Εδώ
Δεν έχουμε νεκροταφεία
Έξω από την πόλη ή απ’ το χωριό
Με την περίφραξη, τα κυπαρίσσια
Του πεθαμένου,
Όπου τύχει
Ανοίγουμε το σκάμμα
Ένας λάκκος εδώ, ένας λάκκος παραδίπλα
Σε δρόμους, σε πλατείες, σε αγρούς, ακόμη και σε αυλές σπιτιών
Ούτε καθένας μόνος,
Σαν είναι ανάγκη
Άντρες, γυναίκες, γριές, γέροι, νέοι, μωρά παιδιά
Όλοι μαζί αδιακρίτως
Κι έτσι μες στη βιάση
Τυχαίνει
Να τους αφήνουμε
Πάνω πάνω
Ούτε καν μισό μέτρο
Ώστε με την πρώτη τη βροχή
Αποκαλύπτονται τα σάβανά τους
Κι αρχίζουν στα καλά καθούμενα
Οι συγγενείς
Τους κοπετούς
Μια βδομάδα ή ένα μήνα μετά την ταφή
Άλλοτε πάλι
Μπορεί κανείς να δει
Σκυλιά να τρέχουνε στους δρόμους
Μ’ έναν ανθρώπινο χέρι ή πόδι
Στo στόμα
Ή ανθρώπους
Να ξεσκάβουν τους τάφους
Ακόμη και των συγγενών τους
Γιατί έχει η πείνα τις δικές της αξίες
Κι όποιος καμώνεται τον ηθικό
Ας έρθει εδώ για να τις μάθει,
Ένα χρυσό δόντι
Όσο
Τρία δράμια αλεύρι
Ή
Εκατό γραμμάρια φασόλια
Δεν ήταν όμως πάντα έτσι
Πιο παλιά είχαμε αργίες
Υπήρχαν βάρδιες που κοιμόμασταν
Τρεις και τέσσερις ώρες σερί
Κι όταν θάβαμε τον νεκρό
Ήταν εκεί οι γονείς, οι συγγενείς κι οι φίλοι του
Μαλακώνει ο πόνος
Όταν μοιράζονται
Τα πτώματα
Οι ιστορίες
Οι αιώνες
Γι’ αυτό λέω
Δεν υπάρχει χειρότερη δουλειά
Από τους ψυχίατρους,
Τους εξομολόγους
Και βεβαίως τους νεκροθάφτες
Ειδικά τους νεκροθάφτες της Γάζας
Ένα μήνα πριν πήγα στην υπηρεσία
Δεν αντέχω άλλο
Κάθε νύχτα βγαίνω
Σε μια κορφή εδώ κοντά
Και γρυλίζω
Σαν πεινασμένος λύκος
Την παραίτησή μου να υποβάλω
Ούτε γραφεία ούτε προϊστάμενος
Ούτε υπηρεσία
Το πιο πιθανό είναι
Σε κάποιον μαζικό τάφο
να τους παράχωσα κι αυτούς.
Θέλοντας και μη
Συνεχίζω να ανοίγω καινούριους τάφους
Σπάζοντας κάθε μέρα το ρεκόρ της προηγούμενης μέρας
Δεν υπερβάλλω μάλιστα αν πω
Ότι
Δεν υπάρχει άλλη πιο ανθηρή
Δουλειά στον κόσμο
Από αυτήν που κάνω
Ευχής δε έργο θα ’ταν
Αν επέκτειναν
Τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητές
Οι μεγάλοι οίκοι τελετών
Της Ευρώπης και των ΗΠΑ
Στη Γάζα και στη Δυτική Όχθη
Υπό την ευγενική βεβαίως χορηγία
Διεθνών Οίκων του εξωτερικού
Και
Της Ισραηλινής Κυβέρνησης
Μπας και μας απαλλάξουν
Απ’ όλες αυτές τις αμισθί υπηρεσίες
Συν τον υπερωριακό φόρτο
Αλλά μέχρι τότε
Συνεχίζω
Να ασκώ με ευσυνειδησία το επαγγελματικό μου καθήκον
Ένας συνάδελφος
Έμαθα
Ότι χώθηκε ζωντανός
Ανάμεσα στους νεκρούς που έθαβε
Ήρθε το εκσκαφικό
Μετά
Και τον σκέπασε
Ένας άλλος
Αφού θάβει όλη μέρα τους νεκρούς
Αργά τη νύχτα ξεθάβει τα μωρά
Τα νανουρίζει
Και
Τα μοιρολογεί
Ώσπου να ξημερώσει
Ένας τελευταίος
Σκορπίζει σπόρους ή τρίμματα ψωμιού
Πάνω από τους τάφους των νεκρών
Να τσιμπολογάνε οι δεκοχτούρες
Τα περιστέρια, τα σπουργίτια
Μην πετάνε πεινασμένα στον αέρα
Εγώ πάλι
Κάθομαι ολονυχτίς
Πάνω από τους πιο φρέσκους τάφους
Διαβάζω φωναχτά
Παραμύθια, διηγήματα και ποιήματα
Με το πρώτο φως της μέρας, σηκώνονται τα παιδιά της Παλαιστίνης με το κίτρινο διακριτικό στο πέτο
Παίρνουν συντροφιά τα παιδιά του Ολοκαυτώματος
Κι όλη μέρα παίζουνε μαζί τους στις αλάνες του ουρανού – κουτσό, κυνηγητό, μακριά γαϊδούρα, λάστιχο και μηλαράκια
Πού και πού στρέφω το βλέμμα
Ενόσω σκάβω
Έναν καινούριο λάκκο
Ψηλά στον ουρανό
Είναι πάντα εκεί
Και
Μου χαμογελάνε
Π.Χ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου