Το πατρικό μου σπίτι ήταν μια μονοκατοικία, τη θεώρηση της κατασκευής της οποίας είχε ο πατέρας μου- που μερίμνησε ώστε να είναι αντισεισμικά ενισχυμένη, ευρύχωρη, αυξάνοντας το ύψος που είχε προβλεφθεί για τους χώρους στη μελέτη του καλού μηχανικού, και άνετη, υψώνοντας το επίπεδό της σε σχέση με το έδαφος, ώστε να είναι σχετικά πλεονεκτικότερη η θέαση του «έξω» από «μέσα», σε μια εποχή που σχεδόν δεν υπήρχαν ακόμα πολυκατοικίες στην πόλη.
Μπροστά από το σπίτι, στην αυλή που έβλεπε στον δρόμο, η μητέρα μου είχε φτιάξει ένα δικό της
















ΡΕΙΣ ΜΠΑΝΤΕΣ ΓΥΦΤΩΝ μὲ χάλκινα, ἐπί κεφαλῆς ἰσάριθμων ἐπιταφίων τοῦ χωριοῦ τὸ βράδυ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς. Ἦταν γύφτοι ἀπὸ κεῖ, ἐγκατεστημένοι μόνιμα, σὲ δικές τους συνοικίες, μὲ τὰ μαῦρα τους κοστούμια, τὰ λιγδερὰ μαλλιά, τ' ἄσπρα πουκάμισα, τὶς ἀγκράφες, τὰ δαχτυλίδια καὶ τὰ σκαρπίνια στὴν πένα. Τώρα ἦταν ἡ δική τους ὥρα – ὄχι τοῦ θεανθρώπου, τῶν ἱδρωμένων φαντάρων ποὺ κουβαλοῦσαν τὸ νεκροκρέβατό του, τῶν θρησκόληπτων γραϊδίων





