Αν μπορούσα στ’ αλήθεια να δω Σαράντα χρόνια μπροστά μου Θα γύριζα πίσω και θα τ’ άλλαζα όλα Να ξαναδώ τα κατακάθια στον πικρό καφέ Τις τεθλασμένες γραμμές στο χέρι μου Και τη μισότυφλη γριά να ψιθυρίζει Με χαμηλή φωνή τις προφητείες της (¨Όλες οι πόρτες θα κλείσουν και να, εδώ κοίτα, Μια σπουδαία θα διαβείς και φωτισμένη· Τώρα πια φαντάζομαι πως θα εννοούσε Την πύλη που περνούν οι ζωντανοί Μόλις πεθάνουν)· απ΄ όταν τη βρήκε το γραφτό Πρέπει να πέρασε καιρός Αλλά και τότε ζούσε Σα να στοίχειωνε το ρημαδιό της· Έμενε Λήμνου και -δε θυμάμαι ποια γωνιά- Όπου σπάνια την έβλεπες τη μέρα Να ξεφυτρώνει ή να μιλάει με τις γειτόνισσες Που σκιάζονταν τη φήμη Ότι μαζεύει αερικά τις νύχτες και διαβόλια· Εκείνος όμως ο γέρος με την τριμμένη του τραγιάσκα Πάντα στο ίδιο παγκάκι καθισμένος Έλεγε άλλη ιστορία Ίσως αληθινή ίσως φτιαγμένη Ότι η κυρα-Γραφτώ είχε έρθει απ’ τη Σμύρνη κλαίγοντας Μετά τη μεγάλη σφαγή Όπου έχασε όλες τις ψυχές της Και μόνο τη δική της γλύτωσε απ’ το λεπίδι· Τη θυμήθηκα πάλι Σ’ αυτό το μπερδεμένο μεσοστράτι Καθώς νομίζω (θέλω να βρω μια άλλη πίστη) Ότι ξεγέλασα για κάμποσο καιρό το θάνατο· |
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου