Γράφει η Νίκη Μισαηλίδη
Γιώργος Κοζίας, «Τι αιώνα κάνει έξω;», Αθήνα, Περισπωμένη,
2025 , ISBN: 978-6185739-79-
Η τελευταία ποιητική συλλογή του Γιώργου Κοζία, Τι αιώνα κάνει έξω; (Περισπωμένη, 2025) (ISBN:978-6185739-79-9) συγκροτεί έναν λόγο βαθιά πολιτικό, κοινωνικό, υπαρξιακό και ιστορικά φορτισμένο, που επιχειρεί να αποτυπώσει τις εγγενείς αντιφάσεις και τις αγωνίες του σύγχρονου ανθρώπου μέσα σε ένα περιβάλλον διαρκών κοινωνικών και πολιτισμικών μετασχηματισμών.
Ήδη από τον τίτλο της συλλογής, ο οποίος αντλείται από τον
Μπόρις Πάστερνακ, διαμορφώνεται ένας πυρήνας προβληματισμού που υπερβαίνει τα
στενά όρια μιας χρονικής ή ιστορικής αναφοράς και μετατρέπεται σε ένα αγωνιώδες
ερώτημα για τη φύση και την ποιότητα του παρόντος. Το ερώτημα «Τι αιώνα κάνει
έξω;» συνιστά έναν βαθύ υπαρξιακό και πολιτισμικό στοχασμό σχετικά με τη θέση
του υποκειμένου μέσα σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από ρευστές
κοινωνικοπολιτικές ανακατατάξεις, κρίσεις αξιών και φαινόμενα συλλογικής
αποξένωσης. Πρόκειται για ένα ερώτημα το οποίο εκφράζει την ανάγκη του
σύγχρονου ανθρώπου να αναγνωρίσει μέσα σε ποιον αιώνα καλείται να ζήσει, να επιβιώσει,
να διασώσει την ανθρωπιά του και να επαναδιεκδικήσει το τρίπτυχο: «Ελευθερία –
Δικαιοσύνη – Αδελφοσύνη» (σ. 19).
Ερμηνευτικό κλειδί για την ανάγνωση της συλλογής αποτελούν
και οι δύο στίχοι που επιλέγονται για το οπισθόφυλλο της έκδοσης από το ποίημα
«Μπαλάντα των αμίλητων γλωσσών» (σ. 40): «Καλογιάννο, Καλογιάννο/σπλαχνίσου τον
άνθρωπο που τραυλίζει στον αιώνα του!». Η εικόνα του ανθρώπου που «τραυλίζει
στον αιώνα του» συμπυκνώνει τον κεντρικό άξονα της ποιητικής προβληματικής του
Κοζία: την αγωνιώδη προσπάθεια του ανθρώπου της εποχής μας να κατανοήσει και να
εκφράσει την ιστορική, κοινωνική και υπαρξιακή συνθήκη μέσα στην οποία ζει.
Μέσα σε έναν κόσμο κρίσεων, διαψεύσεων και διαρκών μεταβολών, η ποιητική φωνή
αναζητεί έναν λόγο ικανό να ερμηνεύσει τον καιρό της και να αντισταθεί στη
λήθη.
Ο Γιώργος Κοζίας αποτυπώνει με ιδιαίτερη οξύτητα τη σύγχρονη
κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, αναδεικνύοντας φαινόμενα συλλογικής
αδράνειας, κοινωνικού τέλματος και παθητικότητας, χαρακτηρίζοντας την εποχή μας
στο ποίημα με τίτλο «Ερημόκαμπος» (σ. 14) ως «[…] Σε εποχή γερασμένη/Τυφλός
λαός, τυφλός σαν νυχτερίδα/χαύνωση ουρλιάζει, σε χαύνωση κοιμάται/και ξημερώνει
σκουντουφλώντας/ανίδεος και ακαμάτης/σαν γελωτοποιός στον Άδη/κακορίζικε
άνθρωπε/Σε εποχή γερασμένη/Οι μέρες μας περνούν γεμάτες πάτρωνες και ανία».
Συνυφασμένη με αυτή την παρακμή είναι και η απώλεια της
ιστορικής μνήμης, της πατρίδας και της αυθεντικής ανθρώπινης φωνής μέσα σε έναν
κόσμο αποξένωσης και πνευματικής υποδούλωσης: «Σε ποια πατρίδα, σε ποιο χώμα,
σε ποιον χρόνο / σε ποια μνήμη, φωνή θα βγάλεις;». Το ερώτημα αυτό αποκτά
έντονη υπαρξιακή διάσταση, καθώς ο σύγχρονος άνθρωπος παρουσιάζεται «Γυμνός και
μόνος στο βασίλειο της Ανάγκης / Δούλος στρατώνος / Μοίρα σου η Δημοκρατία της
πλάνης και του Μαμωνά», εγκλωβισμένος σε ένα σύστημα ηθικής διάβρωσης και
ιδεολογικής χειραγώγησης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο ποιητής στηλιτεύει το
σαθρό πολιτικό οικοδόμημα, στο οποίο κυριαρχούν «πολιτικάντηδες, μουνούχοι και
καθάρματα» (σ. 12). Η εικόνα ενός κόσμου «που γδέρνει, κηδεύει και στενάζει […]
Γένος αχόρταγο, άγριο γένος των ανθρώπων / Πού χάθηκαν οι γενναίοι ταμπάκηδες /
με τους ωραίους τρόπους;» (σ. 15), αποτυπώνει την κρίση αξιών και την
αποσύνθεση των ανθρώπινων σχέσεων σε αντιδιαστολή με το παρελθόν.
Στο ποίημα με τίτλο «Η Κόκκινη Ρεγκάτα» (σ. 18) αναπτύσσεται
ένας γόνιμος διακειμενικός διάλογος με το ποίημα του Κ. Καρυωτάκη «[Είμαστε
κάτι…]» (Καρυωτάκης, 1975) και την «Ξανθούλα» του Δ. Σολωμού, ο οποίος αποδίδει
το αίσθημα της υπαρξιακής αγωνίας. Ο ποιητής επικαλείται την «Madonna
θάνατε/λυπήσου τους θαλασσοδερμένους/Αυτούς που αγάπησαν/γοργόνες, κορίτσια της
αλμύρας/κι όσους χάθηκαν στο Τούνεζι/στην Μπαρμπαριά από δίκοπο μαχαίρι/Τώρα
κορμιά σκεβρωμένα/σπασμένες αντένες στα μουράγια…». Η κραυγή αγωνίας, «Madonna
θάνατε/ποιος θα μας καθαρίσει από τη μοράβια;» εκφράζει την ανάγκη για μια
εσωτερική και συλλογική κάθαρση από την υλική και πνευματική φθορά. Η
αξιοποίηση ενός λεξιλογίου που αντλείται από τη ναυτική ζωή («σκαρί»,
«αλμύρας», «μουράγια», «του πελάγου αφρό») εντείνει τη διακειμενική συνομιλία
με την ποίηση του Δ. Σολωμού, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα υπαρξιακής
αστάθειας.
Οι πόλεις – «Αλεξάνδρεια, Θήβα, Πρέβεζα, Ερμούπολη, Κιλκίς»
(σ. 12), «η Αθήνα, η Βηρυτός, το Μανχάταν, η Δαμασκός, η Οδησσός» (σ. 40) –
λειτουργούν στην ποιητική σύνθεση του Γιώργου Κοζία ως έντονα προσωποποιημένοι
τόποι, ως «τόποι μνήμης» (lieux de memoir) σύμφωνα με τον Pierre Nora (1996),
οι οποίοι φέρουν το ιστορικό και υπαρξιακό φορτίο του ανθρώπου και
μετατρέπονται σε σύμβολα της συλλογικής μνήμης και της πολιτισμικής παρακμής,
συνθέτοντας ένα πολυδιάστατο ψηφιδωτό του σύγχρονου κόσμου, στον οποίο
κυριαρχούν ο πόνος, ο θάνατος, η υπαρξιακή μοναξιά και η διαφθορά, όπως
αποτυπώνεται στην «Μπαλάντα των αμίλητων γλωσσών» (σ. 40):
Μελαγχολική η Αθήνα
Πληγωμένη η Βηρυτός
Έρημο το Μανχάταν
Άσυλο τρελών η Δαμασκός
Η Οδησσός ερωμένη μαστροπών
Ο κόσμος του Γ. Κοζία, κατακερματισμένος και
αποσταθεροποιημένος, καθρεφτίζει την ανθρώπινη αγωνία. Η επιλογή πόλεων με
έντονο πολιτισμικό φορτίο προσδίδει στη συλλογή οικουμενική διάσταση. Οι πόλεις
λειτουργούν έτσι ως φορείς μνήμης και τραύματος, καθώς εγγράφουν στο σώμα τους
ιστορικές εμπειρίες και συλλογικά βιώματα (Halbwachs, 2013). Η διάσταση αυτή
ενισχύεται από τις βιβλικές και μυθολογικές αναφορές, οι οποίες προσδίδουν στον
ποιητικό λόγο διαχρονικότητα και συμβολικό βάθος: «Είδα φυλές και έθνη με το
σημάδι του Ιούδα […] Είδα τον Λάζαρο μανιακό με ένα φτυάρι» (σ. 19), «Κι εμείς
τι μνημονεύουμε;/Τριήμερα με λίγο στάρι/Εννιάμερα, όσα τα τάγματα των
Αγγέλων/Τεσσαρακοστά, Ετήσια/Λαζάρου και Θωμά/» (σ. 23), «Παράξενος κόσμος
ψάχνει ενοικιαζόμενα/στην Ανάφη και βρίσκεται/εξόριστος στην Τροία» (σ. 34),
«Για ένα γυαλί ρακή, σκάβω και θάβω/στα δείπνα της Εκάτης» (σ. 37), «και πέφτω
σαν τον Δανιήλ στον λάκκο των λεόντων» (σ. 49).
Η ποίηση του Γιώργου Κοζία είναι έντονα ανθρωποκεντρική,
καθώς στρέφεται προς τον άνθρωπο που δοκιμάζεται και συνθλίβεται από τους
κοινωνικούς, πολιτικούς και οικονομικούς μηχανισμούς της εποχής μας,
αποδίδοντας παραστατικά την εικόνα ενός ανθρώπου εξουθενωμένου από τις
κοινωνικές αντιξοότητες και εγκλωβισμένου σε μια κατάσταση παθητικής υποταγής:
«Κι ο κόσμος φτωχός, μοναχικός/για μιας δραχμής τα γιασεμιά/χάνεται στο
διάβολο-Βαρδάρη/τσακισμένος/από τις συμφορές, στεφανωμένος υποταγή» (σ. 12).
Ταυτόχρονα ο άνθρωπος παρουσιάζεται αποδυναμωμένος, εγκλωβισμένος σε μια
κοινωνία πνευματικής και ηθικής αποσύνθεσης: «Βλέπω τυφλούς ανθρώπους /στο
Πουργατόριο να σέρνουν την τιμή τους/Έθνη της ηδονής και της κλεψύδρας» (σ.
15), «Κι εμείς μαύρη ζωή, κέρματα και θλίψη» (σ. 42), «Άλαλοι, τυφλοί,
χωλοί/και μολυσμένοι, δημόσιοι υπάλληλοι/Αννόβερου βελάζοντας στις Θήβες/mehr
nicht, mehr nicht» (σ. 47).
Παράλληλα, ο ποιητής εντάσσει στον ποιητικό του κόσμο τον
άνθρωπο της ψηφιακής και τεχνοκρατικής εποχής, ο οποίος εμφανίζεται
εγκλωβισμένος σε ένα απρόσωπο και αποξενωμένο σύστημα εργασίας και κατανάλωσης.
Η προσφώνηση «Δούλε της Amazon» (σ. 56) λειτουργεί συμβολικά, αναδεικνύοντας
τις νέες μορφές εξάρτησης και εκμετάλλευσης που επιβάλλει η παγκοσμιοποιημένη
οικονομική πραγματικότητα. Αντίστοιχα, στους στίχους «Ο έξω κόσμος trafficking,
ρομπότ και LSD/Και μέσα μας λείψανα ξεσκίζονται/καλύτερα από τις
μηχανές/καλύτερα από τους πάνθηρες/καλύτερα από χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα»
(σ. 36), ο Κοζίας αποτυπώνει έναν κόσμο βίας, τεχνολογικής αλλοτρίωσης και
εσωτερικής διάλυσης, στον οποίο η ανθρώπινη ύπαρξη απειλείται τόσο από τις
μηχανές όσο και από την ίδια την ηθική αποσύνθεση της εποχής.
Ωστόσο, η ποίηση του
Κοζία δεν εξαντλείται σε μια ζοφερή καταγραφή της σύγχρονης πραγματικότητας.
Παρά την κυριαρχία εικόνων παρακμής, θανάτου και ματαίωσης, διαπερνά τη συλλογή
μια επίμονη αναζήτηση ελπίδας και αντίστασης απέναντι στις δυνάμεις της
υποταγής. Η ποιητική φωνή αρνείται να συνθηκολογήσει με την ιστορική και
κοινωνική παρακμή, διατηρώντας ζωντανή την προσδοκία μιας μελλοντικής
αναγέννησης: «Θα ’ρθει μια μέρα, μια ουράνια μέρα/ΘΑ ’ΡΘΕΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΜΕ ΛΑΜΨΗ
ΚΑΙ ΦΩΤΙΑ» (σ. 17) και «Ω άλογο του απελευθερωτή/Τι τραγουδάει το χορτάρι κάτω
από τις οπλές;/Θα πιστέψουν τα πουλαράκια/ΘΑ ΠΙΣΤΕΨΟΥΝ ΚΑΙ ΘΑ ΝΙΚΗΣΟΥΝ» (σσ.
28-29). Η χρήση των κεφαλαίων γραμμάτων λειτουργεί εμφατικά και μετατρέπει την
ποιητική φράση σε κραυγή ελπίδας και πίστης στη δυνατότητα της συλλογικής
αφύπνισης και της ιστορικής υπέρβασης και ο ποιητικός λόγος λειτουργεί ως
σάλπισμα, ως κάλεσμα αντίστασης απέναντι στη λήθη.
Ο ελεύθερος στίχος, η αξιοποίηση του α΄ και του β΄ ρηματικού
προσώπου, η συχνή επανάληψη λέξεων και στίχων, η εκτεταμένη χρήση σημείων
στίξης, ο έντονα εικονοπλαστικός λόγος, η κεφαλαιογράμματη γραφή, καθώς και τα
ερωτήματα και οι άμεσες προσφωνήσεις, αποτελούν βασικές γλωσσικές και
υφολογικές επιλογές που προσδίδουν δραματικότητα και θεατρικότητα στον ποιητικό
λόγο. Παράλληλα, συμβάλλουν στη διαμόρφωση ενός ισχυρού εσωτερικού ρυθμού, ενώ
εντείνουν την εκφραστική δύναμη του ποιήματος και ενισχύουν την ανάδειξη των
κοινωνικών, πολιτικών και υπαρξιακών προβληματισμών του ποιητικού υποκειμένου.
Η συλλογή Τι αιώνα κάνει έξω; συνιστά μια ουσιαστική
ποιητική παρέμβαση στον δημόσιο και πνευματικό διάλογο της εποχής μας, που
καλεί τον αναγνώστη να αναμετρηθεί με τα αδιέξοδα, τις διαψεύσεις και τις
ευθύνες του σύγχρονου κόσμου. Έτσι, το ερώτημα του τίτλου παραμένει ανοιχτό όχι
μόνο ως διαπίστωση της ιστορικής συγκυρίας αλλά και ως διαρκής πρόκληση
αυτογνωσίας: σε ποιον αιώνα ζούμε και, κυρίως, σε ποιον αιώνα θέλουμε να
ζήσουμε.
Βιβλιογραφία
Halbwachs, M. (2013). Η Συλλογική Μνήμη. Παπαζήσης.
Καρυωτάκης, Κ. (1975). Ποιήματα και πεζά (Γ. Π. Σαββίδης
Επιμ.). Ερμής.
Κοζίας, Γ. (2025). Τι αιώνα κάνει έξω;. Περισπωμένη.
Nora, P.
(1996). Realms of Memory. Columbia University Press.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου