεμβρίου του 1916: αναχώματα, κάλυκες, σφαίρες, θραύσματα οβίδων, σκουριασμένα πτερύγια όλμων.

Η μάχη του Καϊμάκτσαλάν δεν επηρέασε σημαντικά την τροπή του πολέμου. Κατά την εκτίμηση ορισμένων ιστορικών, η νίκη που επιτεύχθηκε ήταν δυσανάλογη προς τις τεράστιες απώλειες των σέρβων.

Σήμερα η Άρνισσα έχει περί τους 2000 κατοίκους, η πλεοψηφία των οποίων ασχολείται με τη γεωργία και κυρίως με την παραγωγή κερασιού, μήλων και ροδακίνων στον έυφορο κάμπο της Βεγορίτιδας. Στην Άρνισσα υπάρχουν λίγες βιοτεχνίες ενώ δειλά δειλά έχει αρχίσει και η ενασχόληση με την παροχή υπηρεσιών (ξενώνες-καταλύμματα) προς το αυξανόμενο ρεύμα επισκεπτών στην περιοχή και λειτουργούν αρκετά μικρά καταλύμματα και ξενοδοχεία στον οικισμό. Από τους Συλλογικούς φορείς ξεχωρίζουν ο τοπικός Αγροτικός Συνεταιρισμός, ο Συνεταιρισμός Γυναικών Άρνισσας, ο Μορφωτικός Σύλλογος ΜΕΣΝΑ και ο Σύλλογος Προστασίας λίμνης Βεγορίτιδας. 

Mέσα στην Αρνισσα ο επισκέπτης συναντά την εκκλησία της Aγίας Tριάδας, χτισμένη το 1865 με αξιόλογες εικόνες, καθώς και το μεταβυζαντινό ναό της Kοιμήσεως της Θεοτόκου (18ος αιώνας) με τοιχογραφίες και αγιογραφημένο τέμπλο. (http://vegoritida.gr/arnissa.htm)

3.11.15

Κινηματογράφος "Βέρμιον"

Κινηματογράφος "Βέρμιον", ιδιοκτησίας Χατζηγιάννη, στη γωνία 18ης Οκτωβρίου και Κωνσταντινουπόλεως, στο σημερινό πάρκιν, δίπλα στην αίθουσα εκδηλώσεων της Νομαρχίας.
πηγή: https://www.facebook.com/groups/894674410600978/

1.11.15

miles to walk

StarWound Photo 1
Γ.Ν.Μπασκόζος.
Σε πείσμα των καιρών τα ελληνικά συγκροτήματα  δημιουργούν, όχι απλώς για να υπάρξουν αλλά για να κάνουν την υπέρβαση. Πριν λίγες μέρες ένα νεανικό συγκρότημα, οι StarWound, κυκλοφόρησαν τον πρώτο τους δίσκο με τίτλο Miles to walk. Η μπάντα συνθέτει ένα υβριδικό είδος μουσικής που μπορεί να θυμίζει Κουρτ Βάιλ ή Τομ Γουέιτς ή κάτι άλλο αλλά ίσως και τίποτα από όλα αυτά καθώς έχει τα δικά της χαρακτηριστικά. Το ύφος της είναι αρκετά théâtrale αλλά μεγάλη σημασία τα παιδιά της μπάντας δίνουν και στο στίχο που σε μεγάλο βαθμό αντανακλά τη σημερινή κρισιακή περιρρέουσα ατμόσφαιρα.
H  μπάντα σχηματίστηκε το 2012 από τους Κωνσταντίνα Σταυροπούλου (φωνή), Πέτρο Μπούρα (πιάνο), Φίλιππο Σουγλέ (κιθάρα-κλαρινέτο) και Γιάννη Σταυρόπουλο (μπάσο-κιθάρα) και εμφανίστηκε για πρώτη φόρα το Φεβρουάριο του 2012 στο Faust Bar-Theatre-Arts, παρουσιάζοντας τη μουσική παράσταση  “Talking about a revolution”. Εμπνευσμένοι από τις κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης, τα μέλη της μπάντας παρουσίασαν μία ιστορική αναδρομή μέσα από τραγούδια που γράφτηκαν για σημαντικά πολιτικά γεγονότα, προσπαθώντας να αναδείξουν τις ρίζες αλλά και τη συνέχεια του φαινομένου κατά τη διάρκεια των τελευταίων 100 ετών.
Η επιτυχία του project και η επιδεινούμενη κοινωνική αστάθεια οδήγησε τους StarWound στη σύνθεση των πρώτων τους κομματιών. Το Φεβρουάριο του 2013 στην μπάντα ενσωματώθηκε ο drummer Ηλίας Καραχάλιος και έτσι αυτή απέκτησε τη σημερινή της σύνθεση.
Η διαφορετική μουσική προέλευση που έχουν τα μέλη της μπάντας δημιούργησε τις κατάλληλες συνθήκες για πειραματισμούς οδηγώντας σε έναν ήχο που αναμφίβολα δε μπορεί να κατηγοριοποιηθεί και αποτελεί τον χαρακτηριστικό ήχο των StarWound. Η μουσική τους ενσωματώνει στην ατμόσφαιρα του cabaret  στοιχεία από την jazz, τη ροκ, την κλασσική αλλά και την παραδοσιακή μουσική. Οι στίχοι, που έχουν ως αφετηρία τους φιλοσοφικούς και κοινωνικούς προβληματισμούς του σύγχρονου ανθρώπου, χαρακτηρίζονται άλλοτε από ρεαλισμό και άλλοτε από ποιητική διάθεση.
Από το 2012 έως σήμερα η μπάντα έχει εμφανιστεί σε μουσικές σκηνές όπως το Cabaret Voltaire, το Floral, το Faust Bar-Theatre-Arts, ο Σταυρός του Nότου Club και ο Σταυρός του Νότου Plus.
Το πρώτο album των StarWound με τίτλο “Miles to Walk” ηχογραφήθηκε στο Lizard Sound-Recording Studios από το Φεβρουάριο μέχρι τον Απρίλιο του 2015 και περιλαμβάνει 10 πρωτότυπα τραγούδια. Το master του δίσκου έγινε από τον David Glasser στο Airshow Mastering, Boulder, CO, USA.

Links
Web: http://starwoundband.com/

31.10.15

«Όταν σε αγαπούνε αποκτάς υπόσταση»

Γράφει η Πέρσα Κουμούτση //

«Συνηγορία Ποιήσεως», Μάρκος Μέσκος, εκδόσεις Κίχλη

Σε μια εξαιρετικά καλαίσθητη έκδοση των εκδόσεων Κίχλη κυκλοφορεί το ξεχωριστό βιβλίο του ποιητή Μάρκου Μέσκου, «Συνηγορία Ποιήσεως», με εικόνα εξωφύλλου και σχέδια του ιδίου.
Το βιβλίο, αποτελείται από σημειώσεις του για την ποίηση και την ποιητική, μικρά κείμενα που θυμίζουν αποφθέγματα, ρήσεις σοφές, αποστάγματα γνώσης και εμπειρίας από την πολυετή θητεία του στον στίβο της ποίησης και της ζωής, που εδώ συνταυτίζονται αβίαστα, αφού η ζωή παραλληλίζεται εύστοχα με το ποιητικό σύμπαν που πραγματεύεται, ενώ εντοπίζονται μεταξύ των δυο ‘κόσμων’ πολλές ομοιότητες κι αναλογίες. για τον ποιητή ζωή και ποίηση διέπονται από τις ίδιες νόρμες.. Άλλωστε, η ζωή δεν συνιστά το αρτιότερο, πολυπλοκότερο και θαυμαστότερο ποίημα όλων; Και είναι εύλογο να συνάγουμε, ανατρέχοντας στην πορεία του ποιητή Μάρκου Μέσκου όλα αυτά τα χρόνια, ότι έχει μέσα του κατασταλαγμένα ως βιώματα πολλά για τη σχέση ζωής με τη δημιουργία. Έτσι τα μικρά αυτά κείμενα, θα λέγαμε, ότι όχι μόνο αποτελούν ψηφίδες που συνθέτουν την ταυτότητα του ποιητή, τον χάρτη της ζωής του, αλλά συγκροτούν και μια νοερή συνομιλία με τους ομοτέχνους του, όπως και έναν διάλογο αποτίμησης κι απολογισμού με τον εαυτό του σαν να στέκεται μπροστά σε ένα καθρέφτη. Οι στοχασμοί του Μάρκου Μέσκου ανοίγουν διάπλατα την ‘πόρτα’ σε νέους δημιουργούς, τους οποίους αναφέρει ως ‘ασκητές’, αλλά και σε ένα ποιητικό κόσμο καθαρό, διαυγές κι απογυμνωμένο από ψιμύθια και φτιασίδια, απαλλαγμένο δηλαδή από κάθε τι που τον διαφθείρει, όπως η ματαιοδοξία και το ‘μικρόβιο της δημοσιότητας’. Τον αποκαλύπτει ως έχει μαζί με τα κακοτράχαλα μονοπάτια του, τις αιχμές αλλά και τις λείες του επιφάνειες, που σαν κάτοπτρα αντανακλούν τη βιωμένη εμπειρία του ιδίου, και όλων εκείνων που τον υπηρετούν με συνέπεια..
Στο βιβλίο αποκαλύπτονται επίσης τα διλήμματα, οι φόβοι και οι αγωνίες του Μ. Μέσκου για το παρόν και το μέλλον της ποίησης, όπως μικρότερα ή μεγαλύτερα μυστικά της τέχνης που ‘διακονεί’ ακατάπαυστα εδώ και πολλές δεκαετίες, επιστρατεύοντας συχνά πυκνά το πικρό χιούμορ, αλλά πάντα με μια γλώσσα υποδόρια, εξόχως ποιητική, αναδεικνύοντας σε κάθε περίπτωση την αποκτημένη με τα χρόνια εμπειρία, την πολυμάθεια και το ήθος του. Κυρίως όμως μαρτυρούν έναν ακάματο ‘αναχωρητή’ της ποίησης’ και της ζωής. Κι αν για τον ίδιο «Τα ποιήματα μιας ενότητας που έχουν τοποθετηθεί κατά διαλεκτικό τρόπο, το δεύτερο Ποίημα είναι η συνέχεια του πρώτου, το τρίτο η συνέχεια του δεύτερου και ούτω-καθεξής. στο τέλος της ενότητας έχουμε τη συνολική σύνθεση, από την οποία κατά κάποιον τρόπο (γνωστό στη συνείδηση του ποιητή) προκύπτει η μυθιστορία, το μικρό μυθιστόρημα), έτσι και στο βιβλίο αυτό το κάθε κείμενο ή απόφθεγμα αποτελεί τη συνέχεια του προηγούμενου, ώσπου στο τέλος της ‘ενότητας’ , του βιβλίου εν προκειμένω, έχουμε ένα μικρό, αλλά σημαντικό δοκίμιο περί ποιήσεως, ποιητικής- και όχι μόνο. Δεν ήταν εύκολο να διαλέξω ανάμεσα στα μικρά αυτά κείμενα, αφού όλα χωρίς εξαίρεση μου χάρισαν την ίδια αισθητική απόλαυση, και με δίδαξαν το ίδιο. Παραθέτω, ωστόσο, μερικά που τράβηξαν εξαρχής την προσοχή μου, ξεκινώντας με αυτό που θεωρώ κορωνίδα της σκέψης του, και βέβαια ξεκάθαρη μαρτυρία της σεμνότητάς του.

  • «Κάθε μικρόβιο δημοσιότητας που προσεγγίζει τον ασκητή δημιουργό είναι βάρος περιττό- μοιάζει άλλης περιοχής το πρόβλημα, όμως δεν είναι! Αποπροσανατολίζει και οδηγεί στη ανούσια ματαιοδοξία. Ο δημιουργός: καθίσταται μαϊντανός και πάει με κάθε είδος γαστρονομικού γεύματος (προς πάσιν βρώσιν) της αναζητούμενης Ευθυμίας./ Πόσους, αλήθεια, υπηρετεί η περίπτωση;»
  • «Τι να’ ναι άραγε η ποίηση, άνθος του μυαλού ή κακιά ώρα;( άπειρα τα ερωτήματα. Μηδαμινές οι απαντήσεις»
  • «Το ποίημα εκθέτεται γυμνό, ολάκερο απροστάτευτο στη συμπάθεια, στον χλευασμό, και τη ασέλγεια και την κατανόηση του ή μη»
  • «Το ποίημα πρέπει να σέβεται την αξιοπρέπεια της ζωής και του θανάτου»
  • «Ψεύτη κόσμε! κι όμως ο άνθρωπος πρέπει να πιστέψει στη ζωή, ν’ αγωνιστεί για την όποια (χρονικά)διάρκεια του »
  • «ΛΕΞΕΙΣ ΤΑΡΑΓΜΕΝΕΣ, άγνωστος υπόγειος ρυθμός, άτι το ποίημα χτυπάει με την οπλή του το χώμα. Σε λίγο, οι έμμονες ιδέες μαζί του θα τρέξουν πετώντας.»
  • «ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΧΑΡΤΙΟΥ ένας κάποτε σημείωνε: «Δώστε μου τρεις λέξεις να σας φτιάξω το καράβι του Κόσμου! Τρεις λέξεις μόνο».
  • «ΟΙ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟΙ, ταμένοι ποιητές ισχυρίζονται πως κατάφεραν να γίνουν ένα μουσικόν όργανο· όπως κι αν χαϊδέψεις τις χορδές του, εκείνο θα σημάνει Ποίηση.
  • – Αν, εσύ, μπορείς να σηκώσεις το άχθος, πάρε τον δρόμο.»

____________________________

Ο Μάρκος Μέσκος γεννήθηκε στην Έδεσσα της Μακεδονίας το 1935. Εκεί οι εγκύκλιες και οι γυμνασιακές του σπουδές. Κατ” αρχάς στο εμπορικό κατάστημα του πατρός του και κατόπιν, 1965-1980, στην Αθήνα. Απεφοίτησε από το Αθηναϊκό Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Σχολής Δοξιάδη Αθηνών το 1968. Εργάστηκε, μεταξύ άλλων εργασιών του ποδαριού, ως γραφίστας σε αρκετά διαφημιστικά γραφεία αλλά και επιμελητής εκδόσεων. Πολύ πριν, από το 1957, είχε συνδεθεί με τη συντακτική ομάδα του περιοδικού «Μαρτυρίες». Γράφει ποιήματα από το 1952. Συνεργάστηκε με ποιήματα, μελέτες και πεζογραφήματα σε πολλά περιοδικά. Ποιήματά του μεταφράστηκαν σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες. Από το 1981 είναι εγκατεστημένος στη Θεσσαλονίκη. Φίλος και συνιδρυτής της εκδοτικής ομάδας των «Χειρογράφων» ενώ από το 1987-1993 εργάστηκε ως υπεύθυνος των εκδόσεων της Α.Σ.Ε. Έχει τιμηθεί με το βραβείο ποίησης του περιοδικού «Διαβάζω» για τους «Χαιρετισμούς», 1995, και με το βραβείο του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών, το 2006, για το σύνολο του ποιητικού του έργου.
http://fractalart.gr/markos-meskos/ 

29.10.15

Ένα φιλμ από Εδεσσαίους για την Έδεσσα

https://www.facebook.com/band.wheelman/videos/vob.100005301038807/260946344092065/?type=2&theater&__mref=message 
Στον παραπάνω σύνδεσμο μπορείτε να δείτε ένα νοσταλγικό φιλμ   από Εδεσσαίους για την Έδεσσα. Ο μουσικός Λάκης Σαμαράς μας το έστειλε και μεταξύ άλλων σημειώνει:
Νοστάλγησα μ' αυτό το video. Είδα καλούς ανθρώπους που έχουν "φύγει" και ξανάκουσα την φωνή τους. Ο θείος μου ο Γιάννης, ο κύριος Νίκος, ο κύριος Μίμης. Άκουσα μετά από χρόνια ένα κομμάτι από τον δίσκο "Τα φαντάσματα της ελευθερίας", που είχε κάνει παραγωγή ο Φιλοπρόοδος Σύλλογος "Μέγας Αλέξανδρος" και ο Δήμος Έδεσσας, σε ποίηση και μουσική των συμπολιτών μας Μάρκου Μέσκου και Χρήστου Βέσκα αντίστοιχα. Είχα την χαρά και τύχη να παίξω ηλεκτρικό μπάσο και μεταλλόφωνο. Είδα επίσης τον Νύσση (κορνέτα) και τον Μπέμπη (κλαρίνο). Μεγαλώσαμε ακούγοντας αυτούς τους μουσικούς. Τέλος, είδα έναν παππού επάνω σε ένα γαϊδουράκι φορτωμένο με χόρτα, να περπατάει στο σοκάκι. Εντάξει...η ανθρωπότητα προχωράει. Αλλά μου λείπουν τέτοιες φιγούρες, γιατί έκαναν πιο ανθρώπινη την ατμόσφαιρα. Αυτή είναι η Έδεσσα που μεγάλωσα.
Τον ευχαριστούμε πολύ!

25.10.15

Εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας στην Έδεσσα

Μια πολύ ενδιαφέρουσα δουλειά βρήκαμε στο διαδίκτυο για τα "Εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας στην Έδεσσα". 
Κάποτε υπήρχαν η Άνω Εστία, το Κανναβουργείο... 
μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα εδώ http://www.archaiologia.gr/wp-content/uploads/2011/06/18-6.pdf

21.10.15

Ο ΠΕΖΟΓΡΑΦΟΣ ΚΟΣΜΑΣ ΧΑΡΠΑΝΤΙΔΗΣ



Του Θοδωρή Σαρηγκιόλη

Ο Κοσμάς Χαρπαντίδης γεννήθηκε το 1959 στο κάτω Νευροκόπι Δράμας και από το 1964 διαμένει στην Καβάλα, όπου δικηγορεί. Στο ενδιάμεσο έζησε και σε άλλες πόλεις και κωμοπόλεις της Βόρειας Ελλάδας. Κυκλοφόρησε το πεζό «Μανία πόλεως» εκδόσεις Επικαιρότητα (1993) και τα διηγήματα «Οι εξοχές των νεκρών» από τις εκδόσεις Νεφέλη (1995). Μέσα στον Απρίλιο του 2000 εκδίδεται η Τρίτη συλλογή του με διηγήματα με τον τίτλο «Το έκτο δάχτυλο» από τις εκδόσεις Κέδρος. Συνεργάστηκε στην έκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού «Υπόστεγο». Έγραψε επίσης το «Ταξίδι με θέα τη θάλασσα», ένα ανθολόγιο λογοτεχνικών κειμένων για την Καβάλα σε μορφή θεατρικού αναλογίου.
«Μπορεί όσα θα ακουστούν να μην έχουν ενιαίο ρυθμό πλάι στο άρρυθμο μπλουζ […], ίσως μπερδεύεται ένα αργό μακεδονίτικο […] μαζί με ήχους μπαγλαμά […]» (σ. 10). Αυτή η προοιμιακή διατύπωση στη δεύτερη σελίδα του πεζού «Μανία Πόλεως» μας προετοιμάζει για την πολυρρυθμία των κειμένων του Κ.Χ., την ποικιλία των επιρροών, που άλλοτε αναγνωρίσιμες και άλλοτε τόσο καλά αφομοιωμένες, εντάσσονται στο σώμα της γραφής του, χωρίς παρενέργειες και ασυμβατότητες. Έντονη η παρουσία του παρελθόντος χρόνου, που εισβάλει στην συγχρονική αφήγηση εμβολίζοντας την ευθύγραμμη εξέλιξη του κειμένου. Συγγραφική τεχνική ή μήπως εξορκισμός του φόβου «πως σύντομα θα μας εκδικηθεί το παρελθόν»; (σ. 17).
Το παιχνίδι με τις λέξεις είναι η περιπέτεια της γραφής, σε φωτεινά και σκοτεινά δρομάκια, με την υγρασία του καιρού και την μυρωδιά της ιστορίας. Είναι ακόμη η χειρουργική πρόθεση του συγγραφέα, προσθετική ή αφαιρετική, για να αναπλάσει την εικόνα του μύθου και της ιστορίας. Ο μύθος και η ιστορία είναι για τον Κ.Χ. δύο βασικές συνιστώσες της γραφής του. Απ’ αυτές ξεκινά και μ’ αυτές στηρίζει τις αφηγήσεις του. Κλονίζεται, όμως, από την ορθωμένη ζωντάνια και διαπιστώνει πόσο είναι «μικρός, χάρτινος, ένα λιγοστό μελάνι ανίκανο ν’ αντιπαρατεθεί στη ζωή» (σ. 45). Κι επιθυμεί να χάσει «το χρώμα του χαρτιού, να μιλήσουν οι φωνές που (τον) κατοικούν» (σ. 45). Το δίλημμα τίθεται αμείλικτο, αλλά δύσκολα λύνεται.
Αν οι αφηγήσεις είναι ταξικό προνόμιο, τότε ποιος δικαιούται να αφηγηθεί την ιστορία μιας πόλης και των ανθρώπων της; Ένας συγγραφέας, που αναπνέει τον αέρα της, βλέπει τα χρώματα της, πατά στο χώμα της και αφουγκράζεται τον παλμό της. Ένας άνθρωπος εντός και επί τα αυτά και όχι υπεράνω και εκτός. Ένας υποψιασμένος, γι’ αυτό και πληγωμένος και του γκρίζου παρόντος της. Αυτό που τελικά φαίνεται να συγκρατεί τον συγγραφέα από την φυγή, είναι η απελπισμένη αισιοδοξία του πως θα ‘ρθει «η ευτυχισμένη των χρωμάτων εποχή» (σ. 44). Είναι πάντα έτοιμος, μέσα στης νύχτας τον μαυλισμό, ν’ ανοίξει την πόρτα του στην μεγεθυμένη απ’ το ημίφως γοητεία της γυναίκας – πόλης. Αυτής της νυχτερινής Καβάλας, «που όμως έχασε το άλφα της ανάμεσα στο βήτα και λάμδα και προσαρμόστηκε σοφά στην περίσταση» (σ. 30).
Ο μανιακός με την πόλη του συγγραφέας θέλει να εξορκίσει «το σκοτάδι και όχι τη νύχτα, γιατί αυτή είναι χρήσιμη αφού σκεπάζει τις πληγές της πόλης» (σ. 20), την κάνει όμορφη και ελκυστική κι έτσι την ερωτεύεται ξανά, ανακαλύπτοντας ομορφιές που δεν είχε συνειδητοποιήσει. Η σωματική αίσθηση των πραγμάτων και των ιδεών, η αίσθηση τελικά ν’ αντιλαμβάνεται τον κόσμο με την αφή, την γεύση, την όσφρηση, κάνει την επαφή με την πατρίδα, τον γενέθλιο τόπο, ν’ αποκτά μιαν ένταση, που καταπραΰνει και καθαρίζει σαν το νερό. Στις «εξοχές των νεκρών», το δεύτερο βιβλίο του Κ.Χ., η πόλη είναι παρούσα σε πολλά από τα διηγήματα, αλλά το βλέμμα του συγγραφέα ανοίγεται και σ’ άλλους τόπους, κοντινούς και μακρινούς. Εστιάζεται σε χωρικές λεπτομέρειες, μ’ ένα βλέμμα επιλεκτικό, διαλέγοντας τα κοντινά πλάνα από τα πανοραμικά. Έτσι αυξάνει την ένταση δίνοντας λεπτομέρειες προσώπων και χώρων, που εξυπηρετούν καλύτερα την αφήγηση.
Η παράθεση ιστορικών πληροφοριών συνδέει έντεχνα τους χώρους με το παρελθόν, τα γεγονότα που συνέβησαν και τους σημερινούς ανθρώπους. Τίποτα στα κείμενα του Χαρπαντίδη δεν είναι μετέωρο. Όλα πατούν γερά στο ιστορικό υπόστρωμα και αναδεικνύουν την αίσθηση της ιστορίας, της συνέχειας και της εξέλιξης. Μιας εξέλιξης, όμως, όχι ευθύγραμμης, ούτε ομαλής. Αλλά μ’ ανατροπές μικρές και μεγάλες, που γίνονται ορατές από το ευαίσθητο βλέμμα του συγγραφέα. Η παρουσία των νεκρών στα διηγήματα του Χαρπαντίδη είναι φυσική και καθόλου υπερβατική. Οι νεκροί έρχονται, συνομιλούν, συγκατοικούν και επιστρέφουν στις εξοχές τους, διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στο χτίσιμο μιας ιστορίας.
Η γη, το χώμα που πατούμε και σ’ αυτό θα επιστρέψουμε, συνοψίζει, κατά τον Χαρπαντίδη, την αίσθηση των εγκάτων, των ανθρώπινων κυττάρων και τη μνήμη του αίματος. Πράγματα ανεξίτηλα, που μαζί με κάποια ιδιαίτερα κτίρια συνθέτουν την σκηνή και το σκηνικό, όπου εκτυλίσσονται τ’ ανθρώπινα δράματα και η ιστορία. Η γραφή του ενσωματώνει σ’ αυτά που αφηγείται, τόσα ανθρωπογεωγραφικά στοιχεία και ιστορικά γεγονότα, όσα είναι απαραίτητα για την οικονομία και την δραστικότητά της. Μπορεί ο Χαρπαντίδης να περιγράφει νατουραλιστικά και ξαφνικά στην επόμενη παράγραφο, ν’ απογειώνεται το κείμενο και να γίνεται ένα πεζό ποίημα, μεταστοιχειώνοντας την καθημερινότητα και το απλό σε ποίηση.
Μια ποίηση, όμως, φυσικά εκπορευόμενη από απτά και υποστασιοποιημένα αντικείμενα και πρόσωπα, που μεταδίδουν τις μυρωδιές, τα χρώματα και τους ήχους μέσα από λέξεις. Λέξεις με μαστοριά αρμολογημένες, που στηρίζουν το κείμενο και το εξακτινώνουν προς κάθε κατεύθυνση. Ο πεζογράφος δεν «σκοτεινιάζει» την γραφή του υποδυόμενος τον βαθυστόχαστο, παρά μόνο βάζει στο χαρτί, χωρίς καμία επιτήδευση, τις λέξεις που θα δημιουργήσουν το κλίμα, την ατμόσφαιρα και το αποτέλεσμα που επιθυμεί. Ο αναγνώστης της πεζογραφίας του Κοσμά Χαρπαντίδη θα βρει στα κείμενα του έναν αυθεντικό συγγραφέα, με αίσθηση του μέτρου και γνώση της οικονομίας της γραφής, πράγμα ζητούμενο στην σημερινή πλημμυρίδα των ογκωδέστατων μυθιστορημάτων. Έρχεται να προστεθεί στη σειρά των πολλών άξιων διηγηματογράφων της Ελλάδας, που υπηρετούν το είδος αυτό, ενισχύοντας την άποψη πως «το μικρό είναι πιο όμορφο».





ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Ομιλία στη «Συνάντηση Μακεδόνων και Βαλκάνιων Συγγραφέων (1970-2000)», που έγινε στην Έδεσσα στις 23 Μαρτίου 2002, χωρίς άλλες εκ των υστέρων διορθώσεις και ήταν η παρουσίαση του Κ. Χαρπαντίδη.
  2. Όλες οι παραπομπές που γίνονται είναι από το βιβλίο «Μανία πόλεως» εκδόσεις «Επικαιρότητα», 1993.
 Ο Κοσμάς Χαρπαντίδης γεννήθηκε το 1959 στο Κάτω Νευροκόπι Δράμας. Σπούδασε νομικά και σήμερα ζει στην Καβάλα. Έχει κατοικήσει, κατά καιρούς, και σε άλλες πόλεις του βορρά. Δικηγορεί από το 1986. Εμφανίστηκε το 1993 με τα αφηγήματα "Μανία πόλεως" (εκδόσεις Επικαιρότητα) και στη συνέχεια το 1995 με τα διηγήματα "Οι εξοχές των νεκρών" (εκδόσεις Νεφέλη). Συνεργάστηκε στην έκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού "Υπόστεγο". Το 1997 έγραψε το "Ταξίδι με θέα τη θάλασσα", ένα ανθολόγιο λογοτεχνικών κειμένων για την Καβάλα σε μορφή θεατρικού αναλογίου.


(2011) Κρυφές αντοχές, Μεταίχμιο
(2010) Καβάλα - Θάσος, Μίλητος
(2009) Μανία πόλεως, Κέδρος
(2006) Τα δώρα του πανικού, Κέδρος
(2002) Το έκτο δάχτυλο, Κέδρος
(1995) Οι εξοχές των νεκρών, Νεφέλη
(1993) Μανία πόλεως, Επικαιρότητα

 Συμμετοχή σε συλλογικά έργα:
(2009) Παλίμψηστο Καβάλας, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2002) Εν Δράμα, Νομαρχιακή Επιχείρηση Πολιτιστικής και Τουριστικής Ανάπτυξης Ν. Δράμας

18.10.15

Αναπαράσταση της Απελευθέρωσης της Έδεσσας

https://www.youtube.com/watch?v=9-pgtewl4jg 
Πατώντας τον παραπάνω σύνδεσμο μπορείτε να δείτε την αναπαράσταση από το Εδεσσαϊκό Θέατρο της απελευθέρωσης της Έδεσσας. 
Η αναπαράσταση έγινε μπροστά από τον σιδηροδρομικό σταθμό της Έδεσσας στις 17/10/2010,  στα πλαίσια του εορτασμού της συμπλήρωσης 100 χρόνων. Πολύ σημαντική η συμβολή όλων όσων συμμετείχαν στην αναπαράσταση αυτή.

16.10.15

“ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ 1962 για την απελευθέρωση”

Ογδόντα χρόνια μετά το γεγονός της απελευθέρωσης της πόλης μας, που έχει καταγραφεί, αναλυθεί και στολισθεί (ίσως και με λάθος άνθη), είναι ενδιαφέρουσα κι άλλη μία μαρτυρία συμμέτοχου κι αυτόπτη να προστεθεί. Η μαρτυρία του τότε επίκουρου Σταθμάρχη Χρήστου Δρυστάρη, όπως την καταγράφει σε ένα κείμενο με ημερομηνία 11 Οκτωβρίου 1962, αποτελούμενο από είκοσι πέντε (25) δακτυλογραφημένες σελίδες. Το ενδιαφέρον του κειμένου για την Έδεσσα αρχίζει από την σελίδα 12 και τελειώνει στη σελίδα 23 (αυτό το απόσπασμα δημοσιεύουμε παρακάτω). Το ουσιαστικό, όμως, ενδιαφέρων της καταγραφής του Χρ. Δρυστάρη, εντοπίζεται στις αποσιωπήσεις και τον υποκειμενικό του τόνο. Αυτές οι αποσιωπήσεις μαζί με την ασυσχέτιστη δημοσίευση στη σελ. 41 του αφιερωματικού τεύχους “100 ΧΡΟΝΙΑ ΣΙΔ/ΚΗ ΣΥΝΔΕΣΗ ΕΔΕΣΣΑ-ΘΕΣ/ΝΙΚΗ-ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ”, έκδοση Δήμου Έδεσσας, ενός βιογραφικού του Χρ. Δρυστάρη με την υπογραφή του Ν. Δημόπουλου, μ’ έκαναν να θεωρήσω ενδιαφέρουσα τη δημοσίευση του αποσπάσματος για τους Εδεσσαίους. 
Γράφει ο Ν. Δημόπουλος: “Πριν από την απελευθέρωση της Έδεσσας, εκείνη την εποχή ήταν σταθμάρχης των σιδηροδρόμων της Έδεσσας και ο ίδιος προετοίμασε την άφιξη του στρατηλάτη διαδόχου Κωνσταντίνου στην Έδεσσα. Ο Δρυστάρης μαζί με τον Μητροπολίτη Έδεσσας υπόγραψαν το πρωτόκολλο παράδοσης της πόλεως Εδέσσης με τον Τούρκο εκπρόσωπο, κατά την φυγή των Τούρκων τον Οκτώβριο του 1912”. Στην προηγούμενη (40) σελίδα του ίδιου τεύχους σε ανυπόγραφο βιογραφικό του Παρίση Παπαπαρίση αναφέρεται: “Τα τελευταία χρόνια πριν από την απελευθέρωση, βρέθηκε σταθμάρχης της Έδεσσας ο Παρίσης Παπαπαρίσης. Μαζί του δούλεψαν ο υποσταθμάρχης Τζώροβιτς και με κλειδούχους τους Δημ. Πουλιάκη, Ν. Λουσιώτη και Αθ. Τζιώγα. Αυτοί βρίσκονταν στο σταθμό του 1912 και υποδέχτηκαν τους πρώτους έλληνες στρατιώτες”. Παρατηρούμε μια ανεξήγητη αλληλοαποσιώπηση της συμμετοχής στο ιστορικό γεγονός των δύο σταθμαρχών. Ίσως η απάντηση στα ερωτήματα, που απορρέουν από την ανωτέρω παρατήρηση, να βρίσκεται στις υπογραφές του πρωτοκόλλου παράδοσης της Έδεσσας. Ας σπεύσουν οι ιστοριοδίφες να φέρουν στο φως το πρωτόκολλο, που πιθανόν να βρίσκεται στα Αρχεία εκκλησιαστικής, στρατιωτικής, πολιτικής ή άλλης αρχής. Το κείμενο καθ’ αυτό θα μπορούσε να καταταγεί στις ιστορικές αναμνήσεις, χωρίς προηγούμενη (και ταυτόχρονη των γεγονότων) ημερολογιακή καταγραφή. Ο ιστορικός έλεγχος του κειμένου είναι επιβεβλημένος, αλλά δεν είναι στις προθέσεις και τις δυνατότητες μου· οι ιστορικοί έχουν το λόγο. Το κείμενο δημοσιεύεται χωρίς υπομνηματισμό. Το από 1-11 σελ. κείμενο αφορά γεγονότα ευρύτερου και όχι τοπικού ενδιαφέροντος και γι’ αυτό θεώρησα ότι δεν ήταν απαραίτητο να δημοσιευθεί. Η γλώσσα και η ορθογραφία του κειμένου διατηρήθηκαν και οι επεμβάσεις μου αφορούν μόνο την στίξη. 
Θ. ΣΑΡΗΓΚΙΟΛΗΣ
 “Ο ΣΤΑΘΜΑΡΧΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΡΥΣΤΑΡΗΣ ΚΑΙ Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ” 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΠΟΛΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΕΔΩ: 
 https://drive.google.com/file/d/0BwXfKEe9g2drdUE5R1dxWE5mWHVpamZJZVU3a2djdUk5MzlF/view?usp=sharing

( Απόσπασμα επιστολής προς την εφημερίδα “Ελληνικός Βορράς”. Δημοσιεύθηκε στο Εδεσσαϊκό περιοδικό λόγου και τέχνης “Επί Τροχάδην”, χρόνος Α’, τεύχος 2, καλοκαίρι 1993, Έδεσσα, σελ. 13-17).

8.10.15

ΠΑΥΛΟΣ ΧΑΡΤΟΜΑΤΖΙΔΗΣ (Τραπεζούντα 1895 – Έδεσσα 1979)



Του Θοδωρή Σαρηγκιόλη

Άνθρωπος με πολλές δεξιότητες, γνώσεις και ευαισθησίες ξεχώριζε στο επαρχιακό σκηνικό της Έδεσσας, όπου έζησε τα τελευταία χρόνια του και πέθανε σε πλήρη ένδεια. Η μόρφωση του και οι γνώσεις του ξέφευγαν κατά πολύ από το μέσο όρο των κατοίκων της περιοχής.
Ο Παύλος Χαρτοματζίδης ένας Έλληνας της διασποράς, ζάμπλουτος κάποτε στη Ρωσία, τα ‘χασε όλα στην επανάσταση των μπολσεβίκων, αλλά κράτησε την έπαρση και την αλαζονεία της αριστοκρατικής του καταγωγής, χωρίς κανένα από τα υλικά στηρίγματα της. Για τους πολλούς υπήρξε παρεξηγημένος και γι’ αυτό παρέμεινε απομονωμένος.
Διδάχθηκε αρχαία Ελληνικά στην Τραπεζούντα, γνώριζε πέντε γλώσσες (ρωσική, τουρκική, αγγλική, γαλλική, ιταλική και στοιχεία σανσκριτικής), ενώ ασχολήθηκε με τη ζωγραφική, τη φωτογραφία και τον κινηματογράφο. Παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικής στο Νοβοροσίσκ από τον ζωγράφο Κων/νο Κουβάκιν. Στην Έδεσσα ασχολήθηκε επαγγελματικά με την Ζωγραφική και προπολεμικά παρουσίασε έργα του σε εκθέσεις. Κατασκεύασε μόνος του φωτογραφική μηχανή, με την οποία εργαζόταν επαγγελματικά. Ήταν ο πρώτος που κινηματογράφησε την Έδεσσα, φυσιογνωμίες της πόλης, κατοίκους με τοπικές φορεσιές, χορευτικές εκδηλώσεις και την κηδεία του μητροπολίτη Κωνστάντιου. Αυτά τα κινηματογραφικά γεγονότα παρουσίασε σε ταινία που πρόβαλε στον κινηματογράφο “Βέρμιον”.
Στη δεκαετία ’30 έως ’40 υπήρξε δάσκαλος στα χωριά Λουτροχώρι, Μαρίνα και Πέλλα. Πέρα των τυπικών εγκυκλίων γνώσεων δίδαξε στα αγροτόπαιδα πρακτικές και κοινωφελείς γνώσεις (δενδροκομία, μελισσοκομία, ορνιθοτροφία, σηροτροφία κ.ά. Στη διάρκεια της διδασκαλικής του θητείας συγκέντρωνε αρχαιολογικά ευρήματα, δημιουργώντας πυρήνες μελλοντικών μουσείων. Στην Πέλλα, όπου δίδαξε το σχολικό έτος 1938-39, άφησε έναν κατάλογο στην κοινότητα, στον οποίο καταγράφονται χίλια (1000) αρχαιολογικά αντικείμενα, τα οποία δυστυχώς λεηλατήθηκαν κατά τη διάρκεια της κατοχής.
Εξέδωσε το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα “Το ναυάγιο του Σφιατογόρ” (εκδ. Τυπογραφείον – Βιβλιοδετείον ΦΙΣΤΑ – εν Εδέσση 1934) όπου καταγράφει τα νεανικά χρόνια της μαθητείας του σ’ ένα αγρόκτημα στο Νοβορόσισκ και την εφιαλτική εμπειρία της φυγής του από το Βατούμ προς την Τραπεζούντα, πάνω στο τιτλώνυμο πολεμικό μεταγωγικό που βυθίστηκε στη Μαύρη θάλασσα.
Έκτοτε δεν ξανάγραψε λογοτεχνία, σιωπώντας και αρνούμενος να παρακολουθήσει τις εξελίξεις στο χώρο των γραμμάτων, μένοντας προσκολλημένος στους ποιητές και συγγραφείς της Αθηναϊκής Σχολής.
Ο Π. Χαρτοματζίδης όμως κρατούσε ημερολόγιο. Κατάλοιπα αυτών των ημερολογιακών σημειώσεων, που αναφέρονται στις  δεκαετίες ’40 , ’50 και ’60, βρίσκονται στην κατοχή του φιλοπρόοδου Συλλόγου Έδεσσας “Μέγας Αλέξανδρος”. Οι καθημερινές ημερολογιακές εγγραφές γίνονταν σε μικρού σχήματος σημειωματάρια και ξεκινούν πάντα με τις ενδείξεις: Μήνας, ημέρα, πίεσις, θερμοκρασία, ουρανός, άνεμος. Στη συνέχεια περιγράφονται οι καθημερινές ενασχολήσεις του, οι προστριβές με την μητέρα και τον πατέρα του, γίνονται αναφορές στην επικρατούσα πολιτική, πολεμική, κοινωνική κατάσταση, με τις ανάλογες κρίσεις για γεγονότα και πρόσωπα.
Συναντούμε, επίσης, καταγραφές ονείρων, όπου εκεί η γραφή του αγγίζει τη λογοτεχνία και συχνά εμφανίζονται λυρικές παράγραφοι, απόρροια της ευαισθησίας και της παρατηρητικότητας του, αλλά και της ανάγκης φυγής από τη μίζερη καθημερινότητα. Από την ανάγνωση των ημερολογιακών σημειώσεων του προκύπτει μία αίσθηση πολυπραγμοσύνης, ενός homo universalis, που το ασφυκτικό επαρχιακό περιβάλλον και η ταραχώδης οικογενειακή ατμόσφαιρα δεν αφήνουν να εκφρασθεί αβίαστα.
Είναι κυρίαρχο ένα αίσθημα του ανεκπλήρωτου των επιθυμιών του, που σε συνδυασμό με την πρόσδεση και εξάρτηση από την οικογένεια του τον κρατούν στην Έδεσσα, όπου σιγά-σιγά αυτοεγκλωβίζεται και περνά στο κοινωνικό περιθώριο. Τα περιεχόμενα των ημερολογίων του πιστεύουμε πως έχουν το ενδιαφέρον και την σημασία που έχουν, κάποτε, τα φαινομενικώς ασήμαντα πράγματα.
Εν κατακλείδι, ο Π. Χαρτοματζίδης, παρά την ευρύτητα των κλασικών σπουδών και γνώσεων του, δεν έκανε εκείνο το άλμα, που θα τον οδηγούσε σε μία κορύφωση, σ’ έναν έστω από τους τομείς γνώσης ή ταλέντου που διέθετε. Παραμένοντας, έτσι, μια ιδιότυπη, πολυπράγμων και δυσπρόσιτη προσωπικότητα. Αυτά που έκανε δεν ήταν ελάχιστα, όμως δεν κορυφώθηκαν σ’ ένα έργο αναφοράς. Γι’ αυτό, η τιμή που του πρέπει ας καθορισθεί από την απόσταση του χρόνου, που ως αλάνθαστος κριτής βάζει τα πρόσωπα και τα πράγματα στη θέση τους.


Σημειώσεις:

1) Τα στοιχεία βιογραφίας του Παύλου Χαρτοματζίδη αντλήθηκαν από το κείμενο του Νίκου Καραμανάβη “Παύλος Χαρτοματζίδης” στο ομώνυμο αφιέρωμα εκδ. Δ. Πέλλας, Ν.Ε.Λ.Ε. Πέλλας, Φ.Ο.Ε., περιοδικό “Επί Τροχάδην”, Έδεσσα 1993, σελ. 27-28.

2) Ομιλία στην εκδήλωση για τον Παύλο Χαρτοματζίδη στην αίθουσα του Μ. Αλεξάνδρου στις 30/1/1998, χωρίς άλλες εκ των υστέρων διορθώσεις.


Ο Παύλος Χαρτοματζίδης.
…Έξαφνα ένας δαιμονιώδης ομαδικός πάταγος εκπυρσοκροτήσεων είχε κορυφώσει τη φρίκη και την αγωνία. Οι φλόγες είχαν πια απλωθεί στην αποθήκη των πολεμοφοδίων!
Ω φρίκη! Φρίκη! Όπως μια καλοκαιρινή μέρα πάει να περάσει κανείς κοντά από τέλμα όπου οι βάτραχοι γύρω στις όχθες του ηλιάζονται ομαδικώς κ’ έξαφνα από τον κρότο των βημάτων του διαβάτη πανικόβλητοι πηδούν αλλεπαλλήλως στα νερά κι ακούγεται ένα αδιάκοπο, πλιούμ, πλιούμ, πλιούμ, έτσι κι οι ναυαγοί του Σφιατογόρ πανικόβλητοι σ’ εκείνην τη στιγμή πηδούσαν ακατάσχετοι στα μανιασμένα κύματα για να ξεφύγουν από το μοιραίο. Ολίγοι μόνον, οι ψυχραιμότεροι, κρεμάσθηκαν από σχοινιά στα τοιχώματα της πρώρας και μερικοί άλλοι καβαλίκεψαν στον πρωραίο δοκό. Ο ράφτης Ραφαήλ κάπου ξεκάρφωσε ολόκληρη μια θύρα και την κρατούσε σαν ασπίδα του Τρωικού πολέμου με όλη τη μεγαλοπρέπεια του Τελαμόνιου Αίαντα, χωρίς όμως να πάψει το μοιρολόγημα.
Γύρω στο πλοίο η θάλασσα κατασκεπάσθηκε από κάθε είδους αντικείμενα, σανίδια, σχοινιά, σωσίβια, κουπιά, ρούχα, κι όπως σε φθινοπωρινή δύση βλέπει κανείς μέσα στο κιτρινόχρωμο χωράφι άφθονα και κιτρινόπυρρα πεπόνια, έτσι και σ’ εκείνην τη στιγμή μέσα στο μαύρο φόντο της νύχτας και στη φρικτή μαρμαρυγή των κυμάτων φαίνονταν κιτρινόπυρρα από τη λάμψη των φλογών τα κεφάλια των ζωντανών ή των πνιγμένων ναυαγών μέσα στη θάλασσα. Εδώ έβλεπες ανθρώπους που πάλευαν με τα πελώρια κύματα, εκεί κουπιά αδέσποτα και παρεκεί άλλη φρικτότερη τραγωδία.


(Παύλος Χαρτοματζίδης, απόσπασμα από
“Το ναυάγιο του Σφιατογόρ”, σελ. 80-81)




Το πρωτότυπο εξώφυλλο του βιβλίου.
…Ο κύριος Παύλος ήταν δάσκαλος, ο αρνητής των εγκοσμίων και ο εραστής της φύσης, ο θαμώνας των παραπέρα γωνιών των καφενείων, ο απλά ντυμένος, αλλά και ο πλούσια μορφωμένος, αυτός που ήταν έτοιμος πάντα και με ήθος και με ευγένεια, αλλά και παρρησία από ένα ελάχιστο μόριο και ένα σημείο των πραγμάτων και των φαινομένων της ζωής, ν’ αρχίσει μιαν ολόκληρη ιστορία εξηγώντας τα. Ο κυρ-Παύλος ο λιθοβολημένος από τα παιδιά και την αδιάφορη κοινωνία. “Κάθε φορά που άπλωσα το χέρι να αγκαλιάσω ή να προσφέρω κάτι στον κόσμο, μου το τσάκισαν”, εξομολογήθηκε ο εγκάρδιος και απλός καλοσυνάτος, ο γηράσκων αεί διδάσκων και διδασκόμενος, ο παραδοξοφανής, ίσως, αλλά ποτέ παραδοξολόγος.


Μάρκος Μέσκος,
(Βιβλιοκρισία για το βιβλίο του Π. Χαρτοματζίδη,
“Το ναυάγιο του Σφιατογόρ”, (1934),
που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα
“Ηχώ της Εδέσσης”).