Ἡ γνωστή πεζογράφος Ζέτα Κουντούρη μᾶς δίνει μιά νέα συλλογή μέ 13 διηγήματα. Τό πρῶτο πού παρατηρῶ εἶναι ὁ καθαρός λόγος τῆς γραφῆς. Δέν βρῆκα οὔτε μία φράση τῆς συλλογῆς μέ μπερδεμένα λόγια. Πέρα ἀπό τό καθαρό γράψιμο, παρατηρῶ πώς ἀνάλογα καθαρά διαγράφονται οἱ χαρακτῆρες ἀπό τά διηγήματά της. Πρᾶγμα πού σημαίνει πώς δέν βγῆκαν στό χαρτί αὐτά τά πρόσωπα πρίν νά ὡριμάσουν ὡς λογοτεχνικές ὑπάρξεις. Κατά τά ἄλλα ἔχω νά παρατηρήσω τά ἀκόλουθα:
α) Τά δύο πρῶτα
διηγήματα, ‘Τό σόι μου’ καί ‘Τό πάρτι’ εἶναι κείμενα τρόμου καί θυμίζουν Ε. Α.
Πόε. Τό τρίτο διήγημα τό ‘Ταγκό’, ὅπως ἔχω πεῖ, ὅταν δημοσιεύτηκε στό περιοδικό
«Ἀντίλογος», εἶναι ἕνα σπουδαῖο διήγημα. Προσωπικά τό θεωρῶ ἕνα ἀπό τά καλύτερα
διηγήματα πού γράφτηκαν ἀπό τή μεταπολίτευση καί μετά στόν τόπο μας. Καί εἶναι ἀπό
τά καλύτερα τόσο γιά τή δράση του, ὅσο καί γιά τή λιτή δομή του. Δέν νομίζω πώς
μπορεῖ νά ἀφαιρεθεῖ ἔστω καί μιά λέξη ἀπό τήν ὅλη διάρθρωσή του.
β) Ἄν ἐξαιρεθοῦν τά
τρία πρῶτα διηγήματα πού μόλις ἀνάφερα, μένουν τά ὑπόλοιπα δέκα πού συναποτελοῦν
μιά ξεχωριστή ἑνότητα. Ὁ ἀφηγηματικός πληθυσμός τους ἀνήκει σέ μιά κοινωνική
ζώνη τῆς μεσοαστικῆς κοινωνίας μας. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή μᾶς δίνεται γιά πρώτη
φορά, νομίζω, ἕνα μήνυμα πού θά τό ὀνόμαζα
ἡ ἀπελευθέρωση τῆς γυναίκας. Τί ἐννοῶ; Ἐννοῶ ὅτι ἡ μεσοαστική γυναίκα βγῆκε ἀπό
τό σπίτι της, ἐργάστηκε, ἀπόκτησε οἰκονομική ἀνεξαρτησία καί ἀναζήτησε τά ὅρια
τοῦ ἑαυτοῦ της. Αὐτό βέβαια ἔχει πολλές συνέπειες κοινωνικές καί ὑπαρξιακές. Τό
πρῶτο κοινωνικό σύμπτωμα εἶναι ὅτι ὁ θεσμός τοῦ γάμου κρίνεται μέ προσωπικά
σταθμά. Οὔτε ἡ μονιμότητά του ἀποτελεῖ πανάκεια, οὔτε τά παιδιά τόν στηρίζουν. Ὅ,τι
μετράει εἶναι ἡ προσωπικότητα τῆς γυναίκας πού δέν χαρίζει καμιά ὑπεροχή στόν ἄντρα.
Ἔτσι οἱ διαφωνίες, οἱ καυγάδες, τά χτυπήματα ἀπό τίς πόρτες καί τά σπασίματα ἀντικειμένων,
ἀποτελοῦν συχνά συμβάντα. Ἐκεῖνα ὅμως πού παίρνουν γιά πρώτη φορά τέτοια ἔκταση
εἶναι τά διαζύγια καί οἱ δεύτεροι καί τρίτοι γάμοι. Σημειώνω ὅτι σέ δέκα
διηγήματα τοῦ συγκεκριμένου τόμου ἔχουμε ἐννιά διαζύγια. Ἐδῶ ἡ κοινωνική ἀπελευθέρωση
τῆς γυναίκας καί ἡ ἀνάδειξη τῆς προσωπικότητάς της εἶναι τό κύριο στοιχεῖο πού
φέρνει στήν ἐπιφάνεια ἡ διηγηματογραφία τῆς Ζέτας Κουντούρη. Ἡ γυναίκα πού
βγαίνει ἀπό τό σπίτι, ἐργάζεται καί πληρώνεται, δέν εἶναι ἡ ἴδια γυναίκα πού
ξέραμε κάποτε. Ἡ τωρινή εἶναι ἄλλος ἄνθρωπος, μέ ἄλλα κριτήρια, ἄλλο ἀέρα
συμπεριφορᾶς καί ἄλλο ψυχολογικό ἐγώ. Αὐτό βέβαια γίνεται ἁποδεκτό ὡς γεγονός
μέσα ἀπό τήν πειστική ἀφηγηματική πραγμάτωση. Διαφορετικά, ὅσο κι ἄν πρόκειται
γιά ἕνα ὑπαρκτό κοινωνικό φαινόμενο, μένει ἀφηγηματικά ἀδικαίωτο καί χωρίς
σημασία. Ἐδῶ ὅ,τι δίνει ἀξία στά διαδραματιζόμενα εἶναι τό ποιοτικό ἐπίπεδο τοῦ
ἀφηγηματικοῦ λόγου. Ἔχω ἀκούσει πολλές φορές νά λέγεται ὅτι αὐτά πού ἔγραψα ἔχουν
ἱστορική βάση, ἔγιναν πραγματικά, μέ τήν ἔννοια ὅτι πρέπει νά γίνουν πιστευτά.
Ναί, ἀλλά ἄλλη εἶναι ἡ ἀλήθεια τῆς πραγματικότητας καί ἄλλη εἶναι ἡ ἀλήθεια τῆς
ἀφήγησης. Αὐτά δέν ταυτίζονται, νά μήν τό ξεχνᾶμε. Μπορεῖ νά ἀφηγεῖται κανείς ἱστορικά
δεδομένα καί νά μήν πείθει, ἐνῶ ἄλλος μπορεῖ νά ἀφηγεῖται φανταστικά περιστατικά
καί νά πείθει.
γ) Ἕνα διαφορετικό
σημεῖο πού θέλω νά τονίσω εἶναι αὐτό τῆς ἀλλαγῆς στή συμπεριφορά τῶν ἀτόμων.
Δέν εἶναι τόσο ἔκδηλο φαινόμενο, ὅσο ἡ προηγούμενη ἀλλαγή, δέν εἶναι τόσο ἔκτυπα
διακριτό, ἀλλά ἡ σημασία του ἀπό αἰσθητική ἄποψη δέν εἶναι καθόλου ἀμελητέα.
Παίρνω ὡς παράδειγμα τό διήγημα ‘Ζήτημα τύχης’. Μιά οἰκογένεια κάνει διακοπές
σέ ἕνα νησί τοῦ Αἰγαίου. Ἕνα βράδι μέ
φεγγάρι βρίσκεται στήν παραλία. Ἐκεῖ τρεῖς νεαροί πέφτουν στή θάλασσα καί
κολυμποῦν, ἀνάμεσά τους καί ὁ πρωτότοκος καί ἀγαπημένος γιός τῆς οἰκογένειας,
πού σχεδιάζει νά σπουδάσει γιατρός. Οἱ δυό νεαροί, ἀφοῦ κολυμπήσουν, βγαίνουν ἀπό
τό νερό, ἀλλά ὁ τρίτος νεαρός, ὁ πρωτότοκος καί ἀγαπημένος τῆς οἰκογένειας, δέν
βγαίνει. Μετά ἀπό αὐτό τό ὀδυνηρό περιστατικό ἡ μητέρα τοῦ παιδιοῦ ἀλλάζει
συμπεριφορά ἀπέναντι στόν ἄντρα της. Τό πρῶτο σημάδι εἶναι ἡ ἀπόφασή της νά
γίνει ἡ κηδεία καί ἡ ταφή τῆς σοροῦ στό
νησί, παρά τήν ἀντίθετη γνώμη τοῦ ἄντρα της. Καί ἡ συνέχεια, ὅπως μᾶς τή δίνει ὁ
δεύτερος γιός τους, εἶναι ἡ ἀκόλουθη: «Στά χρόνια πού σπούδαζα στή Θεσσαλονίκη ἦταν
ὁλοφάνερο ὅτι οἱ ἰσορροπίες στήν οἰογένεια εἶχαν ἀνατραπεῖ. Τά πάντα εἶχαν ἀλλάξει.
Τό διαπίστωνα κάθε φορά ὅταν ἐρχόμουνα νά τούς δῶ καί νά περάσω λίγο καιρό μαζί τους. Ἡ μάνα εἶχε
πάρει ὁλοφάνερα τό πάνω χέρι.» Δέν μᾶς ἐξηγεῖ τό γιατί, ἀλλά ὁ ἀναγνώστης ξέρει
περισσότερα. Ἔνα ἄλλο παράδειγμα ἔχουμε στό διήγημα ‘Τό Ξέσπασμα’. Ἕνα
κοριτσάκι ζεῖ μέ τόν πατέρα του, ἐνῶ ἡ μητέρα του τούς ἔχει ἐγκαταλείψει. Ὁ
πατέρας δέν μιλάει πολύ γιά τή μητέρα κι ὅταν μιλάει, μιλάει ἀόριστα. Κάποτε ὅμως
κάτι συμβαίνει. Ὁ πατέρας λέει στή μικρή πώς πῆρε γράμμα ἀπό τή μητέρα της πού
ζεῖ στήν Ἑλβετία, ὅπου μᾶλλον ξαναπαντρεύτηκε. Λέει ἀκόμα πώς κατά τά φαινόμενα
τῆς λείπει ἡ κόρη της καί πώς τήν προσκαλεῖ, τώρα μέ τίς Χριστουγεννιάτικες
διακοπές, νά περάσουν τίς γιορτές μαζί. Ἡ κόρη μόλις ἄκουσε αὐτά τά νέα βούτηξε
τό τραπεζομάντηλο καί τό ρίξε κάτω μαζί μέ ὅ,τι σερβίτσια εἶχε πάνω του νά
γίνουν θρύψαλα. Ἕνα ἄλλο παράδειγμα ἔχουμε
ἀπό τό διήγημα ‘Βραδινή ἔξοδος’. Μιά γυναίκα, χωρισμένη μέ δυό παιδιά,
συνηθίζει νά κλείνεται στό σπίτι της καί νά μήν πολυβγαίνει μέ παρέες. Ἕνα
βράδι ὡστόσο μιά φίλη της τήν πείθει νά βγεῖ μέ τόν φίλο της καί τόν φίλο τοῦ
φίλου της. Οἱ δυό ἄντρες εἶναι γιατροί χειρουργοί. Ἐκεῖ πού πῆγαν οἱ δυό φίλες
καί οἱ δυό φίλοι καί τρώγαν καί πίναν καί ὅλα ἦταν καλά, κάτι συνέβηκε. Ἕνα ἀδίσταχτο
χέρι ἀνέβαινε στό μπούτι τῆς φιλοξενούμενης γυναίκας. Αὐτή ζήτησε ἀμέσως ταξί
γιά νά φύγει. Ὁ δράστης προσφέρεται, μέ
μαλακό τρόπο, νά τήν πάει στό σπίτι της μέ τό αὐτοκίνητό του καί στή
διαδρομή τῆς ζητάει συγγνώμη γιά τή
χειρονομία του. Ὅμως ἡ προσβλημένη γυναίκα δέν δέχεται τή συγγνώμη καί
κατεβαίνει, ὅταν φτάνουν, ἀπό τό αὐτοκίνητο χωρίς νά πεῖ καληνύχτα. Ἕνα ἀκόμα
παράδειγμα μᾶς δίνει τό διήγημα ‘Ἀσχήμια’. Ἕνα ζευγάρι δέν τά πηγαίνει πολύ
καλά καί ἔχουν καυγάδες. Μολαταῦτα ἡ
γυναίκα προσπαθεῖ, ὅσο γίνεται, νά σώσει τόν γάμο της, κάνοντας ὑπομονή καί
προσπαθώντας νά βρεῖ λύσεις. Ἀλλά κάτι
συμβαίνει. Ἕνα πρωί ὁ σύζυγος φεύγει ξεχνώντας στό σπίτι τό ἐπαγγελματικό του
λάπτοπ. Ἡ σύζυγος τό ἀνοίγει καί μένει ἄναυδη. Ἀνακαλύπτει ὅτι ὁ ἄντρας της εἶναι
μέλος σπείρας πού ἐκμεταλλεύεται ἀνήλικες μετανάστριες. Μετά ἀπό αὐτό τοῦ
ζητάει νά τά μαζεύει καί νά φεύγει. Ἐκεῖνος ξαφνιάζεται καί ἀντιδράει, ἀλλά ἡ
γυναίκα εἶναι ἀποφασισμένη νά ἐπιμείνει. Ἔτσι ἡ συμπεριφορά της ἀπέναντι στόν ἄντρα
της ἀλλάζει τόσο πού σκέφτεται νά τόν καταγγείλει στήν ἀστυνομία.
Δέν θά ἀναφερθῶ σέ ἄλλο
παράδειγμα, θά πῶ ὡστόσο πώς σέ ὅλα τά διηγήματα τοῦ τόμου βρίσκουμε αὐτό τό
σημεῖο τομῆς στήν ἀφηγηματική τους δράση. Σημεῖο πού σχεδόν περνάει ἀπαρατήρητο
καθώς ἡ ἀφηγηματική ἐξέλιξη κυλάει φυσικά καί ἀβίαστα «κατά τό εἰκός ἤ τό ἀναγκαῖον».
Ὅπως δηλαδή τρέχουν τά γεγονότα στή ζωή μας. Κι αὐτό τό φυσικό καί ἀβίαστο τοῦ ἀφηγηματικοῦ
βηματισμοῦ ἔχει ξεχωριστή σημασία γιά τήν ἀναγνωστική συμμετοχή στά διηγούμενα.
Ὅσο μάλιστα πιό ἀπαρατήρητα περνοῦν οἱ τομές αὐτές στήν ἀνάγνωση, τόσο πιό πειστικός εἶναι ὁ
λόγος.
δ) Ὅλοι ξέρουμε τί εἶναι
ἡ ἴσαλος γραμμή στά καράβια. Εἶναι ἡ ὁριζόντια γραμμή, στά δύο πλάγια τῶν
καραβιῶν, πού δέν πρέπει νά βυθίζεται πάνω ἀπό αὐτή τό φορτωμένο σκάφος. Ἄρα μᾶς
δείχνει τό ἀνώτατο σημεῖο μέχρι τό ὁποῖο μπορεῖ νά βυθίζεται μέ ἀσφάλεια στή
θάλασσα ἕνα καράβι. Αὐτή ἡ γραμμή θά μποροῦσε νά χρησιμέψει, μεταφορικά, στήν κριτική τῆς λογοτεχνίας γιά νά δείχνει
τήν ποιοτική στάθμη ἑνός ἔργου. Μέ τή ἔννοια πώς, ὅταν τό ἔργο πέφτει κάτω ἀπό
αὐτή, νά σημαίνει ἀρνητικό ἀποτέλεσμα. Ἐνῶ, ὅταν τό ἔργο σταθμίζεται πάνω ἀπό αὐτή
τή γραμμή, νά ἔχει θετική σημασία. Στήν περίπτωση γιά τήν ὁποία μιλῶ δέν βλέπω
πτώσεις διηγημάτων κάτω ἀπό τήν «ἴσαλο γραμμή». Κάτι πού, ἄν κρίνω σωστά,
σημαίνει πώς ὅλα τά διηγήματα τοῦ βιβλίου στέκουν κοντά στό ἴδιο ποιοτικό ἐπίπεδο,
σάν νά βγῆκαν ἀπό τό ἴδιο καλούπι. Μιά ἰσορροπία πού δέν τή βλέπουμε συχνά. Μέ
μοναδική ὑπερθετική ἐξαίρεση, ἀσφαλῶς, τό διήγημα ‘Ταγκό᾿.
Πεδινή Φλεβάρης 2026.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου