14.6.26

Άρης Αλεξάνδρου: αδελφικά μόνος αδελφικά ελεύθερος


Κωνσταντίνα Κορρυβάντη

 Άρης Αλεξάνδρου «Ποιήματα 1941–1974», εκδόσεις: Πατάκη, 2026

https://epohi.gr/articles/aris-alexandroy-adelfika-monos-adelfika-eleytheros/

«Λοιπόν, λίγο κουράγιο ακόμα. / Όποιος βρεθεί με άλογο / του μένει να τραβήξει για την ήττα / καβαλάρης», γράφει το 1951 εξόριστος στον Άι-Στράτη ο Άρης Αλεξάνδρου στο ποίημα «Η στενογραφία της νεκρής ζώνης».

Ο Αλεξάνδρου παραμένει μια από τις πιο ιδιότυπες και ανυπότακτες μορφές της μεταπολεμικής

ελληνικής λογοτεχνίας: ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, της διάψευσης και της ηθικής ακεραιότητας, αλλά ταυτόχρονα και ένας από τους πιο αυστηρούς ανατόμους της ίδιας της αριστερής εμπειρίας. Η πρόσφατη επανακυκλοφορία των ποιημάτων του από τις εκδόσεις Πατάκη (Ποιήματα 1941–1974) λειτουργεί ως πολιτισμική και πολιτική υπενθύμιση της σημασίας ενός έργου που από την πρώτη του συγκέντρωση στις εκδόσεις Κείμενα το 1972 αντιστάθηκε σθεναρά στη συμμόρφωση, τόσο στην αστική κανονικότητα όσο και στον κομματικό δογματισμό.

Το κατατοπιστικό σημείωμα της Ελένης Κεχαγιόγλου, επιμελήτριας της νέας αυτής έκδοσης –η οποία αποτελεί αναπαραγωγή σε μονοτονικό της τρίτης πολυτονικής έκδοσης των εκδόσεων Ύψιλον (1991)– φωτίζει με ακρίβεια τη φιλολογική και ιστορική διαδρομή του ποιητικού έργου του Αλεξάνδρου, επισημαίνοντας μετακινήσεις, αναθεωρήσεις αλλά και τις υλικές συνθήκες παραγωγής και κυκλοφορίας του έργου του. Με αυτόν τον τρόπο, προσφέρει ουσιαστικά εργαλεία για μια πιο συνειδητή ανάγνωση ενός ποιητικού corpus που έχει συχνά επισκιαστεί από τη δυναμική του Κιβωτίου, τουμοναδικού μυθιστορήματος του Αλεξάνδρου.

Το Κιβώτιο (Κέδρος, 1975) θεωρείται ένα από τα πιο συγκλονιστικά και ιδιότυπα έργα της νεοελληνικής πεζογραφίας. Η ριζοσπαστική του μορφή και ο στερεομετρικός του λόγος είναι η έκφραση μιας βαθιάς υπαρξιακής και πολιτικής αγωνίας. Κατά έναν τρόπο, η ποίηση του Άρη Αλεξάνδρου είχε ήδη προετοιμάσει το έδαφος για αυτή την οριακή μορφή γραφής.

Το ποιητικό έργο του Αλεξάνδρου προοικονομεί Το Κιβώτιο, όπως παρατηρεί ηΛίζυ Τσιριμώκου, στην Εσωτερική Ταχύτητα (Άγρα, 2000) καθώς Το Κιβώτιο συναπαρτίζεται από δεκαοχτώ καταθέσεις/επιστολές συνολικής έκτασης τριακοσίων σελίδων, προς έναν αποδέκτη σύντροφο αλλά και ανακριτή, σε μια επίμονη προσπάθεια κατανόησης και απολογίας. Δεκαοχτώ καταθέσεις όσες και τα δεκαοχτώ «ανεπίδοτα γράμματα» του Αλεξάνδρου από την εξορία του το 1948, τα οποία περιλαμβάνονται στη συλλογή-ορόσημο Άγονος γραμμή.

Θα μπορούσαμε, λοιπόν, να κινηθούμε ακόμα και αντίστροφα, φτάνοντας στην ποίηση του Αλεξάνδρου μέσα από το σπουδαίο μονοφωνικό του αντι-μυθιστόρημα. Το ζητούμενό του, άλλωστε, είναι αμετάβλητο και δεν είναι άλλο από το σημείο τομής της πολιτικής πίστης και της πολιτικής ηθικής. Αν και η ποίηση του Αλεξάνδρου μελετάται συχνά σε άμεση συνάρτηση με την πολιτική εμπειρία, την εξορία και, φυσικά, το Κιβώτιο, εκδοτικές στιγμές όπως αυτή φανερώνουν μια ευκαιρία επανεπίσκεψης στο ποιητικό έργο του Αλεξάνδρου.

Διπλή συνθήκη ξενότητας

Γεννημένος το 1922 στην Αγία Πετρούπολη ως Αριστοτέλης Βασιλειάδης, ο Αλεξάνδρου φέρει εξαρχής μια διπλή συνθήκη ξενότητας: γλωσσική και ιστορική. Οι γονείς του ήταν ο Βασίλης Βασιλειάδης, Έλληνας του Πόντου, και η Ρωσίδα εσθονικής καταγωγής Πωλίνα Άντοβνα Βίλγκελμσον. Η οικογένεια, μέσα στη δίνη των μεταεπαναστατικών ανακατατάξεων της νεότευκτης Σοβιετικής Ένωσης, μετακινείται διαρκώς πριν εγκατασταθεί οριστικά στην Ελλάδα.

Η διγλωσσία και η εμπειρία της μετακίνησης αφήνουν βαθύ αποτύπωμα στη γλωσσική του ευαισθησία. Η σχέση του με τη γλώσσα δεν είναι ποτέ αυτονόητη· είναι πεδίο σύγκρουσης, επιλογής και διαρκούς επαναδιαπραγμάτευσης. Αυτή η συνθήκη διατρέχει τόσο την ποίησή του (χαρακτηριστικό δείγμα τα εννιά μικρά γαλλικά του ποιήματα, τα οποία επίσης περιλαμβάνονται στην έκδοση, σηματοδοτώντας το πέρασμα ενός ακόμη γλωσσικού συνόρου) όσο και το πολύτιμο και θηριώδες μεταφραστικό του έργο, το οποίο αθροίζει έργα των Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Τσέχωφ, Τουργκένιεφ, Γκόρκι, Μαγιακόβσκι, Αχμάτοβα, Παστερνάκ, Μάντελσταμ Έρενμπουργκ , Ο’ Νηλ, Φώκνερ, Όσκαρ Ουάιλντ, Περλ Μπακ, Αραγκόν, Γκυ ντε Μωπασάν.

Στην Ελλάδα, ο Αλεξάνδρου ενηλικιώνεται μέσα σε μια περίοδο έντονων πολιτικών και κοινωνικών εντάσεων. Από νεαρή ηλικία εντάσσεται στην Αριστερά, συμμετέχει σε οργανώσεις της Κατοχής και συνδέεται με το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας. Ωστόσο, η πορεία του δεν είναι γραμμική. Οι συλλήψεις, οι εξορίες και οι φυλακίσεις του κατά την περίοδο του Εμφυλίου και της μετεμφυλιακής περιόδου τον υποβάλλουν σε μια κατάσταση διαρκούς δοκιμασίας.

 

Ο ίδιος βιώνει την καταστολή, αλλά και την εσωτερική ρήξη με τον κομματικό χώρο. Η απομάκρυνσή του από το ΚΚΕ ήδη από τα χρόνια της Κατοχής δεν θα σημαίνει απομάκρυνση από την πολιτική, αλλά μετατόπιση προς μια πιο μοναχική και κριτική στάση απέναντι στις ιδεολογικές βεβαιότητες.

Η μεταπολεμική Ελλάδα τον βρίσκει αντιμέτωπο με μια παρατεταμένη περίοδο διώξεων. Φυλακίσεις, εξορίες και στρατόπεδα συγκέντρωσης συγκροτούν τον βασικό άξονα της ζωής του για σχεδόν δεκαπέντε χρόνια. Από την Ελ Ντάμπα έως τη Μακρόνησο και τον Άγιο Ευστράτιο, η εμπειρία της κράτησης γίνεται καθοριστική για τη διαμόρφωση της σκέψης του.

Μετά την αποφυλάκισή του, το 1958, ζει σε συνθήκες οικονομικής και κοινωνικής αστάθειας. Το 1967 με την επιβολή της δικτατορίας αυτοεξορίζεται στο Παρίσι μαζί με τη σύζυγό του και σύντροφο ζωής, την ποιήτρια και δημοσιογράφο Καίτη Δρόσου, όπου παραμένει έως τον θάνατό του το 1978.

Έργο ιστορική μαρτυρία

Η ζωή του Άρη Αλεξάνδρου αποτυπώνει έτσι την πορεία ενός ανθρώπου που βρέθηκε διαρκώς στο επίκεντρο των πολιτικών εξελίξεων του 20ού αιώνα, βιώνοντας στην πράξη τις συγκρούσεις, τις ιδεολογικές ρήξεις και τις συνέπειες της ιστορίας.

Ο κριτικός Δημήτρης Ραυτόπουλος, στη μνημειώδη μονογραφία του Άρης Αλεξάνδρου, ο εξόριστος (Σοκόλη, 2004), τονίζει ακριβώς αυτή τη διάσταση: το έργο και ο βίος συνιστούν ένα ενιαίο «ντοκουμέντο» για το πώς «διαλύθηκε το όραμα» της γενιάς του. Αναδεικνύει τον ποιητή, τον πεζογράφο, τον μεταφραστή, τον δοκιμιογράφο και κυρίως τον άνθρωπο Άρη Αλεξάνδρου ως μάρτυρα της εσωτερικής διεργασίας και διαμάχης ενός κινήματος που οραματίστηκε την καθολική απελευθέρωση και μια ευγενέστερη κοινωνική μοίρα.

Το έργο του Άρη Αλεξάνδρου εντάσσεται στην πρώτη Μεταπολεμική ποιητική Γενιά και αποτελείται από δημιουργούς που γεννήθηκαν περίπου μεταξύ 1916 και 1928. Ο Αλεξάνδρου ανήκει σε εκείνους που η ιστορία δεν τους άφησε περιθώρια ουδετερότητας. Η παιδική και εφηβική του ηλικία σημαδεύτηκε από τον απόηχο της Μικρασιατικής Καταστροφής και την παγκόσμια οικονομική κρίση, ενώ η διαμόρφωση της πολιτικής και λογοτεχνικής του συνείδησης συντελέστηκε μέσα στις πιο σκληρές συνθήκες του πολέμου, της Κατοχής, της Αντίστασης και του Εμφυλίου.

Μέσα σε αυτό το ιστορικό περιβάλλον, η ήττα του λαϊκού κινήματος και η ασφυκτική αντικομμουνιστική πραγματικότητα της μετεμφυλιακής Ελλάδας άφησαν βαθύ αποτύπωμα στη σκέψη και στο έργο του. Ο Αλεξάνδρου έζησε κι έγραψε σε μια εποχή όπου οι ιδέες δοκιμάζονταν σκληρά, ενώ το ψυχροπολεμικό κλίμα και οι ιδεολογικές ανακατατάξεις των δεκαετιών του ’50 και του ’60 διαμόρφωναν ένα ασφυκτικό πλαίσιο για κάθε κριτική φωνή.

Μέσα σε αυτό το ιστορικό φορτίο, το έργο του Άρη Αλεξάνδρου αποκτά τον χαρακτήρα μιας μαρτυρίας και ταυτόχρονα μιας διαρκούς αναμέτρησης με την ιστορία, την εξουσία και τις διαψεύσεις μιας ολόκληρης γενιάς που έζησε τον πόλεμο, την ήττα και την προσδοκία.

Η ποιητική φωνή: από τη στράτευση στην αμφισβήτηση

 

Η ποίηση του Αλεξάνδρου εκκινεί μέσα από την εμπειρία της Αντίστασης, και του Εμφυλίου. Η πρώτη του συλλογή, Ακόμα τούτη η άνοιξη (1946), διατηρεί ακόμη το υψηλό ηθικό της Αντίστασης τον εαμικό δεκαπεντασύλλαβο και τη συλλογική προσδοκία. Ωστόσο, ήδη από την Άγονο γραμμή (1952) εισερχόμαστε στην κομματική αμφισβήτηση και τη χάραξη ενός δρόμου μοναχικού στην υπόθεση της Αριστεράς, με χαρακτηριστική την επιλογή του στίχου του Ελυάρ ως προμετωπίδα της συλλογής: «αδελφικά μόνος αδελφικά ελεύθερος». Στην Ευθύτητα οδών (1959), η φωνή του μεταβάλλεται. Η όποια ιστορική προσδοκία έχει υποχωρήσει και τη θέση της έχει πάρει ο πικρός σαρκασμός, η αποστασιοποίηση και μια σπάνιου ήθους κριτική αυτοσυνείδηση για την ίδια την ποίηση και τη γραφή. Στη συλλογή αυτή φιλοξενούνται μερικά από τα αυθεντικότερα μεταπολεμικά ποιήματα ποιητικής. Ενδεικτικοί οι στίχοι: «Όσο δουλεύεις στον τροχό/ πρόσεχε μην παρασυρθείς/ μην ξιπαστείς/ απ’ τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων./ Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι».

Ο Δ.Ν. Μαρωνίτης, στη μελέτη Ποιητική και Πολιτική Ηθική. Πρώτη μεταπολεμική γενιά (Αλεξάνδρου – Αναγνωστάκης – Πατρίκιος), Κέδρος, 1976, είχε επισημάνει ότι το έργο του Αλεξάνδρου υπηρετεί «την αίρεση μιας μοναχικής αξιοπρέπειας» που απορρίπτει κάθε μορφή πνευματικής κηδεμονίας. Σε αυτό ακριβώς το σημείο εντοπίζεται η ιδιοτυπία του Αλεξάνδρου: η στράτευση μετατρέπεται σε αυτοκριτική και η συλλογική εμπειρία σε πεδίο ηθικής και γλωσσικής δοκιμασίας. Η ποίησή του χαρακτηρίζεται από ρεαλισμό, διάψευση και μια διαβρωτική ειρωνεία που συχνά αγγίζει τον σαρκασμό.

Στο ύστερο έργο του Άρη Αλεξάνδρου, ωστόσο, διακρίνεται μια ποιητική γραφή που αξιοποιεί συχνά καβαφικές τεχνικές. Ο ποιητής χρησιμοποιεί ιστορικά ή φανταστικά πρόσωπα και σκηνές, τα οποία λειτουργούν ως αλληγορικοί τρόποι έκφρασης πολιτικών νοημάτων.

Πίσω από αυτά τα προσωπεία, η φωνή του ποιητή παραμένει παρούσα και ενεργή, συνδέοντας την Ιστορία με την ποίηση και μετατρέποντας το παρελθόν σε εργαλείο κριτικού σχολιασμού του παρόντος. Με αυτόν τον τρόπο, ο Αλεξάνδρου εκφράζει τον πολιτικό του προβληματισμό και την κριτική του στάση απέναντι στην κοινωνική και ιστορική πραγματικότητα.

Το έργο του, ποιητικό και πεζογραφικό, παραμένει μια διαρκής αναμέτρηση με την ήττα, όχι ως παραίτηση, αλλά ως μορφή κριτικής συνείδησης. Σε αυτό το πλαίσιο, ο τίτλος της ανυπακοής που συνοδεύει το όνομα του Άρη Αλεξάνδρου, του μαχητικού και συγκινητικότερου ίσως «défaitiste», δεν αφορά μόνο την πολιτική του στάση, αλλά και τη βαθύτερη σχέση του με τη γλώσσα, την ιστορία και την αλήθεια.

Τόσες δεκαετίες μετά, η διαπίστωση του Τάκη Καρβέλη στο κείμενο: «Ο ποιητής Άρης Αλεξάνδρου», από τη Δεύτερη Ανάγνωση. Κριτικά κείμενα 1984–1991 (Σοκόλη, 1991), εξακολουθεί να ηχεί το ίδιο γνήσια: «Προς το παρόν μας μένει η ικανοποίηση πως η μεταπολεμική ληστεία τόσων ψυχών βρήκε τη φωνή της».

Η σύρτις αποσύρεται μ’ ένα ποίημα:

ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΠΕΤΡΕΣ

Κι όμως δεν αυτοκτόνησα.

Είδατε ποτέ κανέναν έλατο να κατεβαίνει μοναχός του

 στο πριονιστήριο;

Η θέση μας είναι μέσα δω σ’ αυτό το δάσος

με τα κλαδιά κομμένα μισοκαμένους τους κορμούς

με τις ρίζες σφηνωμένες μες στις πέτρες.

Δεν υπάρχουν σχόλια: