Η ποιητική παρουσία του Θανάση Μαρκόπουλου διαμορφώνει έναν διακριτό,
χαμηλόφωνο αλλά ουσιαστικό λόγο μέσα στη σύγχρονη ελληνική γραμματεία. Τα έργα
του δεν επιδιώκουν την «εντυπωσιοθηρία»· αντίθετα, επενδύουν στη λεπτότητα, στη
στοχαστική παρατήρηση και στη συναισθηματική ακρίβεια.
Στη συλλογή «Χαμηλά ποτάμια», ο τίτλος λειτουργεί ως εύστοχη μεταφορά για το ίδιο το ποιητικό
























ΡΕΙΣ ΜΠΑΝΤΕΣ ΓΥΦΤΩΝ μὲ χάλκινα, ἐπί κεφαλῆς ἰσάριθμων ἐπιταφίων τοῦ χωριοῦ τὸ βράδυ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς. Ἦταν γύφτοι ἀπὸ κεῖ, ἐγκατεστημένοι μόνιμα, σὲ δικές τους συνοικίες, μὲ τὰ μαῦρα τους κοστούμια, τὰ λιγδερὰ μαλλιά, τ' ἄσπρα πουκάμισα, τὶς ἀγκράφες, τὰ δαχτυλίδια καὶ τὰ σκαρπίνια στὴν πένα. Τώρα ἦταν ἡ δική τους ὥρα – ὄχι τοῦ θεανθρώπου, τῶν ἱδρωμένων φαντάρων ποὺ κουβαλοῦσαν τὸ νεκροκρέβατό του, τῶν θρησκόληπτων γραϊδίων








