22.3.18

ΤΟ ΣΠΑΡΑΓΜΕΝΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΝΕΠΚΑ


«κι ο νεκρός δεν πέθανε την ορισμένη ώρα» - Μ.ΑΝ.
[ Το κείμενο αυτό τώρα περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Μάρκου Μέσκου ''Εν Βοδενοίς'', Κείμενα εκτός εμπορίου από την ενδοχώρα της Έδεσσας, εκδ. Φ.Σ.Εδεσσας ''Μ. Αλέξανδρος''- ΔΗ.Κ.Ε.Δ.Ε., 2016]
Ι. Έχετε ‘δεί ανθισμένη αχλαδιά στην Έδεσσα; Μικρός, στρογγυλός ο καρπός (δεν είναι «κοντούλες», δεν είναι «καμπάνες» -δεν ξέρω την καταγωγή τους), κιτρινίζει σαν ωριμάσει, κάτι πιο μεγάλο από τα ρούπκα κεράσια, φαίνονται τούφες-τούφες οι καρποί στο κλωνάρι, πλάι στα στρογγυλά, επίσης, φύλλα –γλυκός στην ώρα του πολύ. Μα πριν η ανθοφορία: στο μπουμπούκι απάνω, εκεί που ανοίγει, ένα ‘λαφρύ ρόζ παρθενικής παρειάς, λίγο-λίγο το άνοιγμα αθέατο (της νύχτας δουλειά και του καλού καιρού), ώσπου τέντωναν τα πέταλα πλαγιάζοντας και οι καρπεροί στήμονες όρθιοι στο κέντρο. Φουφούλες λευκές γύρω-γύρω τα πέταλα –θυμάσαι; -φύσαγε βοριαδάκι, γινόταν λευκό στην πλεύση του καθώς πεταλοροούσε ο ανθός ωριμασμένος. Τότε, σεντόνι λευκό καταγής και πάνω στο δέντρο οι καρποί όσο ένα καράμπομπο άγουρο –μια τέτοια εποχή λοιπόν πέρασε από τις αχλαδιές μαθητής του μικρού ωδείου κι έφερε στο δάσκαλό του ένα πατρόν (χαρτί που το βρήκε τυχαία στη

ΙΙ. Ας μην τρομάξει κανείς, ας μη θορυβηθεί κανείς. Άλλωστε, κακά τα ψέματα, ποιος ανασταίνεται; Ο Χρήστος Νέπκας δεν έρχεται ‘δώ σαν άγγελος τιμωρός που κραδαίνει τη ρομφαία του απειλώντας. Αλλά, σαν πνεύμα αμνού που βελάζει το χαμό του στον γκρεμό.
ΙΙΙ. Συγγενής του η Μ.Κ., μας έλεγε παλιότερα πώς όλα-όλα τα τραγούδια του Χρήστου Νέπκα, πρέπει να΄ταν γύρω στα σαράντα, αυτόνομα και παραλλαγές αυτών, όλα μαζί. Και πώς τα’χε γραμμένα σ΄ ένα δικό του τεφτέρι και πώς χάθηκαν όλα μετά την έρευνα στο σπιτικό του, όταν αυτός πήρε το βουνό. Να’ ταν αυτό που βρήκε ο μαθητής του Ωδείου –το μοναδικό τυπωμένο, και ‘κείνο δε γνωρίζω πώς, τραγούδι- να’ ταν λοιπόν κάποιο από τα προσωπικά του χαρτιά; Το πιθανότερο. Μα τότε τι ζητούσε το «τεκμήριο» στην αυλή ενός ξένου ανθρώπου, όχι Εδεσσαίου; Η απάντηση δεν είναι πιθανή. Είναι πραγματική κι έχει άμεση σχέση με το απάνθρωπο ιστορικό πρόσωπο της εποχής εκείνης.
IV. Είκοσι τόσα τραγούδια εδώ (πώς θα βρεθούν τα υπόλοιπα;). Η προφορική παράδοση έσωσε τους στίχους αυτούς, τους αποδεκατισμένους. Μεγάλη η χάρη της γιατί αντιστάθηκε στη φθορά και στη λησμοσύνη. Ταυτότητα αγάπης από τη μια πλευρά, πιο πέρα ακόμη και από την ταξική συνείδηση. Από την άλλη η άδολη, η αστόλιστη μουσική έκφραση των τραγουδιών του. Έτσι επέζησαν. (Και δεν πρέπει να ξεχαστεί, λέω, τ΄όνομα του Θόδωρα Π.Ταυρόπουλου, που η μνήμη των στίχων αυτών πολλά του οφείλει).
V. Γεννημένος το 1916 στην Έδεσσα, ένα από τα τρία αδέρφια της οικογένειας Νέπκα. Δύσκολη και δυσοίωνη, στο τέλος, η εποχή τους. Μεταπροσφυγικές αγωνίες, δικτατορία του Μεταξά, β’ παγκόσμιο πόλεμος, κατοχή, αντίσταση, εμφύλιος. Το 1949 δεν υπάρχει κανένα από τ΄αδέρφια. Ο ένας σκοτώνεται στην Αλβανία, ο μικρότερος αδερφός σκοτώνεται στον εμφύλιο κι ο θάνατος του Χρήστου, τραγικός, λίγο έξω από την Έδεσσα, στον εμφύλιο πάλι.
Η μάνα τους, μέχρι τα στερνά, θα σέρνει το μακρύ μαύρο φουστάνι της ντόπιας φορεσιάς, μαζί με την απέραντη λύπη της.
VI. Και η Έδεσσα; Στεφανωμένη από χαμηλά με χόρτο και αηδόνια θα τον συγκινήσει παιδί ακόμη. Σα γενικότερο τοπίο χώρου και ανθρώπων γρήγορα θα εμπνεύσει τον κιθαρωδό μας. Πρωί και λουλούδια, πουλιά, νερά, φύτρα νέα, πλατάνια αιώνων, το βουητό του λόγγου με τον ήλιο και το φεγγάρι, γύρω-γύρω τα βουνά τ΄ αγέρωχα με τα μυστικά τους. Σαρανταεφτά γεφύρια, ο δρόμος του Σταθμού με τις ακακίες, τα ευώδη πάρκα, το προπολεμικό σκαρπίνι και η έντιμη ξιπολησιά, οι άνθρωποι. Κι ο Χρήστος Νέπκα, κατεξοχήν ρομαντική προσωπικότητα, ανακαλύπτει τον κόσμο τραγουδώντάς τον.
VII. Κυριαρχικό του θέμα ο Έρωτας και το ερωτικό του σκέρτσο. Τα μάτι, τα κλώνια, το φεγγάρι, η θεία πνοή, τα φιλιά. Σαν μπάλσαμο και σαν καταφυγή (σίγουρο καταφύγιο) στα ταραγμένα χρόνια του. Ανέμελος, δήθεν, κάθε τόσο αυτοσχεδιάζει μουσικά για την εφηβική χαρά και την απροσδόκητη πίκρα. Άνισος, όχι ιδιαίτερα βαρύς σε νοήματα, πρωτόλειος συχνά ο στίχος. Μα τούτος λίγο τον ενδιαφέρει, το μέλημά του είναι να τραγουδήσει αφού καίγεται η καρδιά και βαλαντώνει ο νους. Σαν όλα τα θάματα του κόσμου. Ο αγνός έρωτάς του, τα δάκρυα για τον αδερφό στο σκοτάδι, ή, απλοϊκά συμπάσχουσα ανθρωπιά του, το αγγελούδι που «δροσίζει τα δυό του φτερά».
VIII. Πλησιάζοντας ένα-ένα τα τραγούδια του, στη μορφή που διασώζονται, εννοούμε ταυτόχρονα με την ποιητική ανεπάρκεια των στίχων* και τη δυνατότητά του να τους επενδύει μουσικά. Θέλω να πω, στο πρώτο σκέλος έχουμε: χάσματα μετρικά, ρυθμός συλλαβών αδόκιμος, παιχνίδια πάμπολλα, ρίμες αλλοίθωρες όχι εσωτερικές, όχι επιτηδευμένα ανολοκλήρωτοι στίχοι, τέτοια δυνατότητα δεν υπάρχει. Στο δεύτερο σκέλος: δυνατότητα, και μάλιστα διόλου προδοτική, υπάρχει εκεί που η μελωδία θα καλύψει, με τον δικό του τρόπο, τα κενά των στίχων και το τραγούδι θ’ αναδυθεί από τα φυλλοκάρδια του ικανό να μιλήσει και να συγκινήσει συναισθηματικά τους ανθρώπους. Αυτή ‘ταν και η μοναδική του φιλοδοξία, πιθανόν. Μα διακινδυνεύω πιστεύοντας πως μόνον η μουσική ενορχήστρωση των τραγουδιών του Χρήστου Νέπκα θα μας δώσει το αληθινό του μέτρο –ήδη καταξιωμένος στην εδεσσαϊκή λαϊκή συνείδηση.
IX. Στον ελληνικό μουσικό χώρο, μετά το 1950, το ελαφρό τραγούδι εξαφανίζεται σχεδόν, η αναφορά του είναι νοσταλγική και ρετρό. Έχουμε, κυρίως, την επικράτηση του ρεμπέτικου τραγουδιού, το ανάστημα και το βάρος της διάφορης, μεταξύ τους, δυάδας των Χατζιδάκι και Θεοδωράκη, οι επίγονοί τους κατόπιν, πολιτικά και ιδεολογικά και μουσικά. Το τεράστιο μουσικό κύκλωμα, οι φανφαρόνικες προβολές από το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, ανακατατάξεις και αλλοτριώσεις, χρυσές μετριότητες στον αφρό, ο στιγμιαίος ψυχαγωγικός ρόλος (μακάρι να’ταν καθώς το κόλλημα του χρήματος στο μέτωπο του οργανοπαίχτη), με τις εξαιρέσεις, βέβαια, πάντοτε.
Τι θα’ταν ο Χρήστος Νέπκας σήμερα μέσα στο ποτάμι αυτό; Της αγάπης αυτοδίδακτος τροβαδούρος ή σπίνος που κελαηδεί; Δεν μπορούμε να εικάσουμε για τις ολοκληρώσεις και για τις κορυφές του αφού τόσο γρήγορα χάθηκεν από κοντά μας. Υπάρχουν τα έρημα τραγούδια του μόνο, δείγματα της αισθαντικότητάς του, και εκείνα που αφετηρία έχουν την αθηναϊκή μεσοπολεμική καντάδα και τον Αττίκ. Ακόμα, εκείνα που κατορθώνουν να υπερβούν τις τότε μουσικές του γνώσεις, φτάνοντας σε προσωπικές κατακτήσεις.
Και το σπουδαιότερο, λέω, τα τραγούδια του, κομμάτια του σπαραγμένου σώματός του, μέλη της ευαισθησίας του που άλλοτε σα νεανική παρέα στην ταβέρνα του κι ακόμα πέραν αυτής, έγιναν τραγούδι σε δύσκολες εποχές, δημιούργησαν κάποιο ήθος, μαρτυρία και τάλαντο ενός ανθρώπου –που επίμονα δε λησμονιέται.
Χ. Χρήστος Νέπκας: επάγγελμα, επάγγελμα η κιθάρα του, μόνον. Αυτή που τον «διαπόμπευσε» και αυτή που τον ετίμησε. Νεκρός, τόσα χρόνια, τραγουδεί.
Μάρκος Μέσκος
Ιούνιος 1978
Έφυγες
Τ’ Απρίλη μια βραδιά σε γνώρισα
το δείλι είχε μπει μές στη ζωή μου
γιατί μικρή μου ξάφνου έφυγες
και τώρα ο δόλιος πάλι αναπολώ.
Τ’ Απρίλη τη βραδιά σε φίλησα
γιατί μου πήρες σκλάβα την καρδιά μου
εκείνο που ζητούσες σου’δωσα
μα εσύ δεν κράτησες ούτε στιγμή.
Έφυγες και τώρα μένει ο πόνος
του Απρίλη τη βραδιά
στον κλώνο δε λαλεί γλυκά τ΄ αηδόνι
πάλι μοναξιά.
Κάποια οπτασία όμως μένει
κι έχει τα φτερά της ανοιχτά
το δείλι έφυγε βραδάκι μένει
γύρνα ξανά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: