Ο ΑΝΤΙΛΑΛΟΣ
Στον Παναγιώτη Σκλαβούνο.
Ποιος ειν΄τρελός από έρωτα;
Ας κάνει λάκκους την αυγή.
Ήταν ο άνθρωπος που ξεχώρισε τον Ελύτη. Ο τεμπέλης του
σπιτιού. Ο φίλος μιας άλλης χαράς. Ο απερίσκεπτος νέος που ερωτεύτηκε τη
Μελισσάνθη και πέθανε.
Έγραψε παράξενα ποιήματα και μικρά δοκίμια. Έγραψε για το δάσος που έγινε μούρλια από
τ΄αηδόνια. Για τα κορίτσια του χορού. Για τα δόντια των λουλουδιών.
Έβαζε τον εαυτό του δίπλα στον Σολωμό κι είχε δίκιο.
Έχω δει τον ουρανό με τα μάτια μου.
Και θυμάμαι τον ήλιο που γελούσε.
Που γελούσε και δάκρυζε θυμάμαι.
Φορούσε χοντρά γυαλιά μυωπίας.
Του τα έσπασε ένα τομάρι στα πρόσω και κάγχαζε.
Η Μελισσάνθη δεν ήταν ερωτευμένη μαζί του. Τον συμπαθούσε
μόνο, τον χρησιμοποιούσε και τον εθαύμαζε. Είχε τη ζωή της. Είχε τον άντρα της.
Μόλις ένιωσε πόσο την θέλει τον απομάκρυνε.
Είσαι άδικη Μελισσάνθη.
Άδικη.
Όταν επέστρεψε από το μέτωπο και της χτύπησε την πόρτα
ψηνόταν στον πυρετό. Προσπάθησε να τον σώσει, αλλά ήταν αργά. Τον θέρισε ο
τύφος τον Φεβρουάριο του 1941.
Τον έλεγαν Γιώργο Σαραντάρη και έφτασε 32 ετών.
Μερικά από εκείνα που ήθελε να της πει, πρόλαβε και της τα
‘πε. Κάποια άλλα δεν πρόλαβε. Τα συμπλήρωσε μετά ο αντίλαλος.
Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει φεύγουμε
ό,τι μας εμπνέει το αποφεύγουμε.
Σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα
μας τρώει της μαύρης γης η καταπιώνα.
Παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους
και την λύπη στους ίδιους.
Τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου
κι ακόμα, μη μου τύχει ποτέ μου,
στην τυραννία του χλιαρού
και στη σκόνη του καιρού.
Σημαίνει πως
φοβόμαστε
κι αγχωνόμαστε
και η ζωή μάς έγινε ξένη,
μια μυρωδιά λησμονημένη
κι αυτό μην το ξεχνάς:
ο θάνατος βραχνάς.
Εγώ δεν είμαι ποιητής Μελισσάνθη, δεν είμαι ο Λεοντάρης.
Είμαι ο αντίλαλος και μ’ αρέσει να βγάζω τους στίχους σαν
άσους απ΄το μανίκι μου.
Λένε πως η άνοιξη ξανά, θα κάνει φόνο
πρώτα θα κάνει φόνο κι ύστερα θα πεθάνει.
Λένε πως έφτασε η ζεστή, η πιο ζεστή μας μέρα.
Κρατήστε τον τον έρωτα, τί πάει, τί πάει να κάνει;
αχ την καρδιά μας τρύπησαν τα βέλη πέρα ως πέρα.
Τ’ αστέρια εκεί στον ουρανό, όνειρο θα μας μείνουν
το βράδυ ν΄ανατέλλουνε και την αυγή να σβήνουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου