18.7.26

Ο εικοστός αιώνας στα λατιφούντια της Πορτογαλίας


Κώστας Αθανασίου

Ζοζέ Σαραμάγκου «Αυτοί που σηκώθηκαν απ’ τη γη», μετάφραση: Μαρία Παπαδήμα, εκδόσεις: Καστανιώτη, 2026

Αγροτικές εκτάσεις στη νοτιοκεντρική Πορτογαλία, τεράστια αγροκτήματα στα χέρια λίγων τσιφλικάδων, γη αλλού πράσινη, αλλού κίτρινη, αλλού καφετιά ή μαύρη, αλλού πάλι «κόκκινη από τον πηλό ή το αίμα που χύθηκε». Το λατιφούντιο, που «απλώνεται αχανές ως εκεί που φτάνει

το μάτι».

Εκεί, σε αυτή την πατρίδα των γαιοκτημόνων, μας μεταφέρει αυτό το μυθιστόρημα του Ζοζέ Σαραμάγκου, το οποίο μεταφράζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά. Στις σελίδες του θα παρακολουθήσουμε την ιστορία μιας οικογένειας, από τα τέλη του 19ου αιώνα –από τη στιγμή που ο τσαγκάρης Ντομίνγκος Μάου-Τέμπο (που «δεν θα γεράσει») φτάνει εκεί μαζί με τη γυναίκα του, Σάρα ντα Κονσεϊσάο, και το μωρό τους, τον Ζοάο– μέχρι λίγο μετά την Επανάσταση των Γαριφάλων, τον Απρίλιο του 1974.

Οι κολίγοι που δουλεύουν στο λατιφούντιο πρέπει διαρκώς να πολεμούν για να ζήσουν. Να αντιμετωπίζουν μέρα και νύχτα τις σκληρές συνθήκες εργασίας, τη συντριπτική φτώχια, την απανθρωπιά του γαιοκτήμονα, τη χωροφυλακή που «είναι εδώ για να φυλάει το λατιφούντιο». Και την Εκκλησία, που είναι σταθερά απέναντί τους: «είναι αιρετικοί», κραυγάζει ο πατήρ Αγαμέδες, ο εκπρόσωπός της, για τους απεργούς δουλοπάροικους, προτού πει ότι «χωρίς εμάς, την Εκκλησία και το λατιφούντιο, τα δύο πρόσωπα της Αγίας Τριάδας, το τρίτο είναι το κράτος, χωρίς εμάς, πώς θα συντηρούσαν την ψυχή τους και το σώμα τους».

Ένας κόσμος με αβυσσαλέες ανισότητες

Πρωταγωνιστής, βέβαια, σ’ αυτή την «Αγία Τριάδα», ένα προσωποποιημένο λατιφούντιο («το λατιφούντιο έχει καλή μνήμη», «το λατιφούντιο διατάζει»). Ένα λατιφούντιο, ένας κόσμος με αβυσσαλέες ανισότητες, ένας κόσμος αδικίας όπου ακόμα και «οι αρρώστιες των φτωχών είναι σχεδόν πάντα αδιάγνωστες», όπου ο αναλφαβητισμός δεν είναι σύμπτωμα, είναι σχέδιο και όπλο: για όλους αυτούς, ενάντια σε όλους αυτούς, «το καλύτερο και πιο αποτελεσματικό όπλο είναι η άγνοια. Είναι καλό να μην ξέρουν τίποτα, ούτε να διαβάζουν, ούτε να γράφουν, ούτε να μετρούν, ούτε να σκέφτονται, να πιστεύουν και να αποδέχονται ότι ο κόσμος δεν μπορεί να αλλάξει».

Ο «έξω κόσμος» φαντάζει πολύ μακριά, τα μεγάλα γεγονότα φτάνουν, όταν φτάνουν, στην αρχή τουλάχιστον, σαν μακρινός απόηχος: «άρχισε να κυκλοφορεί η φήμη ότι γινόταν πόλεμος στην Ευρώπη, ένα μέρος που οι περισσότεροι από το χωριό ούτε είχαν ακούσει να μιλούν για αυτό ούτε το ήξεραν». Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Που τελικά όμως θα φτάσει και στα χωριά, γεμίζοντάς τα πένθος: «ένας δικός μας σκοτώθηκε στον πόλεμο». Οι ακτήμονες που δουλεύουν στο λατιφούντιο θα ακούσουν για τη στιγμή που γίνεται Δημοκρατία (το 1911) («ανάμεσα στο λατιφούντιο της μοναρχίας και το λατιφούντιο της δημοκρατίας δεν υπήρχαν διαφορές παρά μόνο ομοιότητες» – «ο νόμος για το οκτάωρο, ένα από τα πολλά ανέκδοτα της Δημοκρατίας», γράφει π.χ. ο Σοέιρου Περέιρα Γκόμες στο Esteiros). Όταν στη γειτονική τους χώρα είναι σε εξέλιξη ο εμφύλιος πόλεμος, θα υποχρεωθούν να συμμετάσχουν σε συγκεντρώσεις υπέρ των ισπανών εθνικιστών («είναι μια συνάντηση εναντίον των κομμουνιστών, η μετακίνηση είναι τζάμπα»). Θα ζήσουν τη στιγμή που το αποικιακό οικοδόμημα της Πορτογαλίας στην Αφρική και αλλού αρχίζει να κλονίζεται, αλλά «η Πορτογαλία έχει αρκετούς γιους που θα πάνε να υπερασπίσουν εκεί μακριά το λατιφούντιό μας». Έτσι κι αλλιώς, «σε τελική ανάλυση, το αίμα είναι για να χύνεται». Και τελικά, τον Απρίλιο του 1974… «λένε πως κάτι έγινε με τον στρατό στη Λισαβόνα», «τα κανόνια είναι στεφανωμένα με κλαδιά από ευκάλυπτους και πορφυρά γαρίφαλα, κόκκινα, κυρία μου, κόκκινα, τώρα επιτρέπεται η λέξη». Η δικτατορία πέφτει, η ιστορία όμως δεν τελειώνει εκεί.

Ο καιρός της υποταγής έχει παρέλθει

Στο βιβλίο αποτυπώνεται όλη η σκληρή ζωή («αν αυτό λέγεται ζωή») που ζούσαν οι εργάτες γης, η σχεδόν μοιρολατρική υποταγή τους, η αγανάκτηση που σωρεύεται, και τελικά η σταδιακή αντίδρασή τους σε αυτή την κατάσταση, καθώς κάποια στιγμή αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι πλέον «ο καιρός της υποταγής έχει παρέλθει», ότι «δεν θα είμαστε άνθρωποι, αν αυτή τη φορά δεν σηκωθούμε απ’ τη γη», και θα αρχίσουν να διεκδικούν και να απεργούν για καλύτερο μισθό, για οχτάωρο και για άλλες «ανατρεπτικές» ιδέες που «θέλουν να παραδώσουν τη χώρα στη Μόσχα». Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η αφιέρωση του βιβλίου, σε δύο δολοφονημένους κομμουνιστές αγωνιστές, τον Ζερμάνο Βιντιγκάλ και τον Αντελίνο Σάντος, ο θάνατος των οποίων μάλιστα, το 1945 και το 1958, περιγράφεται στο βιβλίο.

Ο τόπος όπου διαδραματίζεται αυτή η ιστορία είναι το Αλεντέζο, μια περιοχή διαβόητη για τα τσιφλίκια και τους γαιοκτήμονές της. Εκεί δουλεύουν, «από ήλιο σε ήλιο», αυτοί οι εργάτες γης που ζωντανεύει η πένα του Σαραμάγκου. Όπως έλεγε στην ομιλία του κατά την παραλαβή του Βραβείου Νόμπελ, το 1998, ο Σαραμάγκου, «ήρθαν κατόπιν οι άνδρες και οι γυναίκες του Αλεντέζου, η ίδια εκείνη αδελφότητα των κολασμένων της γης στην οποία ανήκαν ο παππούς μου ο Ζερόνιμο και η γιαγιά μου η Ζοζέφα, τραχείς χωρικοί, υποχρεωμένοι να νοικιάζουν τη δύναμη των χεριών τους με αντάλλαγμα μισθό και συνθήκες δουλειάς που μόνο ατιμωτικές μπορούν να χαρακτηριστούν» (μτφ. Αθηνά Ψυλλιά).

Το Αυτοί που σηκώθηκαν απ’ τη γη θεωρείται ένα από τα θεμελιώδη έργα του Σαραμάγκου. Είναι ένα βιβλίο πιο κοντά στον ρεαλισμό βέβαια, αν το συγκρίνει κανείς με άλλα γνωστά και κλασικά έργα του νομπελίστα συγγραφέα, γραμμένο πάντα με το γνώριμο ύφος του, με τον μακροπερίοδο λόγο, την ιδιότυπη σύνταξη και χρήση της στίξης κ.λπ. Ένα πολύ σημαντικό μυθιστόρημα, ένα πανόραμα μιας εποχής και ενός τόπου, ένα ψηφιδωτό μιας κοινωνίας γεμάτο «ιστορίες άξιες να ακουστούν», που όμως αποσιωπώνται ή χάνονται ανάμεσα σε γενικές περιγραφές και αριθμούς.

https://epohi.gr/articles/o-eikostos-aionas-sta-latifoyntia-tis-portogalias/

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: