Συνομιλώντας με τον πατέρα
-Παρουσιάζει ο Αλέξανδρος Στεργιόπουλος
Ο χρόνος είναι ο πατέρας μας και η μάνα η ευχή μας. Και όσο
κυλά η πορεία της ζωής μας, τόσο νιώθουμε τις ώρες, τα λεπτά, τις μέρες να
θρυμματίζονται και την τελευταία προσευχή να πλησιάζει. Το τελευταίο
σταυροκόπημα ξέρουμε πού θα πάει
και ποιο χώμα θα ποτίσει. Την αθόρυβη συνέχεια που μας αφήνει δεν την προσέχουμε, δεν την
αγκαλιάζουμε όσο πρέπει, δεν της δίνουμε τις εσωτερικές αντηχήσεις μας. Τα σπλάχνα μου είναι μητρικά και το κλάμα μου από την Παναγία έρχεται, αλλά οι πληγές μου, τα αίματά μου είναι πατρικά. Δεν κάνω τον διαχωρισμό επίτηδες. Έτσι είναι για μένα. Ο μόχθος μες τη σιωπή σκεπάζεται από το τσακισμένο, μα ανθεκτικό, βλέμμα που σε συνοδεύει στο σχολείο, στο πανεπιστήμιο, στον στρατό,στη δουλειά. Ο χρόνος που χάνεται ξανακερδίζεται με μια ανάμνηση,
με ένα γλυκό που άρεσε στον πατέρα -γαλακτομπούρεκο σερμπέτικο- με ένα γλέντι
που άρχισε
ξαφνικά και με μια αμήχανη αγκαλιά. Η μάνα είναι ο βράχος
και ο πατέρας ο κυματοθραύστης. Στο τέλος, κανείς δεν γλιτώνει, αλλά και κανείς
δεν ξεχνιέται αν τον αγαπάς.
Ο Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ γράφει τον πατέρα του και μας δίνει
το πιο προσωπικό του βιβλίο, το «Ο κηπουρός και ο θάνατος» (Εκδόσεις Ίκαρος).
Και τη στιγμή που κάθομαι να γράψω το κείμενο για το βιβλίο,
μου έρχεται στο μυαλό το εξής τραγούδι από τον Ζμπίγκνιου Πράισνερ:
«Conversation With Father». Οι νότες, γλυκιές, μελαγχολικές, ευθύβολες,
εύγλωττες, σε παρασύρουν σε
ένα άχρονο ταξίδι που σε πάει στην αρχή και στο τέλος του
ανθρώπου που πάντα ήταν δίπλα σου χωρίς να ξέρεις τον σωστό τρόπο. Και ο
Γκοσποντίνοφ σε αυτό το βιβλίο κάνει αυτό ακριβώς: συνομιλεί με τον πατέρα του
που «έφυγε» από τη ζωή. Οι λέξεις «ντύνουν» τη γυμνή μνήμη και τη μοιράζουν σαν
ευλογία στον αναγνώστη. Ο Γκοσποντίνοφ μοιάζει να λέει λάβετε, φάγετε, τούτο
μου εστί το σώμα, το υπέρ υμών κλωμένον.
«Ο κηπουρός και ο θάνατος» διαθέτει την ουσία του ιερού
λόγου, αυτού που οδηγεί την πρώτη θυσία στη δεύτερη, στην τελευταία. Ο
συγγραφέας τιμά τη μνήμη του ανθρώπου που τον διαμόρφωσε σημαντικά σε
προσωπικό, επαγγελματικό, κοινωνικό
επίπεδο. Η αντοχή του παρόντος γίνεται το σπάραγμα του
πληγωμένου μέλλοντος και τα λόγια ο κήπος της προσωπικής μας γης. Αν είμαστε
από χώμα και επιστρέφουμε σε αυτό, τότε και λέξεις μας «χωμάτινες» πρέπει να
είναι. Και αυτές του
Γκοσποντίνοφ, είναι!
Ο Γκοσποντίνοφ μας μεταφέρει με τρόπο απλό και αφοπλιστικό
δίπλα στον πατέρα του και στις τελευταίες του στιγμές. Μας μεταφέρει σε μια
Βουλγαρία που δεν υπάρχει πια και σε μια κοινωνία που έχει αλλάξει. Αυτά που
δεν άλλαξαν ήταν η
συνέπεια του πατρός, ο σαρκασμός του και η αγάπη του για την
κηπουρική. Ο κήπος που δημιούργησε στην άγονη αυλή του είναι το ελάχιστο
κομμάτι γης που αφήνει πίσω του και το παίρνει η επόμενη γενιά για να το
κρατήσει ζωνταντό, αν μπορεί και
θέλει.
Ο βραβευμένος συγγραφέας γράφει συναισθηματικά και με την
ποίηση οδηγό ελέγχει τον ρυθμό, την αφήγηση και την ένταση που υπάρχει στην
ψυχή του. Σε κανένα σημείο δεν γίνεται μελοδραματικός και πάντα εντοπίζει τα
στοιχεία που αντανακλούν το τιμώμενο πρόσωπο: λιτότητα, χιούμορ, άηχη
συγκίνηση. Το «Ο κηπουρός και ο θάνατος» μοιάζει με βιογραφία-αυτοβιογραφία που
έπεσε στις φλόγες και σώθηκε από την παρέμβαση ενός γιού. Η τύχη κράτησε τα
κομμάτια που ένωσαν πατέρα-γιο και σε αυτά προστέθηκε μόνο η ποιητική ματιά. Θα
συγκινηθείτε με αυτό βιβλίο και θα νιώσετε μια λύτρωση που δεν περιμένετε. Η
καλή μετάφραση ανήκει στην Αλεξάνδρα Ιωαννίδου.
facebook:

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου