28.11.25

Ελεγείο για ανθρώπους αόρατους και τόπους που ματώνουν


Τιτίκα Δημητρούλια

Κωνσταντία Σωτηρίου «Η κεφαλή του Τσάτσγουερθ», εκδόσεις: Πατάκης, 2025

Στα τρία πρώτα μυθιστορήματα της Κωνσταντίας Σωτηρίου, ο λόγος των γυναικών συνθέτει, σε διάφορες ποιητικές, μουσικές παραλλαγές, ένα ελεγείο για όσους και όσα αυτές έχασαν, για τη ζωή τους που θάφτηκε κάτω από τις στάχτες της Ιστορίας, σε έναν πολύπαθο, χάλκειο τόπο, κομμένο στα δύο, έναν τόπο του οποίου αποτελούν οργανικό κομμάτι και τον κρατάνε ζωντανό κι ακέραιο στη ματιά, στη μνήμη και στη γλώσσα τους.

Μετά το ιντερμέδιο του Brandy Sour, στο οποίο ένας χώρος, το ξενοδοχείο Λήδρα Παλάς, συνοψίζει θραυσματικά τη διαδρομή του τόπου μέσα από ιστορίες προσώπων αλλά και πραγμάτων, η Σωτηρίου διευρύνει στο νέο της μυθιστόρημα το χωροχρονικό πεδίο αναφοράς του ελεγείου: από τη (μυθική) γένεση του νησιού στον ιστορικό χρόνο της ευμάρειας των αποικιοκρατών, οικοδομημένης στις πλάτες των αόρατων ντόπιων και στον παροντικό χρόνο της ευημερίας των (νέων) ντόπιων, βασισμένης (και) στις πλάτες των αόρατων ξένων, των προερχόμενων από την άλλη άκρη της γης. Το ελεγείο το συνθέτουν και το απαγγέλλουν αόρατες γυναίκες της Ιστορίας, ενόσω η αορατότητα μετατοπίζεται, επεκτείνεται, βαθαίνει, σε πείσμα της μνήμης. Γιατί η μνήμη μπορεί να είναι κυτταρική, αλλά οι νόμοι και νόρμες της κοινωνίας χαράζονται τόσο βαθιά στο δέρμα που και τα κύτταρα ακόμη μιλάνε, συχνά, τη γλώσσα της λήθης.

Η σκληρότητα του ανθρώπινου γένους

Στο ευσύνοπτο αυτό μυθιστόρημα λοιπόν, μια γιαγιά που έρχεται από τα βάθη των αιώνων ιστορεί τη γένεση του νησιού και εξηγεί, με όρους μυθικούς, τη σκληρότητα του σιδερένιου ανθρώπινου γένους· μια άλλη γιαγιά που έρχεται από τα βάθη της αγγλικής κατοχής του 20ού αιώνα αφηγείται, με όρους ιστορικούς, τη σκληρότητα των αποικιοκρατών. Η πρώτη μιλάει για το πώς φτιάχτηκε η γη, με όσα κρύβει μέσα της, δώρο και κατάρα· για πόλεμους παλιούς κι αμάχες για το ποιος θα τους κάνει και γιατί, για θεούς που άδικα αποσύρονται κι αφήνουν τους ανθρώπους μόνους απέναντι σε πεπρωμένα ολέθρια. Η δεύτερη για έναν επί γης κάτω κόσμο, τα μεταλλωρυχεία, που κλέβει το φως και την ανάσα απ’ όσους από ανάγκη τον κατοικούν και τον δουλεύουν (όπως και στη Χιλή των αρχών του 20ού αιώνα του Λίγιο Μπαλδομέρο στον Λάκκο του διαβόλου και στο Περού του Σέσαρ Βαγιέχο στο Βολφράμιο, στις Σκουριές σήμερα και σε όλους τους τόπους που το χρυσάφι έχει καταραστεί, όπως έλεγε ο Εντουάρντο Γκαλεάνο). Οι άντρες καταλήγουν νεκροί ή νεκροζώντανοι. Οι οικογένειές τους αθύρματα στα χέρια της κοινής κι αμείλικτης μοίρας των φτωχών και των κατατρεγμένων. Η γη ξερνάει το φαρμάκι των μεταλλείων όπου μπορεί, και στο νερό που γεμίζει τους εγκαταλειμμένους λάκκους των υπαίθριων μεταλλευτικών εκμεταλλεύσεων. Και το νερό κοκκινίζει και κάθε ζωή μέσα και γύρω του αφανίζεται. Τόσο μακριά, τόσο κοντά οι νεκροί των στοών, με τα χαλασμένα από τη σίλικα πνευμόνια, οι τσακισμένες γυναίκες που όμως επιμένουν, αιώνια διψασμένες για το χάδι που δεν έδωσαν και δεν πήραν, για τη ζωή που δεν έζησαν, κι αυτές και τα παιδιά τους, αφημένα στην τύχη και στα χέρια των φιλανθρώπων· οι σκοτωμένες ξένες, πεταμένες μες στο κόκκινο νερό των λάκκων, μέσα σε βαλίτσες, μαζί με τα παιδιά τους. Τις φανερώνει η βροχή, όπως είχε προμαντέψει η Σάνδρη, η μάντισσα που κανείς δεν την πιστεύει – η τραγική Κασσάνδρα, που τα λόγια της στον Αγαμέμνονα ανοίγουν ως μότο το μυθιστόρημα, μεταφερμένη σε άλλο χρόνο κι άλλη τραγωδία, καταραμένη απ’ τον γονιό κι όχι από τον Απόλλωνα. Αλλά και ποιον Απόλλωνα, άλλωστε, καλόν ή κακόν κι ανάλγητον. Αόρατος πια κι αυτός και τα αγάλματά του. Σαν εκείνο που βρήκαν οι χωρικοί και τρόμαξαν με τα βαθιά του άδεια μάτια, φωλιές των ερπετών, και το θεώρησαν το ίδιο ερπετό, μορφή του Δράκου που τους στερούσε το ζωογόνο νερό και μαζί τη ζωή και το κομμάτιασαν. Ευτυχώς που βρέθηκε ένας πολιτισμένος Εγγλέζος κι έσωσε από το μένος τους την κεφαλή του (ίσως και ένα πόδι) και την πούλησε βέβαια και κόσμησε αυτή χρόνια πολλά τον πύργο του 6ου δούκα του Ντέβονσαϊρ και έφτασε έτσι να πάρει το όνομά του. Δεν είναι κεφαλή θεού, δεν είναι κομμάτι αγάλματος κυπριακού, είναι η κεφαλή του Τσάτσγουερθ.

Τη γραία που ο χάρος, αφού της έκλεψε ό,τι μπορούσε, είπε να την ξεχάσει κι όλο θυμάται και ξαναζεί τη ζωή της χωρίς να καταφέρνει να τη γλυκάνει, την προσέχει, σα να λέμε την υπηρετεί, μια άλλη γυναίκα με πικρή ζωή, η Λάνι Λανιλί, μακριά από τον τόπο και τους δικούς της, με μόνη συντροφιά τις συντοπίτισσές της ή περίπου, τις συναδέλφους της εν πάση περιπτώσει, στις κυριακάτικες εξόδους. Ανάμεσά τους κι οι εξαφανισμένες και τις έψαχναν, αλλά κανείς δεν τους έδινε σημασία, ως να τις φανερώσει το νερό. Τη δική της φωνή ελάχιστα την ακούμε. Μόνο στο τέλος, όταν η γιαγιά κάνει κριτική στην ηθική των χαμένων γυναικών και τη δική της, μόνο τότε ακούμε καθαρά τη φωνή της να υψώνεται για να τις υπερασπιστεί, πριν τα μαζέψει και χαθεί από προσώπου γης. Και μείνει τότε η γιαγιά με την αγωνία της για τις γυναίκες και τα παιδιά που χάθηκαν και παρακαλεί να βρεθούν ζωντανά, μαζί και με τον θυμό της για την ξένη που ξεσηκώθηκε και της αντιμίλησε – και το φευγιό της θα την οδηγήσει στο γηροκομείο. 

Η θρηνητική μελωδία ως αντίσταση

Η Σωτηρίου χειρίζεται εξαιρετικά τη ροή της συνείδησης και πλέκει ποιητικά τα χρονικά επίπεδα και τις αλλαγές της φωνής στον ιστό της: με ένα ρήμα που επανέρχεται για παράδειγμα, όταν η ηλικιωμένη γυναίκα φωνάζει στη Λάνι «άνοιξε, κόρη» και αμέσως μετά έρχεται το «άνοιξε» που της φωνάζαν εκεινής για να της αναγγείλουνε ότι ο άντρας της ψυχομαχεί· με ένα ουσιαστικό, όταν η γιαγιά μαζεύει τα πράγματά της για το γηροκομείο κι αμέσως μετά ακούμε τη φωνή της γειτόνισσάς της να την καθησυχάζει πως θα πηγαίνει στο γηροκομείο να τη βλέπει. Κάθε λέξη, κάθε σημείο στίξης είναι προσεκτικά βαλμένο για να ταιριάζει στον ρυθμό του ελεγείου για τις γυναίκες και τη μοίρα τους, πλάι σε κείνη των ανδρών και του τόπου όλου, σε έναν κόσμο όπου ούτε η ταξική, ούτε η έμφυλη αλληλεγγύη δεν είναι δεδομένες –οι μεταλλωρύχοι ακούνε την εργοδοσία κι όχι το συνδικάτο και τρέχουν, απεργοσπάστες, στον θάνατό τους κι η γραία κατακρίνει τις ξένες γυναίκες για την ηθική τους ελαφρότητα. Γιατί οι εξουσιαστικές δομές κι ιεραρχίες εσωτερικεύονται και εγκαθίστανται στη συνείδηση, εγγράφονται στο κορμί, ορίζοντας την πραγμοποιημένη ύπαρξη. Αλλά η ίδια αυτή η μουσική του ποιητικού ελεγείου, τονισμένη από τη διαλεκτική λαλιά, αποτελεί μια (πρώτη) κίνηση αντίστασης, καθώς συναιρείται με τον ρυθμό τής, εξίσου τραυματισμένης, φύσης, με την προ-λογική φωνή της, με το τραγούδι του πουλιού με το παράξενο όνομα κοστέσσερα πεθερά και των φιλενάδων της στους ουρανούς, αλλά και τις λαϊκές αφηγήσεις που την αναπαράγουν.

Μπορεί κανείς να ζητήσει κι άλλα από το μυθιστόρημα αυτό, στο οποίο η μεγάλη Ιστορία φευγαλέα περνάει στο βάθος της σκηνής – με την ΕΟΚΑ που εκτελεί για παράδειγμα τον καλό εγγλέζο γιατρό του σανατόριου ως κατάσκοπο, την ίδια περίοδο που επιδίδεται σε αντικομμουνιστικά πογκρόμ; Φυσικά και μπορεί. Αλλά η Σωτηρίου είναι απολύτως συνεπής στην οπτική και την ποιητική της μικροϊστορίας που υιοθετεί και τις οποίες υπηρετεί με μεγάλη επιτυχία.

https://epohi.gr/articles/elegeio-gia-anthropoys-aoratoys-kai-topoys-poy-matonoyn/

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: