18.3.26

Ξαναδιαβάζοντας τη Φούλα Χατζηδάκη


Τιτίκα Δημητρούλια

Φούλα Χατζιδάκη «Χαμηλοί τόνοι»,εισαγωγή: Αγγέλα Καστρινάκη, μελέτη-επιμέλεια: Έλενα Αλεξανδράκη, εκδόσεις: Σοκόλη, 2025

Όταν είδα ότι επανεκδόθηκε το μοναδικό δημοσιευμένο λογοτεχνικό έργο της Φούλας Χατζιδάκη (1906-1984), η συλλογή της με τα οχτώ διηγήματα και τον πολύσημο τίτλο που είχε πρωτοεκδοθεί το 1961 από τον εκδοτικό των πολιτικών προσφύγων Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις,

χάρηκα πάρα πολύ. Γιατί τα διηγήματα της Χατζηδάκη βρίσκουν τον δρόμο τους για το ευρύ, ή έστω ένα ευρύτερο, κοινό, πέρα από τους ερευνητές των αρχείων. Γιατί φωτίζεται, με την έκδοση αυτή, το πρόσωπο μιας πολύ σημαντικής κριτικού, μεταφράστριας, διανοούμενης της κομμουνιστικής Αριστεράς στον σύντομο 20ό αιώνα, που παρέμενε στη σκιά. Αλλά και γιατί η έκδοση αυτή, η οποία παρουσιάζει μεγάλο λογοτεχνικό και γραμματολογικό ενδιαφέρον, δημιουργεί ελπίδες για μια ευρύτερη αποκατάσταση της λογοτεχνίας της υπερορίας στο νεοελληνικό λογοτεχνικό πεδίο, όπου έχουν βρει τη θέση τους ως σήμερα μόνο λιγοστές πολύ σημαίνουσες μορφές της. 

Αστικής καταγωγής, κόρη του μαθηματικού Νικόλαου Χατζιδάκη, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, εισηγητή της απειροστικής γεωμετρίας στην Ελλάδα, ανιψιά του Γεώργιου Χατζιδάκι, πατέρα της ελληνικής γλωσσολογίας, μισή Δανέζα από την πλευρά της μητέρας της, μορφωμένη και πολύγλωσση, η Χατζιδάκη στρατεύτηκε πολύ νέα στο ΚΚΕ· παντρεύτηκε εξίσου νέα τον βουλευτή του ΚΚΕ και πιστό φίλο του Νίκου Ζαχαριάδη, Μιλτιάδη Προφυρογένη, με τον οποίο χώρισε το 1949· συμμετείχε στην έκδοση σημαντικών κομμουνιστικών περιοδικών στο μεσοπόλεμο, όπως οι Πρωτοπόροι και οι Νέοι πρωτοπόροι·φυλακίστηκε και εξορίστηκε από τη μεταξική δικτατορία, επέστρεψε για λίγο στην Αθήνα και στη συνέχεια έφυγε για το Παρίσι κι από εκεί για τις σοσιαλιστικές χώρες. Κατέληξε στη Ρουμανία, όπου συμμετείχε θεσμικά και έντονα στο λογοτεχνικό πεδίο της υπερορίας ως τον επαναπατρισμό της, το 1964.

Ανθρώπινες ιστορίες

Διάβασα τα διηγήματά της έχοντας κατά νου την εποχή και το πλαίσιο της συγγραφής και της δημοσίευσής τους. Ιστορίες απλών ανθρώπων, μεγάλων και μικρών, που αυθόρμητα αντιστέκονται στη βαρβαρότητα της Ιστορίας κι άλλων που δρουν πιο συνειδητά ή παλεύουν να κρατηθούν όρθιοι μες στις αντιφάσεις και τα ερωτηματικά τους. Δύο δασκάλες πλάθουν παιδικές ψυχές και δεν σκύβουν το κεφάλι μπροστά στον φασισμό και τους εγχώριους υποστηρικτές του. Ένας Ιταλός μπλέκεται από έρωτα στην ελληνική αντίσταση. Ένα μικρό κορίτσι σώζει ένα ακόμη μικρότερο Εβραιόπουλο από τους φούρνους των ναζιστών. Μια παρέα ναυτικών, με μια «νεράιδα» στους κόλπους της, μυείται, τόσο όσο, στον μαρξισμό κι ύστερα παίρνει ο καθένας κι η καθεμία τον δικό του δρόμο, για το καλό και το κακό, μέσα στη δίνη της Ιστορίας. Ένας γερμανοσπουδαγμένος καθηγητής αρνείται να υπογράψει υπέρ της ανωτερότητας της γερμανικής κουλτούρας κι ο εφιάλτης του ναζισμού τον στοιχειώνει, πλάι στις σκόρπιες αναμνήσεις του, τις τελευταίες του ώρες, μες στον λιμό της Κατοχής. Πλάι τους ένας ανώτερος κληρικός στη Βενετία του 18ου αιώνα μάχεται τις λαχτάρες της ψυχής και του κορμιού του και τις αμφιβολίες για την πίστη του· κι ένας ακέραιος λογιστής φορτώνεται τις αμαρτίες που αρνήθηκε να συγκαλύψει, οι φίλοι του τον προδίδουν και κλείνει πικραμένος αλλά ορθός αυτό το κεφάλαιο της ζωής του την ώρα που ξεσπάει η Οκτωβριανή Επανάσταση.

Δεν μπορεί κανείς παρά να συμφωνήσει με την Αλεξανδράκη ότι οι αμφιβολίες κι αμφιταλαντεύσεις του ιερωμένου μπορούν να παραλληλιστούν με εκείνες της ίδιας και πολλών κομμουνιστών μετά το 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ και τις συνακόλουθες αλλαγές στο ελληνικό και διεθνές κομματικό τοπίο· η ουδέτερη αντίδραση του προοδευτικού λογιστή ως προς την Οκτωβριανή Επανάσταση μπορεί να εκληφθεί ως εκ των υστέρων πικρό σχόλιο. Ενώ η sotto voce τονικότητα της όλης συλλογής, υπογραμμισμένη από τον τίτλο και ποικιλοτρόπως έκδηλη στα διηγήματα, σε επίπεδο δομής αλλά και προσώπων, επίσης μπορεί να θεωρηθεί ως αντίδραση στο επί μακρόν κυρίαρχο, ηρωικό πρότυπο του σοσιαλιστικού ρεαλισμού – χωρίς πάντως να το καταργεί πλήρως θεματικά και αφηγηματικά.

Λογοτεχνικές αρετές και ψεγάδια

Πέραν αυτών, τα διηγήματα της Χατζηδάκη έχουν αδιαμφισβήτητες λογοτεχνικές αρετές, που οπωσδήποτε πηγάζουν και από τη βαθιά της γνώση της παγκόσμιας και ειδικά της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας και τέχνης και τη διαρκή, και πολύ δύσκολη προφανώς, επαφή της, όπως και όλων των εξορίστων, με τα τεκταινόμενα εκτός σοσιαλιστικών χωρών – ενδεικτικά σημειώνω την προφανή συνομιλία με τον Τόμας Μαν στο διήγημα «Ζήτημα συνείδησης» αλλά και το μότο στο διήγημα «Έκλεισε ένα κεφάλαιο», ένα δίστιχο από την κατά Λεό Φερέ διασκευή-συρραφή στίχων του Ρυτμπέφ στο τραγούδι «Pauvre Rutebeuf» (1955). Τις αρετές της τις έχουν επισημάνει συγκαιρινοί της, όπως ο Τσίρκας και ο Ρίτσος, και δεν θόλωσαν στον χρόνο. Ξέρει να στήνει μια πλοκή, αφήνοντάς την ίδια στιγμή να αναπνέει, όπως και τα πρόσωπά της. Τόσο η αφήγηση όσο και ο λόγος της έχουν συχνά αμεσότητα κι έναν ιδιαίτερο ρυθμό, ο οποίος υποστηρίζει τη μετρημένη συγκίνηση –στοιχείο θετικό– και την ατμόσφαιρα των ιστοριών. 

Την ίδια στιγμή, βέβαια, δεν κατέχει την τέχνη της αρχής (incipit), όπως κάποιοι συγκαιρινοί της που είτε κατακεραύνωσε είτε στήριξε διακριτικά, η Αξιώτη κι ο Χατζής αντίστοιχα – πόσο μάλλον όπως ο «εγωιστής» Αραγκόν, τον οποίο (τόσο όσο διακριτικά) καταχέριαζε κάποια στιγμή, με αφορμή την Αξιώτη. Αντίστοιχα δεν τους φτάνει, όπως ούτε τον Τσίρκα ούτε την Έλλη Αλεξίου, στη δημιουργία συγκίνησης με τα ελάχιστα (και μένω στη σύγκρισή μου προφανώς πάντα στη μικρή φόρμα). Στις περιγραφές της εντοπίζεται κατά τόπους ένας παρωχημένος και αναποτελεσματικός λυρισμός, όπως όταν το φεγγάρι «χύνει τα μαλάματά του και τα χρυσάφια του στο σμάλτο της Αδριατικής»· άτοπα στοιχεία λαϊκού επιπέδου ύφους του τύπου η «αρωματοσκορπίστρα λεμονιά»· αλλά και μη λειτουργικές επαναλήψεις.

Δεν ακυρώνουν όλα αυτά την αξία των διηγημάτων της Χατζηδάκη. Προσωπικά, θεωρώ γενικά αξιανάγνωστα, αν όχι και αριστουργηματικά, έργα με αδιαμφισβήτητα ψεγάδια. Εν προκειμένω λοιπόν, και παρά τις όποιες αστοχίες, έχουμε να κάνουμε με καλογραμμένα διηγήματα, που μπορούν κάλλιστα να σταθούν πλάι σε πολλά άλλα της ίδιας εποχής, εντός και εκτός Ελλάδας. Δεν θα μάθουμε όμως δυστυχώς ποτέ πού θα μπορούσε να φτάσει το (αδιαμφισβήτητο κατά την ίδια) συγγραφικό ταλέντο της, αν δεν είχε πνιγεί –όπως όλο πίκρα έγραφε στον Τσίρκα, τον οποίο στήριξε σημαντικά στην κομματική περιπέτειά του με την τριλογία– στα κύματα της Ιστορίας και των προσωπικών της επιλογών.

Αποκατάσταση

Όπως και να έχει, η εικόνα της Χατζιδάκη που σχεδιάζει η παρούσα έκδοση, με τον πρόλογο της Αγγέλας Καστρινάκη και τη μελέτη της Έλενας Αλεξανδράκη, είναι ακριβής και μαζί τρόπον τινά αγιογραφική, λόγω αναδρομικής προοπτικής. Η Χατζιδάκη λοιπόν υπήρξε, όχι δυνάμει αλλά ενεργεία, κατά πρώτον κριτικός, κατά δεύτερον μεταφράστρια και κατόπιν λογοτέχνης. Και οφείλουμε να αναδείξουμε όλα της τα κείμενα, ενταγμένα όπως είναι στο ιστορικό τους πλαίσιο και στην ευρύτερη συζήτηση της Αριστεράς για τη λογοτεχνία και την τέχνη. Τα διηγήματά της και όσα άλλα λογοτεχνικά της πονήματα λογοκρίθηκαν και έμειναν στο συρτάρι της· τις κριτικές και τα δοκίμιά της στα μεσοπολεμικά και μεταπολεμικά περιοδικά· τις γνωμοδοτήσεις της στην υπερορία, με τις οποίες αναδεικνύεται ως μια από τις πιο ένθερμες υποστηρίκτριες του ζντανοφικού πνεύματος (και ναι, η Αλεξίου μπορεί να έπαιξε έναν αντίστοιχο ρόλο, αλλά η Αξιώτη όχι), του οποίου υπήρξε και η ίδια με τη σειρά της θύμα· κι εκείνα της εποχής της αποσταλινοποίησης, στα οποία συχνά κατεδάφιζε έργα που προηγουμένως είχε υμνήσει· και τα κατοπινά, της μεταπολίτευσης. Η φωνή της αξίζει, οφείλει να μείνει, αλλά ατόφια, όπως πραγματικά ήταν, σφραγισμένη στη συγκρότηση και την εξέλιξή της από μια μεγαλειώδη και τραγική εποχή.

Μια τελευταία παρατήρηση. Αν το ζητούμενο στην ιστορία της λογοτεχνίας είναι να κατανοούμε τα κείμενα στα συμφραζόμενά τους, η κατά το δυνατόν ακριβής αποτύπωση των συμφραζομένων αυτών είναι sine qua non προϋπόθεση για την προσέγγισή τους. Με τη λογική αυτή και ενδεικτικά μιλώντας, πόρρω απέχουν οι θέσεις και οι πολιτικές του Ανατόλι Λουνατσάρσκι από του Αντρέι Ζντάνοφ· ενώ για να γίνει κατανοητή η αντίληψη της Φ.Χ. περί επαναστατικού ρομαντισμού, τόσο στα διηγήματά της όσο και στις εισηγήσεις της στην επιτροπή διαφώτισης, πριν από τον Μικαέλ Λεβί θα ήταν απαραίτητη η αναφορά στον Γκόρκι.

https://epohi.gr/articles/xanadiavazontas-ti-foyla-chatzidaki/

Δεν υπάρχουν σχόλια: