10.3.26

Εκρήξεις λέξεων


της Ζωής Σαμαρά

Μαρία Κούρση, «Ο χρόνος σε τίτλους», Ηριδανός 2025

Ο χρό­νος σε τί­τλους, η νέα εντυ­πω­σια­κή ποι­η­τι­κή σύν­θε­ση της Μα­ρί­ας Κούρ­ση, το­πο­θε­τεί το χρό­νο σε συ­γκε­κρι­μέ­νο χώ­ρο, σε σε­λί­δες βι­βλί­ου, προ­ε­τοι­μά­ζο­ντας τους ανα­γνώ­στες να τον απο­λαύ­σουν σε φα­ντα­σια­κή σκη­νή θε­ά­τρου, να ολο­κλη­ρώ­σουν, με τη δι­κή τους δη­μιουρ­γι­κό­τη­τα, το γρα­πτό ποι­η­τι­κό κεί­με­νο σε πα­ρά­στα­ση. Με αυ­τή την ιδιό­τη­τα, οι λέ­ξεις απο­κτούν μια νέα λο­γο­τε­χνι­κή διά­στα­ση: έχουν

δύο όψεις –εί­ναι συ­νά­μα γρα­πτές και προ­φο­ρι­κές–, εκρή­γνυ­νται, αλ­λά πρώ­τα γοη­τεύ­ουν και ευ­θύς αμέ­σως κα­τα­κτούν τον επαρ­κή ανα­γνώ­στη, που γνω­ρί­ζει ότι μπρο­στά στις σε­λί­δες κα­ρα­δο­κεί μια πρω­τό­γνω­ρη από­λαυ­ση:

Μέ­σα από λέ­ξεις που
Εκρή­γνυ­νται
θα πε­ρά­σω / Του εί­πα
Ανά­βο­ντας ξα­νά
το Πρώ­το
σπίρ­το
Κά­τω από τον 
Τί­τλο
Που ασφα­λώς δεν καί­γε­ται
            («Εν­στι­κτω­δώς», σ. 15).

Όταν γρά­φεις για το έρ­γο του Άλ­λου, πρέ­πει να ξέ­ρεις να εκτι­μάς, και άρα να ανα­γι­γνώ­σκεις με ζέ­ση και πά­θος, τη γρα­φή των συ­ναν­θρώ­πων σου. Ο τί­τλος που δεν καί­γε­ται το­νί­ζει, με αυ­τή την ιδιό­τη­τά του, τη με­τα­φο­ρι­κή του έν­νοια, όπως ο Τί­τλος, στο πα­ρά­θε­μα που ακο­λου­θεί, δεν θα δε­χθεί ερω­τή­σεις, αφαι­ρώ­ντας τη λο­γο­τε­χνι­κή μά­σκα του και απο­κα­λύ­πτο­ντας την προ­σω­πο­ποί­η­σή του. Σε μια πρω­τό­τυ­πη σύλ­λη­ψη-σύν­θε­ση, τα ποι­ή­μα­τα της Μα­ρί­ας Κούρ­ση το­πο­θε­τού­νται απέ­να­ντι στον ανα­γνώ­στη και δια­τη­ρούν τη δι­κή τους αυ­το­νο­μία αλ­λά και θε­α­τρι­κή οντό­τη­τα. Η ανά­γνω­ση ανά­γε­ται σε διά­λο­γο ή, κα­λύ­τε­ρα, σε άρ­ρη­τη συ­νέ­ντευ­ξη με το από­κρυ­φο:

Με­τά το πέ­ρας του Ποι­ή­μα­τος
Η λέ­ξη του 
Τί­τλου
Δεν θα δε­χθεί ερω­τή­σεις
                («Με­γα­λο­φώ­νως», σ. 21).

Προ­φα­νώς, «Η λέ­ξη του Τί­τλου» εί­ναι φό­ρος τι­μής ή τί­τλος ευ­γε­νεί­ας. Ίσως γι’ αυ­τό το λέ­ξη­μα, «λέ­ξη, με το βα­σι­κό της νό­η­μα» –λέ­γω, εκ­φρά­ζω, αφη­γού­μαι–, επα­νέρ­χε­ται συ­χνά στο βι­βλίο. Λί­γα πα­ρα­δείγ­μα­τα:

Έρ­χο­νται λέ­ξεις εχθρι­κές
Στην ποί­η­ση απέ­να­ντι

                («Αυ­το­βού­λως, σ. 19).

Υπο­γραμ­μί­ζω μία λέ­ξη
Με­τά δύο
Τρεις πέ­ντε
Κά­ποιες ακό­μα
Λί­γες
Πολ­λές
Όλες

                («Ορι­ζο­ντί­ως», σ. 46).

Δεν ξέ­ρω τι να κά­νω με τη λέ­ξη από­σπα­σμα.
                («Βρα­δέ­ως», σ. 72)

Όλες οι θέ­σεις του θε­ά­τρου
γέ­μι­σαν.
 […]
Ένα σω­ρό λέ­ξεις
πε­ρι­μέ­νουν όρ­θιες
                
(σ. 24).

Για­τί οι «λέ­ξεις / πε­ρι­μέ­νουν όρ­θιες»; Για να ενι­σχύ­σουν τη δι­φο­ρού­με­νη λέ­ξη «από­σπα­σμα»; Για να απο­λαύ­σουν την πα­ρά­στα­ση όρ­θιες, σαν να ήταν έτοι­μες να επευ­φη­μή­σουν όπως συ­νή­θι­ζαν οι Ρω­μαί­οι;

Ο αν­θρώ­πι­νος χρό­νος κι­νεί­ται μέ­σα σε συ­γκε­κρι­μέ­να όρια, κα­τα­λαμ­βά­νει τη σκιά των τί­τλων, από αυ­τούς αντλεί την ταυ­τό­τη­τά του. Ένα νέο Εί­ναι γεν­νιέ­ται, όπως στη Θε­ω­ρία της Σχε­τι­κό­τη­τας, όταν ο κι­νού­με­νος χρό­νος συ­να­ντά τον στα­θε­ρό χώ­ρο, ανα­τρέ­πει τη στα­σι­μό­τη­τά του και ανα­λαμ­βά­νει την ευ­θύ­νη για την τέ­ταρ­τη διά­στα­σή του. Εδώ έχου­με θε­α­τρι­κή ποί­η­ση με πολ­λα­πλές φω­νές, που συμ­φω­νούν και αλ­λη­λο­βοη­θού­νται, δια­φω­νούν και αλ­λη­λο­σπα­ρά­ζο­νται, ακρι­βώς όπως η κοι­νω­νία μας. Η έν­νοια των τί­τλων, που εκ­φρά­ζουν, ή απλώς υπο­νο­ούν, το χώ­ρο ή το χρό­νο, μας πα­ρα­πέ­μπει στην ει­κό­να τού ονό­μα­τος στον Shakespeare: το «γλυ­κό άρω­μα» δεν επη­ρε­ά­ζει την ου­σία. Με δια­φο­ρε­τι­κό ση­μαί­νον, το αντι­κεί­με­νο ανα­φο­ράς «ρό­δο» θα δια­τη­ρή­σει το ίδιο άρω­μα-ση­μαι­νό­με­νο. Στους στί­χους τής ποι­ή­τριάς μας, οι τί­τλοι-επιρ­ρή­μα­τα δεν προσ­διο­ρί­ζουν απλώς ρή­μα­τα ή επί­θε­τα. Ανα­δη­μιουρ­γούν και ανα­δύ­ουν το άρω­μα της λέ­ξης, το­νί­ζουν τις πολ­λα­πλές ση­μα­σί­ες της. Οι λέ­ξεις-τί­τλοι μάς εξω­ρα­ΐ­ζουν, μας εμπλου­τί­ζουν. Πα­ρά­δειγ­μα το πα­ρά­θε­μα που ακο­λου­θεί. Αν, ενώ εί­μα­στε κρυμ­μέ­νοι μέ­σα στη λέ­ξη «πέ­τρα», κά­ποιος μας πε­τά­ξει μα­κριά, θα υπάρ­χει πλή­ρης ασφά­λεια, τυ­λιγ­μέ­νοι κα­θώς θα πα­ρα­μεί­νου­με μέ­σα στη μα­γι­κή δύ­να­μη του λό­γου, αν και σε δια­φο­ρε­τι­κό χω­ρό­χρο­νο:

Το πα­ρα­δέ­χο­μαι
Κρύ­φτη­κα μέ­σα
Στη λέ­ξη πέ­τρα
Ελ­πί­ζο­ντας πως
Κά­ποιος θυ­μω­μέ­νος
Θα την πε­τά­ξει μα­κριά.
Όσο πιο μα­κριά γί­νε­ται
                
(«Ασφα­λώς», σ. 37).

Στους Ψαλ­μούς η επί­κλη­ση με­τα­μορ­φώ­νε­ται σε όνο­μα, η φω­νή απο­κτά σάρ­κα και οστά. Στο νέο βι­βλίο τής Μα­ρί­ας Κούρ­ση, όταν ο χρό­νος κυ­ριαρ­χεί στους τί­τλους, οι λέ­ξεις φορ­τί­ζο­νται χρο­νι­κά και δί­νουν ευ­ρύ­τε­ρο και βα­θύ­τε­ρο νό­η­μα στα ποι­ή­μα­τα από αυ­τό που υπέ­θε­σε αρ­χι­κά ο ανα­γνώ­στης. Ανα­γκά­ζε­ται να δια­βά­σει πλα­γί­ως, ανα­τρο­πή που μό­νο «από­λαυ­ση του κει­μέ­νου» (Barthes) μπο­ρεί να του προ­σφέ­ρει. Η έν­νοια in illo tempore, κά­θε φο­ρά που τον εντυ­πω­σιά­ζει, κά­νει ένα βή­μα να συν­δέ­σει το χρό­νο με το χώ­ρο. Τα επιρ­ρή­μα­τα, τί­τλοι ποι­η­μά­των, κα­θώς προσ­διο­ρί­ζουν άλ­λες λέ­ξεις, ανα­νε­ώ­νουν και εμπλου­τί­ζουν το νό­η­μα και των δύο πλευ­ρών.
Τα ποι­ή­μα­τα δεν πε­ριέ­χουν απο­κλει­στι­κά μια συ­νε­χή συ­ζή­τη­ση ανά­με­σα στα μέ­ρη του λό­γου, αλ­λά και με την τέ­χνη του λό­γου, κυ­ρί­ως δύο από τις πιο αξιό­λο­γες ποι­η­τι­κές πα­ρα­δό­σεις, την Ελ­λη­νι­κή και τη Γαλ­λι­κή (Ο Louis Aragon απο­κα­λού­σε τον Γιάν­νη Ρί­τσο τον πιο σπου­δαίο ποι­η­τή της επο­χής τους). Πη­γή έμπνευ­σης η θε­α­τρι­κή υπό­στα­ση του χρό­νου πά­νω σε σκη­νή, που δη­μιουρ­γεί­ται από τις λέ­ξεις με μα­ε­στρία. Ο χώ­ρος σε τί­τλους προ­σπα­θεί να ανα­χθεί σε χω­ρό­χρο­νο, να ολο­κλη­ρω­θεί. Ποιο νέο Εί­ναι ανα­δύ­ε­ται μέ­σα από αυ­τό τον χω­ρό­χρο­νο; Κι ενώ η ποι­ή­τρια προ­σπα­θεί να συλ­λά­βει τον αό­ρα­το χρό­νο με αφορ­μή την ποί­η­ση, χω­ρίς σα­φή απά­ντη­ση στο ερώ­τη­μα του ανα­γνώ­στη, επι­βε­βαιώ­νο­νται οι στί­χοι που το­νί­ζουν την προ­σφο­ρά στην ύπαρ­ξή μας της ολο­κλή­ρω­σης του ποι­ή­μα­τος:

Η εγκα­τά­λει­ψη ενός ποι­ή­μα­τος
έπρε­πε να εί­ναι αδί­κη­μα
                 («Πα­ραλ­λή­λως», σ. 20).

Και ακό­μη:

Το τρα­γού­δι της χα­ράς […]
Έχει σκη­νή
Έχει χο­ρό 
[…]
Δεν έχει χρό­νο

                («Ου­δό­λως», σ. 16).

Κλεί­νω το σχό­λιό μου, που εκ­φρά­ζει το θαυ­μα­σμό μου για ένα πο­λύ­τι­μο βι­βλίο, από τις σπου­δαί­ες εκ­δό­σεις Ηρι­δα­νός, με το αγα­πη­μέ­νο μου ποί­η­μα, γραμ­μέ­νο σε ει­σα­γω­γι­κά, κα­θώς απευ­θύ­νε­ται σε κά­ποιο συ­γκε­κρι­μέ­νο Ανα­γνώ­στη που δεν ονο­μά­ζει ―υπο­θέ­τω στον χα­ρι­σμα­τι­κό γιο τής ποι­ή­τριας Χρή­στο Τρια­ντα­φύλ­λου, στον οποίο αφιε­ρώ­νει το βι­βλίο της―, που προ­φα­νώς τη διά­βα­σε με την καρ­διά και το νου του, και άρα αξί­ζει να τον εμπι­στεύ­ε­ται με τον αλη­θι­νό χρυ­σό της:

«Όταν θα φύ­γω
Μην αφή­σεις μό­να τους
Τα ποι­ή­μα­τα
Ζουν μό­νο με λί­γο αέ­ρα
Δεν ενο­χλούν. Δεν απαι­τούν
Δεν θα με ζη­τούν
Για να κα­τα­λά­βεις
Εί­ναι όπως ο αλη­θι­νός χρυ­σός
Ακρι­βά και αναλ­λοί­ω­τα»


                
(«Εντί­μως», σ. 33).

 

https://www.hartismag.gr/hartis-87/biblia/ekrikseis-lekseon

Δεν υπάρχουν σχόλια: