Κώστας Καραβίδας
Αριστείδης Αντονάς «Το σημειωματάριο», εκδόσεις:Αντίποδες,
2025
Ένα άγραφο σημειωματάριο αλλάζει χέρια. Οι δύο προκάτοχοί του, γυναίκες συγγραφείς με βιώματα επώδυνων οικογενειακών θανάτων, το άφησαν άθικτο. Ώσπου καταλήγει ως δώρο στον αφηγητή που το εκλαμβάνει σχεδόν ως τελετουργική διαδικασία μιας αόριστης κληροδοσίας. Τι ακριβώς μεταβιβάζεται; Το κενό και ο τρόμος του; Η αναβολή ή η υπόσχεση μιας μελλοντικής γραφής; Η πρόσφατη απώλεια
της τελευταίας δωρήτριας, της Τζίνας, που γρήγορα μαθαίνουμε πως πρόκειται για την σπουδαία πανεπιστημιακό Τζίνα Πολίτη (η πρώτη είναι η Καίη Τσιτσέλη), σε συνδυασμό με το πένθος του αφηγητή για την απουσία της φίλης του, πυροδοτούν τη γραφή που θα λύσει την κατάρα του σημειωματάριου.Ο αφηγητής περιφέρεται στους δρόμους της πόλης, στη
«σύγχρονη, απελπισμένη και υπέροχα ξεπεσμένη πόλη των Αθηνών» (σ. 56), στην
καρδιά των Εξαρχείων, ανάμεσα σε ρημαγμένα πεζοδρόμια, λακούβες, απαίσιες οσμές
σκουπιδιών, ούρων και βρωμιάς. Και αποφασίζει να γεμίσει με περιπατητική γραφή
τις αδειανές σελίδες του στοιχειωμένου σημειωματάριου. Γράφει βαδίζοντας και
παρατηρώντας. Δεν είναι ακριβώς ο άσκοπα περιπλανώμενος μπωντλερικός flâneur
της αστικής νεωτερικότητας. Μοιάζει τελευταίος κρίκος της μεγάλης περιπατητικής
παράδοσης στη φιλοσοφία από τους αρχαίους Κυνικούς μέχρι τον Καντ, τον Ρουσώ,
τον Νίτσε. Ενσώματα και ανησυχαστικά, αν όχι απεγνωσμένα, καταγράφει ό,τι
σκέφτεται. Πλανόδιες αλλά αναστοχαστικές σκέψεις γύρω από την ταυτότητα της
πόλης, τη ζωή, τον Προυστ, τον Τζόις, τον Πεντζίκη, το μέλλον και την απώλεια.
Ο αφηγητής στοχάζεται και γράφει μανιακά την ώρα που αναβάλλει διαρκώς την
επίσκεψη στην «Ιθάκη», στο σπίτι της αγαπημένης του. Το ελλείπον ίχνος που
παράγεται από την απουσία και την αναβολή, με τον τρόπο που έχει δείξει ο
Ντερριντά (différance), ενσωματώνεται ως δομικό στοιχείο ενός νοήματος που δεν
σταθεροποιείται αλλά γλιστρά συνεχώς σε άλλα νοήματα.
Γραφή ως ξόρκι θανάτου
Ο Αριστείδης Αντονάς (γ. 1963) έχει κατακτήσει εδώ και πολλά
χρόνια ένα αναγνωρίσιμο ύφος γραφής: μοντερνιστικό, στοχαστικό, υπαρξιακό και
ποιητικά παιγνιώδες. Η πρόζα του, πάντα κοφτερή και κομψή, ρυθμική,
μινιμαλιστική και νευρώδης, κινείται σταθερά στην αισθητική γραμμή του Ε.Χ.
Γονατά. Όλο το έργο του αναστοχάζεται το παρόν των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών
και τα συντρίμμια του παρελθόντος. Οι χώροι στα αφηγήματά του, συνήθως
περίκλειστοι και συμβολικά απροσδιόριστοι ή αλληγορικοί, στο Σημειωματάριο γίνονται
αναγνωρίσιμοι. Είναι ο ανοιχτός χώρος της πόλης που μετασχηματίζεται.
Εδώ το μεταλλαγμένο αθηναϊκό κέντρο παρέχει ρεαλιστικά την
αύρα μιας σύγχρονης δυστοπίας. Αλλά ούτως ή άλλως, όπως έγραφε ο Frédéric Gros
στο Περπατώντας (μτφ. Ρούλα Τσιτούρη, εκδ. Ποταμός, 2015), «το βάδισμα προκαλεί
τη λογική του ανθρώπου της πόλης να αντιστραφεί, συνιστά πρόκληση για την πιο
συνηθισμένη του κατάσταση». Ο περίπατος του αφηγητή, που στροβιλίζεται με
κινούμενες σκέψεις, περιλαμβάνει μια γνώριμη σε αυτόν κυκλωτική διαδρομή από τη
Σπυρίδωνος Τρικούπη μέχρι τη Διδότου. Με αφετηρία το ψαράδικο όπου αγοράζει ένα
ψητό ψάρι, σύμβολο που συνδέεται με τις τελετουργίες του θανάτου και του
πένθους, κατευθύνεται με αναβλητική διάθεση προς το διαμέρισμα της αγαπημένης
του που βρίσκεται ακριβώς πάνω από το εμπνευσμένο από τους περιπάτους του Προυστ
βιβλιοπωλείο (πρώην δισκάδικο) της Διδότου με το όνομα Γκερμάντ (το πραγματικό
όνομα του βιβλιοπωλείου είναι το επίσης προυστικό Κομπραί – το μέρος από όπου
ξεκινούσε η αναζήτηση του χαμένου χρόνου).
Η αφήγηση αυτής της ιδιότυπης φλανερί αρθρώνεται σε πενήντα
σύντομες, χαλαρά συνδεδεμένες παραγράφους-κεφάλαια μπενγιαμενικής
αποσπασματικότητας. Το βιβλίο του Αντονά, με υποτυπώδη πλοκή, αποθεώνει τη
διαδικασία της παθιασμένης γραφής. Ένας φόρος τιμής στην Τζίνα Πολίτη και μια
οντολογία της γραφής που γεμίζοντας το κενό, εναντιώνεται στη ματαιότητα και
την ακύρωση και λειτουργεί ως ξόρκι του θανάτου.
Αιρετική αθηναιογραφία
Ο Αντονάς μάς συστήνει με λοξό βλέμμα τη σκηνή της Αθήνας ως
μετα-πόλης που μπορεί ωστόσο να προκαλεί ακόμη στην περιπατητική σκέψη εμπειρίες
υπερδιέγερσης, όπως στην Πόλη και Ψυχή του Γκέοργκ Ζίμελ. Ο αφηγητής αναζητά
την αινιγματική ομορφιά της. Μια Αθήνα των αντιφάσεων και των φαντασμάτων,
διχασμένη ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή, που παρ’ όλα αυτά αντιστέκεται στις
ψευδεπίγραφες κατασκευές της ταυτότητάς της από τις δυτικές εξιδανικεύσεις
(πόλη των ερειπίων) και εν μέσω των βίαιων μεταλλαγών της (βραχυχρόνια μίσθωση,
σκουπίδια, πλημμυρίδα εστιατορίων και καφέ, τουριστικοποίηση, βρωμερές
πικροδάφνες, θόρυβος και κινητικό χάος) επιμένει να σπινθηρίζει απεγνωσμένη
ελπίδα με εστίες απλότητας και ανθρωπινότητας. Απέναντι στο δυτικής προέλευσης
προβαλλόμενο νεοκλασικό πρότυπο της συνέχειας και της ανάτασης πάνω στα αρχαία
ερείπια και την ανεύρετη-γραφική Ανατολή των χριστιανορθόδοξων προσλήψεων, ο
αφηγητής αντιτείνει μια έκκεντρη αισθητική, με μια ποιητική και πολεοδομική
νοερή ματιά, όπου η νέα πόλη νικά την παλιά και οι πολυκατοικίες τα νεοκλασικά.
«Η Αθήνα είναι καταπληκτική, επειδή διαλύθηκε η σχέση της με το μνημειώδες» (σ.
52). Η μετανεωτερική παρακμή την προστατεύει από το ψεύδος της εθνορομαντικής
της εικόνας. «Κάποια αντίσταση της πόλης τεκμηριώνεται στην οδό Τοσίτσα […] Η
παρακμή σώζει την οδό Τοσίτσα από το ψεύδος της φρουράς των τσολιάδων» (σ. 29).
Ο κόσμος του Αντονά, ωστόσο, εκπέμπει σήμα κινδύνου,
προαναγγέλλοντας το τέλος του. Είναι κουρασμένος, διαλυμένος, συντριμμένος. Η
υβριδική γραφή του ενσωματώνει έντεχνα στοιχεία δοκιμιακού λόγου. Απολαυστικός
είναι ο τρόπος που με ειρωνικά κριτική ματιά συνδέει τις νυσταλέες στρατιές των
ΜΑΤ με τα γραφεία του «πεθαμένου κόμματος-φάντασμα» ΠΑΣΟΚ στη Χαριλάου
Τρικούπη. Ή όταν σχολιάζει την απέχθειά του για την ποίηση του Ελύτη και τη
ναρκισσιστική καλλιγραφία του Ρίτσου και του Χειμωνά και εγκωμιάζει τον παράδοξα
κομβικό ρόλο του (και των) καφέ ως αντίσταση στον επελαύνοντα οχετό της
καταστροφής.
Ο Αντονάς, με ισχυρή αυτοαναφορικότητα και σύγχρονη αστική
ευαισθησία, έγραψε ένα στοχαστικό βιβλίο για το πάθος και τη διαδικασία της
άσκοπης γραφής που χωρίς αγωνία για νοήματα, γεμίζοντας απλά το κενό των λευκών
σελίδων, μνημειώνει το φευγαλέο και εκδικείται τον χρόνο και τον θάνατο. Μια
γραφή που διεκδικεί να συλλάβει κάτι από τη μεταβαλλόμενη και διαφυγούσα
συνείδηση της πόλης αλλά και των προσωπικών φαντασμάτων. Τι είναι αυτό που
καθιστά μοναδική την πεζογραφία του; Η ικανότητά του να σκαρώνει αφηγήματα που
δονούνται από ζωντανές ιδέες του καιρού μας χωρίς αυτές να αναιρούν ή να
πνίγουν τη λογοτεχνικότητα και την υβριδική ιδιοσυγκρασία του κειμένου.
https://epohi.gr/articles/athina-poli-ton-fantasmaton/
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου