28.3.26

Χρήστος Μιχάλαρος, «Ανεπίδοτα», εκδ. Μετρονόμος, 2025 (γράφει ο Σπύρος Αραβανής)


Τα ανεπίδοτα ποιήματα του Μιχάλαρου -ποιητής και ποιητικό υποκείμενο- φαίνεται να έχουν ένα σκοτεινό πρόσημο. Τείνουν προς τη ματαίωση όχι όμως και τη ματαιότητα. Έχουν μέσα τους μελαγχολία και θλίψη, αλλά και μοναξιά. 
Το ποιητικό υποκείμενο του βιβλίου ονόμασε «ανεπίδοτα» αυτά τα ποιήματα προς το άλλο πρόσωπο,  όταν συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε εγκαίρως να τα παραδώσει σε αυτόν τον παραλήπτη τους μέχρι να συνειδητοποιήσει ότι παραλήπτης τους είναι και ο ίδιος ο ποιητής. Και τότε όλα λύθηκαν. Όπως η τέχνη ξέρει να κάνει.

Για αυτό και γράφει: «Ξέχασα πώς μπορούσα να σου γράψω / κι έτσι έγραψα όσα έπρεπε στον εαυτό μου ξανά και ξανά μέχρι να κουραστώ / ή να βρεθεί μια ανάσα να με αποπλανήσει για ένα βράδυ ή μισό ή και πιο λίγο μακριά απ’ όσα είχα σκεφτεί και γράψει δήθεν στο πλαίσιο μιας παρελθούσας διαστροφής δήθεν πως έπρεπε να καθαρίσω μέσα μου πριν επιστρέψω δήθεν πως υπερβάλλω σαν ένας άνθρωπος κι εγώ πίσω απ’ το τζάμι της βροχής στο αίμα μίας πόλης που ξέρει να κοιμάται να σωπαίνει και ν’ αποτιμά /ούσα αλάνθαστη».

Η μελαγχολία, η θλίψη και η μοναξιά δεν είναι όμως ποιητικές φαντασιώσεις αλλά ζωντανές διαπιστώσεις που ανοίγουν και κλείνουν τον διάλογο με τον/τους παραλήπτες τους. Μακριά από συναισθηματισμούς βολικούς. Γράφει στο τελευταίο ποίημα: «Η μοναξιά δεν ήταν επιλογή άσ’ τους να λένε· η μοναξιά ήταν πάντα το τίμημα για τις λευκές επιταγές που καταφέραμε να εξαργυρώσουμε ψυχή τε και σώματι αγάπη μου.». Ένα σχήμα κύκλου με δυο φαινομενικά αντίθετες λέξεις: ξεκινά το ποίημα με τα λέξη «Η μοναξιά» και το κλείνει με τη λέξη «αγάπη μου». Τις κάνει ταυτόσημες. Αυτό είναι το μήνυμα στο άλλο πρόσωπο. Που το αφήνει να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Και με αυτή τη λέξη «αγάπη μου» κλείνει όλη τη συλλογή.

Ο Χρήστος Μιχάλαρος  γνωρίζει πολύ καλά το δημοσιογραφικό παιχνίδι, τα κόλπα του επικοινωνιακού μάρκετινγκ, την ψυχολογία του τηλεθεατή, τις δημόσιες σχέσεις. Στα ανεπίδοτα, όμως, αυτά ποιήματά του δεν προσφέρει τις σάρκες του προς βρώσιν και πόσιν, αλλά τις αγωνίες, τις διαπιστώσεις, τα συναισθήματα και τις εμπειρίες του προς σκέψη. Τα όσα έζησε του υπαγορεύουν το παιχνίδι, δεν είναι αυτός ο κυρίαρχος.  Για αυτό και αφήνεται να απολαύσει τη μαγεία της ήττας. Και βγαίνει αναβαπτισμένος μέσα από την οδύνη. Βγαίνει με τη σκέψη που του δίδαξε το συναίσθηματα μπαίνοντας. Και βγαίνει καθολικός και όχι μόνο προσωπικός. Για αυτό και όταν γράφει για παράδειγμα: «Θυμάμαι τα λαθραία λόγια: βροχή πολλή και πώς θ’ αντέξεις», ο αναγνώστης διαβάζει έναν στίχο που έχει μια ποιητική προέκταση, ένα σημαινόμενο που ξεφεύγει από ένα βίωμα και αποκτά τη δική του οντότητα. Για τον ποιητή όμως αυτός ο στίχος κατάγεται από την ζωή του. Την αληθινή του ζωή. Όχι από τις δημόσιες σχέσεις του αλλά από τη Σχέση του. Εξού και ο αποφθεγματικός τόνος -που πάντοτε είχε αυξημένο- ως τεχνοτροπία,  αλλά τώρα αυτός αποκτά μια πιο ιδία ταυτότητα γιατί έρχεται από διαπιστώσεις που έζησε με το ίδιο του το σώμα. Γράφει:

 

Μια μέρα

η πόρτα θα χτυπήσει

θα έρθουν όλα τα υπόλοιπα

εκτός από εσένα.

 

Τότε

θα έχεις ήδη καταλάβει καλά

ότι η προδοσία έχει να κάνει με το αίμα

το αίμα με την πίστη

και η πίστη με την πρώτη φορά

που καμιά φορά

όντως

πονάει για πάντα.

 

Ο Έρωτας, λοιπόν,  με ονοματεπώνυμο στα ποιήματα γίνεται ταυτόχρονα και πιο αφηρημένη έννοια.  Γράφει: Έρωτας δεν σήμαινε ποτέ/  το πάντα / τι είναι πάντα θα μου πεις / σε μια ζωή απόλυτη χωρίς αντισταθμίσεις / ή με αντισταθμίσεις μόνο – απόλυτη ξανά / κι ένα φως που οπωσδήποτε το θέλησες σβηστό. Τι κάνει λοιπόν εδώ: Μέσα σε έξι στίχους το προσωπικό γίνεται συλλογικό και το αντίστροφο. Μιλά στον έρωτά του και ταυτόχρονα γίνεται αφοριστικός, καθολικός. Ακολουθεί μια παραγωγική πορεία από το γενικό στο ειδικό. Από τις διαπιστώσεις που του έμαθε ο έρωτας πηγαίνει στο ίδιο το υποκείμενο του έρωτά του. Άλλες φορές ακολουθεί την αντίστροφή πορεία, την επαγωγική. Αυτό το παιχνίδι του συγκεκριμένου με το γενικό χαρακτηρίζει όλη τη συλλογή. Είναι το παιχνίδι που κάνει η ζωή με την τέχνη και η τέχνη με τη ζωή.

Ο Χρήστος Μιχάλαρος που γνώρισα πριν χρόνια είχε από νέος ένα μεγάλο προτέρημα -που όμως στην τέχνη μπορεί εύκολα να εξελιχθεί σε μειονέκτημα: έμπαινε γεμάτος θαυμασμό στον κόσμο των αγαπημένων του «ηρώων» που είτε γνώρισε από κοντά είτε μέσα από τα βιβλία και τα τραγούδια και ευφυώς έκανε τα βήματα του πάνω στα βήματά τους. Όπως δηλαδή κάθε νέος δημιουργός οφείλει να κάνει. Να ζήσει με τις ζωές των άλλων μέχρι να βρει τη ζωή του. Αλλά και να αυτολογοκριθεί υπηρετώντας κανόνες που του έμαθαν.

 

Άλλαξες τόπους και ίσως τρόπους

μήπως μπορέσεις να σταθείς

είτε στα πόδια σου είτε σε άλλων

κι έτσι

χρειάστηκε να μαρτυρήσεις με ακρίβεια

κάθε ταυτότητα που σου γινόταν αίμα.

 

Ο υπαινιγμός της τέχνης άχρηστος

κάθε που σε ρωτούσαν πού πηγαίνεις.

 

Μα πού πηγαίνεις;

Είναι αυτή η αναγνώριση της ταυτότητας που αυτομάτως οδηγεί στο επόμενο βήμα. Της κατάκτησης της νέας ταυτότητας. Έτσι, σε άλλο σημείο γράφει:

 

Κάτω από κάθε ουρανό

οι αθώοι παίρνουνε το βήμα που τους πρέπει

μόνο το βήμα

μόνο το πρέπει

και μια γραφή που τους θυμίζει τα λογάκια των σοφών

μην τρίξεις μην κλάψεις μη λυγίσεις

μη φέρεις τη ζωή εκτός του μέτρου

μόνο ουαί κι αλίμονο και δέσου

στα σχοινιά τους

εσύ και η πέτρα σου η γυμνή

η γυαλισμένη

για όσα κατάφερε το ένστικτο να διασώσει.

 

 

Αυτό το ένστικτο είναι και τα ανεπίδοτα ποιήματά του που τέλεσαν το στόχο τους τόσο για τον παραλήπτη τους όσο και για τον αποστολέα.

 

 

 https://www.poiein.gr/2026/03/12/%cf%87%cf%81%ce%ae%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%82-%ce%bc%ce%b9%cf%87%ce%ac%ce%bb%ce%b1%cf%81%ce%bf%cf%82-%ce%b1%ce%bd%ce%b5%cf%80%ce%af%ce%b4%ce%bf%cf%84%ce%b1-%ce%b5%ce%ba%ce%b4-%ce%bc%ce%b5-2/

Δεν υπάρχουν σχόλια: