Η ποίηση του Γιώργου Κοζία συγκροτεί ένα άμεσα αναγνωρίσιμο σύμπαν στο σύνολο της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής όπου είναι συχνά αισθητή η επανάληψη κάθε είδους. Το τρίτο βιβλίο του Κοζία Τι αιώνα κάνει έξω; κλείνει, τουλάχιστον έως τώρα, το ποιητικό σχέδιο που ξεκίνησε κυρίως με το Πολεμώντας υπό σκιάν και συνεχίστηκε με τον Εξάγγελο.
Ένα κύριο γνώρισμα της ποίησής του είναι η διαπλοκή του εαυτού/εγώ με το εμείς. Παράλληλα, είναι ορατή η συνάντηση με τους λόγους άλλων λογοτεχνών έτσι που η φωνή που μιλά αποκτά μια πολλαπλότητα και το ποιητικό υποκείμενο γίνεται μια πολυφωνία. Αυτή η ποίηση υψώνει πολιτικό λόγο ως φορέας προσωπικού και συλλογικού. Τα σύντομα λοιπόν βασικά χαρακτηριστικά του έργου του Κοζία είναι ο πολιτικός/κοινωνικός χαρακτήρας του και συνάμα ο πολυσήμαντος ρόλος του ποιητή, δεύτερον η διακειμενικότητα όχι μόνο ως δομικό συστατικό, αλλά ως συγκρότηση ενός ομιλούντος διακειμενικού εαυτού.
Από το πρώτο ποίημα η ποιητική φωνή παρουσιάζεται με σχεδόν τελετουργικό όνομα: «Εγώ ο Γεώργιος Βάαλ διχασμένος/με αρπάζει η νοσταλγία και τραγουδάω στις ταβέρνες». Ειρωνεία και τραγικότητα, γνώρισμα όλης της συλλογής κάνουν την εμφάνισή τους δυο φορές στο πρώτο αυτό ποίημα: «Όλα ήταν όμορφα/ τα άδεια χαμόγελα, το παγωμένος πένθος/οι παράδοξες ελπίδες».
Ο ποιητής είναι το σώμα όπου εγγράφεται η βία της ιστορίας και, ταυτισμένος με την αντίσταση, μας δίνει γνωρίσματά του στο «Το πορτρέτο του καλλιτέχνη τον καιρό του τραβήγματος της ψηλής σκάλας»: «Εγώ στις λάσπες, λέω, δεν πατώ, μήτε/βορά θα γίνω των θεριών/Παρά μονάχα την ψηλή σκάλα/θα ανεβαίνω/αγέρωχος, ευθυτενής/με τα κουδούνια και το ξυράφι των τρελών/». Καθώς ο ποιητής εκφέρει λόγο ως εκπρόσωπος ενός «εμείς» επικαλείται τον αρχικό ρόλο της ποίησης ως δημόσιας επιτέλεσης. Το εμείς αυτό νοείται ως φαντασιακή/επιθυμητή συσπείρωση και μαζί υπαρκτή κοινότητα που συμπάσχει και αφουγκράζεται τον ποιητή. Αυτός επωμίζεται τον παλαιό δημόσιο ρόλο του: είναι προφήτης, στοχαστής, απολογητής, κορυφαίος του χορού, στέκει στη μέση και διαλέγεται με τους άλλους. «Τι να τραγουδήσω;» είναι ο τίτλος ενός ποιήματος που στην εξέλιξή του απαντά στο ερώτημα. Η προστακτική του «εμείς» επανέρχεται απαιτώντας από τον ποιητή-οδηγητή: «Τραγούδησε/ Τι να τραγουδήσω/Τους ψαράδες, τους περβολάρηδες, τους οδοιπόρους/»[…]Σαν νυχτερίδες κρέμονται οι ζωντανοί…/Μαυλίστρες οι προφήτες, οι πολιτικοί, οι Γραφές/[…] Τραγούδησε/Τι να τραγουδήσω/Τα Ιεροσόλυμα τρελαίνουν ή σκοτώνουν;[…] Τραγούδησε/ Τι να τραγουδήσω/Αυτή η καταραμένη εποχή πέτρωσε τα τραγούδια». Η ποίηση αναδεικνύεται σε δραστικό λόγο, σε κοινωνικό παράγοντα και ο ποιητής-προφήτης του Ρεμπώ επιστρέφει: παρατηρεί, σχολιάζει και κρίνει ενορατικά, δημόσιος εκφραστής και ταυτόχρονα ενοποιός δύναμη. Το μένος και το πάθος, η ενορατική δύναμη οδηγούν σε μια ρομαντική επαναστατικότητα: «Γρηγορείτε! Γρηγορείτε! / Θεοί τρομάζουν, λαοί αλαλάζουν / Νεκροί ξυπνούν, βασίλεια αφανίζονται» («Πατριδάλογο» 28). Ή:«Σαλπίστε, σαλπίστε, ίσως γίνει κάποιο θαύμα!». «Ακούστε μας/ ακριβοί μου νεκροί, είμαστε ζωντανοί//Γλέντα, Θλίψη, Χόρεψε, Θλίψη, Πέταξε, Θλίψη». «Φαντασία για μια χάλκινη σάλπιγγα».
Σε κάθε πάντως περίπτωση το εγώ γίνεται πέρα από δημόσιο, και πολυφωνικό μέσω του ισχυρού διακειμένου. Η διακειμενικότητα, όπως ήδη ανέφερα, δε λειτουργεί μόνο ως ρητή ή υπόρρητη κειμενική υπόμνηση, αλλά δομεί την ίδια τη φωνή εκφοράς του ποιητικού λόγου. Παστερνάκ, Καρυωτάκης, Σεφέρης, Μαντελστάμ, Δάντης, Μοντεβέρντι, Καββαδίας αλλά και ιστορικά ή μυθικά πρόσωπα, μέρη ή στίχοι ή λέξεις από ποιήματα και τραγούδια, άριες ή θούριους συνθέτουν σίγουρα ένα παλίμψηστο λόγων αλλά ταυτόχρονα συγκροτούν μια πολυφωνία αφομοιωμένη οργανικά μέσα στην υφή και τη φωνή του ποιήματος, ώστε αυτή να ακούγεται ατομική αλλά και τόπος συνάντησης άλλων φωνών, ένας εαυτός ο ίδιος ένα διακείμενο, ένα πεδίο παραθεμάτων.
Η διακειμενικότητα εντέλει είναι τρόπος με τον οποίο η ποίηση του Κοζία σκέφτεται: μέσω ανακλήσεων, παραλλαγών, μεταμορφώσεων και επανεγγραφών ενός τεράστιου αρχείου, ιστορικού και λογοτεχνικού. Η ιστορία, παρούσα στο έργο του Κοζία, δεν εμφανίζεται ως απλή γραμμική αλληλουχία γεγονότων. Η επιμονή με τους ηττημένους, τους νεκρούς, τους εξόριστους, τους χαμένους αγώνες και τις φθαρμένες επαναστατικές υποσχέσεις, οι αναφορές σε επανάσταση, Κόκκινο Στρατό, Οκτώβρη, Μαρξ, διωγμένους και πολιορκημένους, όπως και η συνεχής επιστροφή σε ιστορικά ερείπια και συλλογικά τραύματα, δείχνουν ότι ο ποιητής δεν αντιμετωπίζει την ιστορία ως ουδέτερο παρελθόν αλλά ως πεδίο ανεκπλήρωτων ή προδομένων δυνατοτήτων. Χαρακτηριστικό το ποίημα «Στο κοιμητήρι του Στάρυ Κριμ…»: «Στο κοιμητήρι του Στάρυ Κριμ κάθισα και έκλαψα/Και πέρασε η Χρυσή Ορδή τροπαιοφόρα/καλπάζοντας, θερίζοντας/Πάνω από τα κόκαλα των νικημένων/Τα στάχυα δεν κυματίζουν πια στην Ουκρανία//[…]Υπάρχουν κι άλλοι θάνατοι εκτός απ’ του κορμιού/[…] οι ελπίδες των γενναίων ανθρώπων, άγριες/ώρες που ζευγαρώνουν ζωντανοί με πεθαμένους//Στο κοιμητήρι του Στάρυ Κριμ πληρώσαμε τη γη/και κατακυριεύσαμε το Τίποτα/…».
Γι’ αυτό το ποιητικό σύμπαν του Κοζία μπορεί να περιγραφεί ως ποίηση αρχειακή, αποκαλυπτική/δυστοπική και ταυτόχρονα ελεγειακή, στοιχεία που αιτιολογούν απόλυτα τον τόνο της. Ακόμη περισσότερο, πρόκειται για έργο με ισχυρή ιστορική φόρτιση στο πλαίσιο ενός διαλόγου με την ιστορία: «Η ιστορία θα μας εκδικηθεί για αυτό που υπήρξαμε» («Addio terra, addio Cielo e sole, addio»). Έτσι θα την ονόμαζα ποιητικό επαναστατικό ιστορικό αρχείο αφού απαντούν επίκληση ιστορικών μορφών, επαναστατών, πόλεων, μαχών, συλλογικών τραυμάτων, αναφορά σε πατρίδα, χρήση συμβόλων, παλιές πόλεις και τόποι.
Ταυτόχρονα, κάθε τέτοια αναφορά διυλίζεται ποιητικά, μετασχηματίζεται από την ένταση του συναισθήματος, όπως και πάλι δείχνει το δεύτερο μότο από τον Εξάγγελο του λυρικού Ρίλκε αυτή τη φορά: «Τώρα κάνε το έργο της καρδιάς/στις εικόνες που είναι φυλακισμένες μέσα σου.». Το οικοδόμημα έχει ήδη υψωθεί ποίηση με πολιτικότητα και πολιτειότητα χωρίς στράτευση και ρηχή συνθηματολογία που συνδυάζει εύστοχα το εγώ που εξεγείρεται με το εγώ που στοχάζεται το παρελθόν –ιστορικό και ποιητικό– και διερωτάται για το μέλλον.
Ποιος είναι λοιπόν ο κόσμος στον οποίο όπου ποιητής αναλαμβάνει τον προφητικό ρόλο που περιγράφηκε παραπάνω; Μετακαταστροφικός, παροντικός αλλά και προφητικά μελλοντικός. Τα στοιχεία/χαρακτηριστικά του είναι διάσπαρτα σε πολλά ποιήματα: Πόλεις, νεκροταφεία, τάφοι, σκάλες, άλογα, ποτάμια, λιμάνια, χορτάρια, αίμα, στάχτη, μαχαίρια και ερείπια συναποτελούν ένα σταθερό υλικό που συναιρεί την ποιητική φαντασία με την ιστορία. Ένα από τα αρχικά μότο στον Εξάγγελο, αντλημένο από τον αμφιλεγόμενο Σελίν, αναφέρει: «δεν υπάρχει τίποτα/παρά άσματα εξέγερσης και ελπίδας/Αλλά ελπίδα για ποιο πράγμα;/». Ο άνθρωπος εμφανίζεται εκτεθειμένος στη φθορά, στη βία, στην ιστορική συντριβή, σχεδόν πάντοτε απογυμνωμένος από ηρωικό κύρος. «Και πέρασε η Χρυσή Ορδή τροπαιοφόρα / καλπάζοντας, θερίζοντας / Πάνω από τα κόκαλα των νικημένων» («Στο κοιμητήρι του Στάρυ Κριμ…»). Ή: «Θύελλες, θύελλες μας παρασέρνουν/Κι άλλοι νεκροί περνούν/δίπλα στους κέδρους/κάτω από τον Πολικό Αστέρα//Κι εμείς τι μνημονεύουμε;/Τριήμερα με λίγο στάρι/Εννιάμερα, όσα τα τάγματα των Αγγέλων/» («Καντάτα του Γενισέι»). Όμως ο βαθιά επαναστατικός χαρακτήρας αυτής της ποίησης εναποθέτει την ελπίδα ζωής στα άτομα μέσω του ποιητή και του λόγου του: «Και με τα νύχια γράψε/ στο χώμα επάνω το σωτήριον Σαλπίστε, σαλπίστε, ίσως γίνει κάποιο θαύμα» με κεφαλαία – έτσι κλείνει η συλλογή.
Αυτή η ποίηση συγκροτείται αντιλυρικά μέσα από τον λυρισμό της καθώς έχει ένταση, πάθος, μουσικότητα, αλλά δεν αποβλέπει στην καθαρή λυρική εξύψωση. Συνεχώς τη διακόπτει σχεδόν με βία, ειρωνεία, αποκαλυπτικές εικόνες, υλικά χαμηλά ή αποκρουστικά. «Ο έξω κόσμος trafficking, ρομπότ και LSD» («Καντέντσα του νεκροθάφτη»). Ή:«Η ελευθερία είναι σαν ένα μουλαρίσιο τομάρι» και μετά: «το τραγουδάω στίχο, στίχο / το τεμαχίζω μερίδα τη μερίδα» («Το δερματάδικο (Μπρεχτικό παράδοξο)»). Ο Κοζίας αφήνει τον εξομολογητικό λόγο και τη χαμηλόφωνη λυρική εσωστρέφεια υπέρ ενός σχεδόν ρομαντικού πολιτικού λυρισμού. Βασικό στοιχείο του έργου του είναι ένα υβριδικό υψηλό ύφος και η σύνθεση ενός τόνου μεταξύ υψηλού και λυρικού καταλήγοντας σε εξεγερσιακό σάλπισμα: υψηλή συγκινησιακή φόρτιση που μεταφέρεται στην/στον αναγνώστρια/αναγνώστη, καταγγελτικός παλμός που δίνει ένταση στα ποιήματα, πυκνή αποκαλυπτική εικονοποιία, επαναληπτικές επωδοί, με έντονη χρήση της προσφώνησης, επίκλησης, της επανάληψης, ιδιαίτερος ρυθμός, που καλούν τη συμμετοχή. Οι φράσεις επιστρέφουν ως μοτίβα, οι στίχοι οργανώνονται σε επαναληπτικές δέσμες, και το ποίημα αποκτά μια σύνθετη μορφή μεταξύ θρήνου, καντάτας, μπαλάντας, παραλογής ή σχεδόν λειτουργικού άσματος, στοιχείο που ενισχύουν οι επαναλήψεις στίχων, όπως στο «Στο κοιμητήρι του Στάρυ Κριμ…» που ανέφερα παραπάνω. Ο στίχος επανέρχεται τρεις φορές και οργανώνει ολόκληρο το ποίημα σαν θρηνητική επωδό.
Όλο αυτό το ποιητικό σχέδιο του Κοζία φαίνεται μεγαλεπήβολο γιατί ταυτόχρονα απαιτεί και την αναγνωστική συμμετοχή ως λογοτεχνική αρέσκεια/απόλαυση/κατανόηση και ως ιδεολογική συναίνεση. Νομίζω ότι ο Κοζίας επιτυγχάνει αυτή την ισορροπία ιδίως γιατί ελέγχει το βαθμό παρουσίας των συστατικών της ποίησής του χωρίς να αφήνει το προϋπάρχον ποιητικό σχέδιο να εξοβελίζει τη συγκινησιακή δυναμική των ποιημάτων του: «Στο μαγαζάκι της ζωής/Άνθρωποι κούκλες πανηγυριών/Άνθρωποι ζώα ιπποδρομίου/Όπου και να κοιτάξετε πεταλώνονται ψυχούλες/Και μένει αφύλαχτη η σίκαλη/Και μένει έρημη η αγάπη» («Και μένει αφύλαχτη η σίκαλη») αφού «Ή χάνεις ή κερδίζεις ό,τι έχεις μιζάρει/Συνήθως χάνεις» («Αποπλάνηση με στεφάνι κηδείας»).
https://frear.gr/?p=38326&fbclid=IwY2xjawSR9KpleHRuA2FlbQIxMQBicmlkETBMcWpFQTZBeFFDbjJDRmx6c3J0YwZhcHBfaWQQMjIyMDM5MTc4ODIwMDg5MgABHvVG6mSEmM2_WZtLO9BNqI_vTJTJ_aOjTcUvGv8JNvhxzJqNcCppLpGaRN1r_aem_UTUX-qhJv5AhOxMPzof8eg

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου