Γράφει η Άννα Θεοδωράκη
Τα θαλασσοποίητα κομμάτια ενός αιώνιου καλοκαιριού· μια
προσέγγιση της ποιητικής συλλογής Κομμάτια του Ευριπίδη Γαραντούδη
Αν κάποιος, βασισμένος στην αμέσως προηγούμενη ποιητική κατάθεση του Ευριπίδη Γαραντούδη[1], έχει στον νου πως μια ποιητική συλλογή του πιθανότατα έχει αυστηρά έμμετρη μορφή, αναμένεται να ξαφνιαστεί ανοίγοντας την τελευταία του συλλογή. Αυτή τη φορά τα ποιήματα είναι στην πραγματικότητα θραύσματα ποιητικής δημιουργίας ή κομμάτια ενός παζλ, τα οποία, παρόλο που συχνά έχουν ενσωματωμένο ρυθμό, πολλές φορές εμφανίζονται με τη μορφή του ελεύθερου στίχου ή ακόμη και ενός πεζού κειμένου. Τα θραύσματα αυτά, θεωρημένα στο σύνολό τους, απαρτίζουν δυνητικά μια
ολοκληρωμένη ιστορία, εφόσον ο αναγνώστης βρίσκεται σε συνεχή επαγρύπνηση. Η πρόκληση με την οποία έρχεται αντιμέτωπος ο αναγνώστης είναι να τοποθετήσει κάθε κομμάτι στη “σωστή” θέση, αν υποθέσουμε ότι αυτή συνάδει με τη γραμμική αφήγηση μιας ιστορίας.Το ακόλουθο απόσπασμα, όμως, μας επιτρέπει να εικάσουμε πως
τα ποιητικά θραύσματα εμφανίζονται σκοπίμως διάσπαρτα μέσα στη συλλογή, σαν να
φύσηξε ένας δυνατός άνεμος και να τα σκόρπισε: «Θα με συνάρπαζε η ιδέα ενός
βιβλίου που θα σχηματιζόταν και θ’ αποσχηματιζόταν, όπως οι αμμόλοφοι απ’ το
φύσημα του ανέμου, από τον αναγνώστη που όλοι έχουμε ανάγκη, εκείνον τον υποκριτή
μα κι αδελφό μου – ξέρεις ότι μιλώ, κυρίως, για σένα. Θα έσβηνες τα Κομμάτια
που δεν σου άρεσαν, θ’ άλλαζες τη σειρά τους, όπως θα ’θελες, θα έκοβες τα πεζά
μέρη σε στίχους ή θα ένωνες τους στίχους σε πεζά. […]» (σ.134). Στο
συγκεκριμένο απόσπασμα παρουσιάζεται η ευφάνταστη εικόνα ενός βιβλίου το οποίο
δεν έχει σταθερή μορφή, αλλά διαρκώς μεταβάλλεται ως προς αυτή, υποβάλλοντας
την αίσθηση ότι κάθε νέα ανάγνωση μπορεί να προσφέρει μια διαφορετική εμπειρία,
με την αυτενέργεια μάλιστα του αναγνώστη ως συνδημιουργού- συνεχιστή του
βιβλίου. Εν προκειμένω, όπως δηλώνεται κατηγορηματικά για τα Κομμάτια
(σ.104), «Τα περισσότερα απ’ αυτά συνέβησαν στ’ αλήθεια./ Μα κι όσα δεν
συνέβησαν, αυτά είν’ τα πιο αληθινά». Πρόκειται επομένως για θραύσματα μνήμης ή
φαντασίας του ποιητικού υποκειμένου, αφήγηση γεγονότων που είτε έζησε στην
πραγματικότητα είτε έπλασε με τη φαντασία. Ως συνέπεια, η διάρθρωση της
ποιητικής συλλογής αντικατοπτρίζει τον ακανόνιστο τρόπο με τον οποίο λειτουργεί
τόσο η μνήμη όσο και η φαντασία. Εντέλει τα Κομμάτια βρίσκονται
διάσπαρτα στον χώρο και στον χρόνο συνθέτοντας ένα αξεδιάλυτο κράμα από
εικόνες, στίχους, αλλά και ήχους.
Είναι αλήθεια πως το κράμα αυτό απαρτίζεται όχι μόνο από
στίχους (έμμετρους και πεζούς), αλλά και εικόνες που ανακαλούνται από γνωστά
κινηματογραφικά έργα, καθώς επίσης και ήχους που συνοδεύουν τα ποιήματα ως
απαλή μουσική υπόκρουση, όπως μαρτυρεί η προμετωπίδα πληθώρας «κομματιών».
Ενδεικτικά αναφέρονται οι ακόλουθες παρακειμενικές ενδείξεις που σχετίζονται με
τη μουσική υπόκρουση: «Beethoven: Violin Sonata No. 5 in F Major, Op. 24 –
Gidon Kremer, Martha Argerich» (σ. 64), «Shopin, Berceuse in D – flat major,
Op. 57 – Arthur Rubinstein» (σ.75) και «Gorecki, Symphony No. 3, Movement 3,
Lento – Cantabile Semplice» (σ.80). Εξαιρετικά εύγλωττες είναι επίσης οι
ενδείξεις που παραπέμπουν ευθέως στην τέχνη του κινηματογράφου, όπως, για
παράδειγμα, οι τίτλοι κάποιων «κομματιών»: «Σινέ “Τιτάνια”» (σ.30), «Φοιτητική
κινηματογραφική λέσχη» (σ.31), οι οποίοι μάλιστα τίθενται σε παρένθεση, ίσως
επειδή το ποίημα που ακολουθεί κάθε φορά σχετίζεται ολοφάνερα με τον
κινηματογράφο. Άλλοτε πάλι το ποιητικό υποκείμενο ταυτίζεται με τον ήρωα
κάποιας κινηματογραφικής ταινίας, όπως στην περίπτωση που το ποίημα αναφέρεται
στην ταινία «Θάνατος στη Βενετία» του Λουκίνο Βισκόντι, η οποία είναι
εμπνευσμένη από την ομώνυμη νουβέλα του Τόμας Μαν: «Σε όνειρα είμαι ο άνθρωπος
με την κινηματογραφική μηχανή (ξεχασμένη στην παραλία). Ο αέρας κουνάει την
κουρτίνα του γραφείου, εκείνη γίνεται αυλαία κι ανοίγει, οθόνη και φωτίζεται.
Βλέπω εκεί που δείχνει ο Τάτζιο. Είμαι ο Τάτζιο» (σ.11).
Όσον αφορά στην αναγνωστική πρόσληψη της συλλογής Κομμάτια,
είναι βέβαιο πως προσφέρονται στον αναγνώστη πάμπολλες αφορμές
προκειμένου εκείνος να ανακαλέσει το έργο άλλων ποιητών. Ήδη στο απόσπασμα που
παρατέθηκε λίγο παραπάνω η αναφορά στον Πάουντ και στον «υποκριτή μα κι αδελφό
αναγνώστη» είναι ευθεία, καθώς ο Έλιοτ στο εμβληματικό έργο του The Waste
Land απέδωσε στον Πάουντ τους συγκεκριμένους χαρακτηρισμούς. Ρητές
και υπόρρητες αναφορές σε Έλληνες και ξένους ποιητές εναλλάσσονται παιγνιωδώς
υφαίνοντας ένα πυκνό διακειμενικό πλέγμα, το οποίο περιλαμβάνει στίχους
ομοτέχνων, παράφραση ή μετάφραση ξένων ποιημάτων, ακόμη και κριτική αποτίμηση
ποιητικών εγχειρημάτων. Από τους ξένους ποιητές αναφέρονται, πέρα από τον
Πάουντ, ο οποίος ανακαλείται επίσης στο τέλος της συλλογής με τη φράση «I have
tried to write paradise» (σ.165), ο Δάντης (σ.47), ο Έλιοτ με τα Τέσσερα
Κουαρτέτα (σ.67), ο Πάουλ Τσέλαν (σ.79), ο Ρίλκε (σ.118) και άλλοι.
Ακόμη παρατίθενται αυτούσιοι οι στίχοι αγαπημένων ποιητών, όπως ο Μπόρχες, το
ποίημα του οποίου παρομοιάζεται με «άυλο χάδι» (σ.98-99) ή η μετάφραση στίχων,
όπως στην περίπτωση του Sandro Penna (σ.42, σ.58, σ.91). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον
παρουσιάζει ο τρόπος προσέγγισης ορισμένων ποιητών· αρχικά παρατίθενται
ορισμένοι χαρακτηριστικοί στίχοι ενός ποιητή, οι οποίοι στη συνέχεια
αναπτύσσονται σε ένα πρωτότυπο ποίημα, όπως συμβαίνει με τον στίχο από το Σονέτο
ΧVIII του Σαίξπηρ: «Τα καλοκαίρια έχουν πάντα προθεσμία» (σ.64). Άλλοτε
πάλι επιχειρείται η ευσύνοπτη κριτική αποτίμηση του έργου τους, όπως στην
περίπτωση του Δάντη: «(Σύντομη ερμηνεία της Θείας Κωμωδίας)».
Η ίδια τακτική της δημιουργικής σύνθεσης με αφορμή έναν
στίχο ή ένα έργο επιφανούς εκπροσώπου της ποίησης φαίνεται ότι ακολουθείται από
τον Ευριπίδη Γαραντούδη και στην περίπτωση Ελλήνων ποιητών. Ανάμεσα στους
αξιομνημόνευτους προγόνους ή σύγχρονους ποιητές ξεχωρίζει ο Οδυσσέας Ελύτης
(σ.20), ο Κωστής Παλαμάς (σ.24), ο Κ.Π. Καβάφης (σ.29), ο Κ.Γ. Καρυωτάκης (σ.33),
ο Χάρης Βλαβιανός (σ.33), ο Άγγελος Σικελιανός (σ.39), ο Κώστας Βάρναλης με Το
φως που καίει (σ.43), ο Μανόλης Αναγνωστάκης με στίχους από το Υστερόγραφο
(σ.45). Αναφέρονται ακόμη ο Νίκος Καρούζος (σ.55), ο Ανδρέας Εμπειρίκος (σ.55),
ο Δημήτρης Κοσμόπουλος (σ.55), ο Μίλτος Σαχτούρης (σ.59), ο Γιώργος Σεφέρης με
«Μια σκηνοθεσία για την “Κίχλη”» (σ.70), ο Γιάννης Ρίτσος (σ.110, 114),
η Σοφία Κολοτούρου (σ.65, σ.110) και άλλοι. Αξίζει να στρέψουμε την προσοχή μας
στο ποίημα «(Το σείσμα της καθρέφτιζε του φεγγαριού το φέγγος)» (σ.50), το
οποίο θυμίζει με την έντονη εικονοποιία του, την έμμεση αναφορά στη
Φεγγαροντυμένη, αλλά και την οικειοποίηση του όρου «φρενίτης», τον Σολωμό του Κρητικού.
Το δίστιχο που ολοκληρώνει το «κομμάτι»-φόρο τιμής στον ποιητή αποτελεί μια
σύγχρονη εκδοχή του Κρητικού, η οποία όμως διατηρεί τον παραδοσιακό
ενδεκασύλλαβο: «Και βρίσκομαι κατάμονος στην κλίνη/ που στα όνειρά μου τη
ζεσταίνει εκείνη» (σ.50). Αξίζει επίσης να σταθούμε, μεταξύ άλλων, στη φράση
«το καταφύγιο που φθονούνε» (σ.54), η οποία περιγράφει τη λειτουργία της
ποίησης κατά τον Κ.Γ. Καρυωτάκη, αλλά κρίνεται από τους σύγχρονους φοιτητές της
φιλολογίας ως μάλλον παρωχημένη. Άλλοτε επιχειρείται μια μυθοπλαστική
αποτύπωση, στηριγμένη ωστόσο σε πραγματολογικά δεδομένα, των σκέψεων αγαπημένων
ποιητών, όπως στην περίπτωση του Κ.Γ. Καρυωτάκη, ο οποίος εμφανίζεται να
αφηγείται την απόπειρα αυτοκτονίας του διά πνιγμού (σ.52-3).
Συχνά στα Κομμάτια ανακύπτει κι εξετάζεται το ζήτημα
της ποιητικής. Η γραφή της ποίησης φέρει ομολογουμένως ιδιαίτερο βάρος καθώς
μεταδίδει τη συγκίνηση. Αυτό επιτυγχάνεται με τη συνεχή τριβή με τη γλώσσα, η
οποία λειτουργεί ως φορέας του νοήματος· «Πρέπει να ζυμωθείς πολύ με το χαρτί
και το μελάνι/ ώστε η ποίηση να σου φανεί με σάρκα και οστά» (σ.102). Σε άλλο
σημείο, όμως, καυτηριάζεται η φημολογούμενη ευαισθησία των ποιητών, καθώς η
συγκίνηση αποσυνδέεται από το συναίσθημα, αλλά και από την ίδια την ποίηση:
«Διδάσκω ποίηση τριάντα πέντε χρόνια·/ δακρύζω κάποτε χωρίς ίχνος συγκίνησης./
Όπως κάποιος που πάσχει από δακρύρροια» (σ.34). Η αυτοσαρκαστική διάθεση την
οποία αποπνέουν οι παραπάνω στίχοι εμφανίζεται συχνά στα Κομμάτια, καθώς
το ποιητικό υποκείμενο θέτει στο στόχαστρο τον εαυτό, με το σύνολο των
ιδιοτήτων που διαθέτει (ποιητής, φιλόλογος, αλλά πρωτίστως ανθρώπινο ον), ακόμα
και την καλλιτεχνική αξία των δημιουργημάτων του. Στους στίχους που ακολουθούν
στο επίκεντρο τίθεται η ποιητική, αλλά και η ανθρώπινη ιδιότητα του γράφοντος
με εξίσου σκωπτική διάθεση: «(Επί του φοβερού βήματος)/ Ενώ ήξερες ότι είναι
ερωτευμένη – με ποιον άλλο;/ εσύ της έστελνες τα ποιήματά σου – δεν
παρέλειπες,/ για να διαβάζεις τα καλά της λόγια, ματαιόδοξε» (σ.75). Στην
πραγματικότητα διαπιστώνεται πως είναι δύσκολο να αποφανθεί κάποιος για την
ποιητική αξία ενός οποιουδήποτε έργου τέχνης, όμως μοιάζει να περιορίζει
δραστικά την αξία ενός καλλιτέχνη η υπέρμετρη καυχησιολογία: «Ο ποιητής χειμώνα
καλοκαίρι με την ίδια γούνα./ Κι αν είναι μέτριος πανηγυρίζει έξαλλα/ σαν τον
τερματοφύλακα που η ομάδα του/ πέτυχε τέρμα στην αντίπαλη εστία» (σ.40). Σε
κάθε περίπτωση διατυπώνεται στη συλλογή αυτή μια πρόταση ποιητικής γραφής η
οποία, όπως φάνηκε παραπάνω, εναγκαλίζεται την παράδοση και την αξιοποιεί
–ποικιλοτρόπως– ως αφόρμηση για κάθε νέα δημιουργική σύνθεση.
Αξίζει να σημειωθεί πως μέσα στα Κομμάτια
ανιχνεύονται διάσπαρτοι στίχοι τους οποίους ο ποιητής επιλέγει να διασώσει από
προγενέστερες συλλογές του. Πρόκειται, όπως μπορούμε να εικάσουμε, για στίχους
οι οποίοι φέρουν ιδιαίτερη συγκινησιακή φόρτιση για το ποιητικό υποκείμενο,
καθώς συνδέονται με αγαπημένα πρόσωπα ή καταστάσεις του παρελθόντος οι οποίες
διατηρούνται, παρά τη χρονική απόσταση που μεσολαβεί, αναλλοίωτες στη μνήμη.
Χαρακτηριστικοί είναι οι στίχοι από τη συλλογή Ονειρεύτηκα τη Γένοβα
(2011): «Τα φουστάνια σου νότισε/ η μυρωδιά των καπνόφυλλων» και «Τα σώματα
ζυγιάζονται επάνω απ’ τα νερά/ μήπως και τα ματώσουν./ Η υδροχόος σελήνη
σημαδεύει/ με τ’ ασημένιο ξίφος της τον έρωτα./ Κι έρχεται η άλως της αυγής με
τις θερμές της στάλες» που επανέρχονται αυτούσιοι στα Κομμάτια (σ.15 και
σ.119, αντίστοιχα). Εξάλλου, ορισμένα θέματα της ποίησης είναι κατά κάποιον
τρόπο καταδικασμένα να επανέρχονται, έστω και με άλλη μορφή, σε κάθε νέα
ποιητική κατάθεση ενός δημιουργού, καθώς φαίνεται να τον απασχολούν διαχρονικά.
Ανάμεσα σε αυτά τα θέματα συγκαταλέγεται ασφαλώς η απώλεια αγαπημένων προσώπων,
η οποία μετουσιώνεται σε στίχους όπως οι ακόλουθοι: «Θυμάμαι τη φράση του
μελλοθάνατου πατέρα μου:/ “Θέλω για τελευταία φορά να κάνω βόλτα στο σαλόνι”»
(σ.34) και «Σκέφτηκα να ’ρθω να σε βρω, ν’ ανταμωθούμε, να πούμε λίγα λόγια, τα
συνήθη, τι κάνεις πονάς πάλι, τρως, κοιμάσαι, γιατί δεν μου τηλεφωνείς
συχνότερα; Αγόρι μου. Δεν βρίσκω χρόνο, μάνα. Θα ’θελα τώρα να σου χάριζα τον
χρόνο –αν μπορούσα […]» (σ.87). Επιπλέον, δεν θα μπορούσε να απουσιάζει ο
έρωτας, ο οποίος κάνει την εμφάνισή του στα Κομμάτια ήδη από τους
πρώτους στίχους της συλλογής και παραμένει διακριτικά ή επιβλητικά παρών έως
τους τελευταίους: «Το δέρμα μας:/ τ’ ανοιχτά σύνορα του έρωτα./ Το σπέρμα στα
σεντόνια·/ το γυαλίζει ο ήλιος» (σ.7) και «Στο δέρμα μας/ κάποτε δροσερή φωτιά/
τα ιζήματα των χαδιών/ καθιζάνουν» (σ.159). Τέλος, όπως και στις προηγούμενες
συλλογές του Ευριπίδη Γαραντούδη, φαίνεται να επανέρχεται θεματοποιημένη και με
μεγάλη συχνότητα η θάλασσα και το αμμώδες τοπίο. Εξάλλου, το καλοκαίρι και τα
Κύθηρα από κοινού με την Καβάλα δηλώνονται ρητά ως ο χρόνος και ο τόπος
συγγραφής του βιβλίου. Αποκαλυπτικοί είναι οι στίχοι: «Αυτό το καλοκαίρι/ αν
δεν γίνω κύμα/ θα γίνω άμμος/ να το πλάθω» (σ.160), καθώς επίσης και οι στίχοι:
«Τα πιο συγκεντρωμένα σου γραπτά/ τα έγραψες αργά πάνω στην άμμο./ (Εδώ δεν
παίζεις με καμιά μεταφορά)./ Τα δειλινά τα θερινά, μετά τα μπάνια,/ σε μια
στενάχωρη καρέκλα παραλίας/ πάνινη βουλιαγμένη λίγο υγρή» (σ.77).
Κλείνοντας, η συλλογή Κομμάτια συνιστά ένα εγχείρημα
που συνδυάζει τη διακαλλιτεχνικότητα με τη διακειμενικότητα, τη θεωρία με την
πράξη της λογοτεχνίας, την πιστή μετάφραση με τη δημιουργική παράφραση.
Αποτελεί, λοιπόν, μια ιδιαίτερη πρόταση για το πώς γράφεται η ποίηση σήμερα.
Ολοκληρώνοντας την ανάγνωση της συλλογής αυτό που αποκομίζει ο αναγνώστης είναι
η αίσθηση ότι οφείλει να επανέλθει σε αυτή, διότι είναι σχεδόν βέβαιο πως
απομένουν πολλά ακόμη σημαντικά να ανακαλύψει.
[1]
Ευριπίδης Γαραντούδης-Σοφία Κολοτούρου, Ευτοπία, Gutenberg, Αθήνα 2022.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου