11.4.26

ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ, ''Ο Χ. είπε'' (πεζά κείμενα)


«Ο Χ. δεν δημοσίευσε ποτέ πρωτότυπη ή μεταφρασμένη εργασία του. Δήλωνε ότι, αν το ενδιαφέρον μας για τα γράμματα γίνει κεντρική ασχολία, κινδυνεύουμε από τη γραφικότητα (σε ό,τι αφορά εμάς τους ίδιους) και τις θανατηφόρες δόσεις κακεντρέχειας (στις σχέσεις μας με τους ομοτέχνους)».
Χρόνια μετά, ο Κώστας Μαυρουδής αποφασίζει να φέρει στο φως στοιχεία από συζητήσεις που είχε με τον παλιό του φίλο Χ., αποφεύγοντας ωστόσο τη διαλογική μορφή και κάθε ίχνος προφορικότητας. Δημοσιοποιεί επίσης κείμενα που ο Χ. του είχε κατά καιρούς εμπιστευθεί. Το αποτέλεσμα είναι ένα μωσαϊκό από μικρές ιστορίες, ποιήματα και αφορισμούς, με τρία κυρίως χαρακτηριστικά: τον στοχασμό, τις αναγνωστικές μνήμες και την επίμονη αναδρομή στο παρελθόν. Ανασύροντας την αφηγηματική ύλη από τις πιο απρόσμενες κρύπτες, ο συγγραφέας επικυρώνει την άποψη ότι «ο μόνος παράδεισος απ᾽ όπου δεν γίνεται να εκδιωχθούμε είναι η μνήμη».
(το οπισθόφυλλο του βιβλίου)
________
Ακολουθούν δύο κείμενα από το βιβλίο, ένα αφηγηματικό και ένα στοχαστικού χαρακτήρα:
«Το Πάσχα του 1958», είπε ο Χ., «ταξιδέψαμε με τον πατέρα μου από την Αθήνα στο Λουτράκι. Ήταν πρόσφατο το πένθος μας, αλλά δεν αναφερόμασταν ποτέ σ’ αυτό. Με ένα τηλεγράφημα πληροφορήσαμε για την άφιξή μας τη θεία Υβόννη, που παραθέριζε εκεί. Μεγαλύτερη αδελφή της μητέρας μου, διέθετε άνεση στις κοσμικές συναναστροφές. Συναντηθήκαμε λίγο πριν απ’ το μεσημέρι στο παραλιακό πάρκο με τους ευκαλύπτους, που υπάρχουν –γιγαντιαίοι– μέχρι σήμερα. Έμενε στο ξενοδοχείο Mon Repos, με έναν ηλικιωμένο κύριο τον οποίο έβλεπα για πρώτη φορά. Το πρόσωπό της έστιλβε από τη χρήση κάποιου καλλυντικού, φορούσε μαύρο φόρεμα και είχε λεπτά, ζωγραφισμένα φρύδια. Πρόσεξα ότι διατύπωνε πιο σύνθετες απ’ ό,τι συνήθως ιδέες, αποτέλεσμα προφανώς νέων συναναστροφών. Την άκουγα να λέει ότι “Αυτός που ξέρει μπριτζ δεν θα γεράσει μόνος” ή να φιλοσοφεί με απόψεις όπως “Είμαστε σαν τα εφήμερα, που γεννιούνται με την ανατολή του ήλιου και πεθαίνουν με τη δύση”. Εκείνος, ψηλός –με χαρακτηριστικά που δεν συγκρατώ–, με βελούδινο καπέλο και μια Leica χιαστί στον ώμο, κρατούσε ένα λεπτό μπαστούνι, θεσμό ακόμα για την τάξη του.
»Έχω πολλές φωτογραφίες απ’ τα ταξίδια τους, έναν ολόκληρο φάκελο», είπε ο Χ. «Στο μοναστήρι του Οσίου Λουκά, στην Υπάτη, στην Κω (πριν ακόμα βανδαλιστεί η ιταλική φινέτσα). Τις εμφάνιζε και τις τύπωνε ο ίδιος σε χαρτί ματ, χωρίς οδοντωτό περίγραμμα, με τόνο ελαφρότατης σέπιας. Ήταν ταλαντούχος φωτογράφος. Το δείχνει η εκμετάλλευση της προοπτικής σε δρόμους και κτήρια, αλλά όχι μόνο: οι τρεις χωριάτισσες –με μαύρα μαντίλια και καλάθια μπροστά σε αρχαίο πρόστυλο–, οι σκύλοι που βαδίζουν παράλληλα με τα εξαπτέρυγα μιας λιτανείας, αλλά και η τεράστια σφαίρα ενός καρπουζιού πλάι σε ένα βερίκοκο δηλώνουν ότι αντιλαμβανόταν το κοντράστ και το παίγνιο.
»Μας φωτογράφισε στη γέφυρα του Ισθμού, αποκλεισμένου και εκτός λειτουργίας από μια μεγάλη κατολίσθηση. Αλλά και αργότερα, στην Κόρινθο, με τρεις ποδηλάτες της ΑΕΚ (πάνινα καπελάκια, εφαρμοστές φανέλες και λεπτό μουστάκι κατά τον συρμό της εποχής), που σταμά¬τησαν προς χάριν μας. Σε ό,τι αποτυπώθηκε στις περιηγήσεις τους –δραστηριότητα, υπολογίζω, μιας πενταετίας– δεν φαίνεται πουθενά ο ίδιος ούτε τίποτε δικό του. Παντού, για λόγους που δεν είναι δύσκολο να υποθέσω, κρύβει την παρουσία του. Οι φωτογραφίες στο Λουτράκι δηλώνουν το ίδιο, αν εξαιρέσω μιαν αδιόρατη, θα έλεγα υποβολιμαία, λεπτομέρεια. Την εντόπισα με τον μεγεθυντικό φακό –σαράντα ένα χρόνια αργότερα–, επιθεωρώντας νωχελικά τις γόβες και ένα βραχιόλι της θείας μου. Στην πλάτη του μόνου άδειου καθίσματος μόλις διακρίνεται η λαβή ενός μπαστουνιού. Μια αστοχία χιλιοστού στη σκόπευση την εγκατέστησε διά παντός στο κάδρο. Δεν υπάρχει πουθενά άλλο τεκμήριο της παρουσίας του», είπε ο Χ.
______
«Ο όρος “ελληνοχριστιανικός”, εννοιολογικός κένταυρος, “εκπονήθηκε” από τον δοκιμιογράφο Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο (1815–1881)», γράφει σε μια σημείωσή του ο Χ. Στη συνέχεια ανατρέχει, εν συντομία, στις επιφυλάξεις του Κ.Θ. Δημαρά για τον Ζαμπέλιο («η πολυπραγμοσύνη τον εμπόδισε στην συνθετική δημιουργία»). Παρατηρεί, με εμφανή θυμηδία, ότι «ο όρος θα μπορούσε να είναι εμπνευσμένος από την ιθαγενή πρακτική, οι εκκλησίες μας να κτίζονται με υλικά κλασικών ερειπίων. Η βυζαντινή Ανατολή», συνεχίζει, «όπως ο δυτικός Μεσαίωνας, οικοδόμησε τους ναούς της με κίονες, επιγραφικές στήλες, διαζώματα θεάτρων. Ακόμα και ένα μαρμάρινο πόδι εμφανίστηκε κάποτε πίσω από μια Αγία Τράπεζα. Πλάι στη Μητρόπολη, ο Άγιος Ελευθέριος καλύπτεται από αρχαϊκές και ρωμαϊκές πλάκες. Τις κοίταζα, χωρίς σκέψεις, το απομεσήμερο της κηδείας του Γεωργίου Παπανδρέου, στις 3 Νοεμβρίου 1968. Στον Άγιο Ιωάννη της οδού Ευριπίδου (6ος αιώνας), μια κορινθιακή κολόνα ξεπροβάλλει απ’ τα κεραμίδια σαν μαρμάρινο κατάρτι, και μερικά μέτρα κάτω απ’ την επιφάνεια της οδού Τσόχα, ο ναός των Αγίων Πάντων –εθισμένος περισσότερο από έναν αιώνα στις ιαχές του γειτονικού γηπέδου– περιβάλλεται από όρθιους και πεσμένους κίονες. Δεν έχουν τέλος τα “δάνεια”. Ο ερειπιώνας της Δήλου λεηλατήθηκε για χάρη του Τήνιου ναού, και στην Ελευσίνα, στον μεσαιωνικό –ελαχίστων τετραγωνικών– ναΐσκο του Αγίου Ζαχαρία, μετράς πλίνθους, ακρωτηριασμένες κολόνες και βάθρα ανδριάντων. Πρόσφατα διάβασα για έναν ασκητή που έζησε στην κορυφή δύο αρχαίων στύλων. Στον ναό του Ολυμπίου Διός, το στεγασμένο του καταφύγιο απαθανατίστηκε από τον φωτογράφο Δημήτριο Κωνσταντίνου το 1865. Η εικόνα του, κοντράστ δύο κόσμων, κάνει δυσδιάκριτα τα σύνορα κατορθώματος και ιλαρού. Τον όρο “ελληνοχριστιανικός”», επιλογίζει ο Χ., «δεν θερμαίνει κανένα αίσθημα. Τα ομόστεγα μέρη αλληλοϋποβλέπονται, δεν ανταλλάσσουν ούτε μια φράση. Πλάτη με πλάτη, παρακολουθούν το πέρασμα των αιώνων».

Δεν υπάρχουν σχόλια: