29.7.26

Το χρυσοφόρο κοίτασμα της ξεχασμένης γλώσσας


Τζένη Οικονομίδη

https://epohi.gr/articles/to-chrysoforo-koitasma-tis-xechasmenis-glossas/

Δημήτρης Χαλαζωνίτης «Γιάλε γιάλε», εκδόσεις: Θεμέλιο, 2026

Το Γιάλε, γιάλε(τα ίδια και τα ίδια), έβδομη ποιητική συλλογή του Δημήτρη Χαλαζωνίτη, οργανώνεται γύρω από τον άξονα της ξεχασμένης γλώσσας, των σουαχίλι του Καμερούν, στο οποίο γεννήθηκε και πέρασε την πρώτη παιδική ηλικία, και τον θάνατο του πατέρα που ανασκάλεψε τη μνήμη. Γύρω και

πέρα απ’ αυτόν αναπτύσσονται οι μόνιμες θεματικές του ποιητή, γνωστές ήδη από τις προηγούμενες συλλογές. Το βιβλίο εκπλήσσει και ως εκδοτικό αποτέλεσμα. Πάνω στο αφρικανικό μαύρο του εξωφύλλου δεσπόζουν τα γαλάζια κεφαλαία του τίτλου, σαφής συμβολισμός των δύο γλωσσών-πατρίδων του ποιητή. Το οπισθόφυλλο, παχύτερο, φέρει μια εσοχή σαν κορνίζα φωτογραφίας. Κεφαλαία κόκκινα γράμματα σαν σύνθημα σε τοίχο «…Ουρλιάζω». Τα γαλάζια αποσιωπητικά που έπονται στο Γιάλε, γιάλε οδηγούν στα κόκκινα που προηγούνται του «…Ουρλιάζω» (Τα ίδια και τα ίδια, ουρλιάζω).

Ο Χαλαζωνίτης αφήνει τα σημάδια του να τα ακολουθήσουμε. Το εργαστήριο του ποιητή είναι ανοιχτό. Η αρχιτεκτονική της συλλογής είναι διαμορφωμένη σε δύο ποιητικές μορφές-τρόπους. Στις μονές σελίδες –κατά κύριο λόγο, με εξαίρεση τα ποιήματα 181 έως 198– ξεδιπλώνεται μια αποφθεγματική ποίηση, δυο-τριών γραμμών συνήθως, που αριθμείται από το 1 έως το 400. Σφιχτή, δυνατή, λες και εκτοξεύεται. Σαν σφαίρα, να μια λέξη του Χαλαζωνίτη. «Οι λέξεις γίνονται σφαίρες αδέσποτες / όταν τις ουρλιάξεις» [383, σ. 144]. Απέναντι, στις ζυγές σελίδες, κάτω από τους τίτλους στην ξένη γλώσσα, στέκονται τα αναπτυγμένα ποιήματα. Γλώσσα ξένη σε εμάς, πρώτη γλώσσα του ποιητή: «…και κρατιέμαι από τα ήδη ειπωμένα / “βινατζουλικάνα” στη μητέρα γλώσσα-ήπειρο / από εκεί έρχομαι / αυτή την παιδική ηλικία / διάλεκτο εβένινη / από τραγούδια και βλαστήμιες …» [σ.13].

Στο Καμερούν, με επίσημες γλώσσες τα αγγλικά και τα γαλλικά, εκεί, στο κιτσοχόρο (το σοκάκι) της γειτονιάς του πρέπει να την πρωτομίλησε: «Μη ξεχνάς / Από τα σοκάκια ερχόμαστε / Εκεί έριχναν όλους τους θορύβους τους / τις φωνές τους, τα ονόματά τους / τα κλάματα των παιδιών …» [σ.109]. Τα σουαχίλι, η μία από τις δύο πρώτες γλώσσες, η παραχωμένη, η παρατημένη, η αποσιωπημένη, αναδύεται ζωντανή και τοποθετείται στο πιο ψηλό βάθρο του ποιήματος: στον τίτλο του. Το γλωσσάρι, στο τέλος. Βοηθητικό, αλλά ως τότε προφέρεις, ακούς, διορθώνεις, ξανακοιτάς και εσύ, εγώ δηλαδή, ένα τυπικό δυτικό υποκείμενο, εξοικειώνομαι και συγκινούμαι.

Το πώς αναδύθηκε αυτή η γλώσσα μάς το εκθέτει ο Χαλαζωνίτης αναλυτικά στο επεξηγηματικό-ευχαριστήριο σημείωμα. Το εγκεφαλικό του πατέρα ανασκάπτει και φέρνει στη γλώσσα την ξεχασμένη γλώσσα. Ο πατέρας απευθύνεται στον άγγελο αλλά και στον μονάκριβο γιο του με «βιβλικούς ήχους» που «έρρεαν σαν γλωσσική λάσπη που είχε παρασύρει όλα τα υλικά της» [151]. Και μεταμορφώνεται σε αφήγηση: «δεν είσαι πατέρας / είσαι μια αφήγηση» [310, σ.118]. Ο ποιητής πιάνει το μολύβι και ορκίζεται πως «Μπορείς να βασίζεσαι στην οργή μου / για πολύ καιρό ακόμα / μέχρι αυτό το μολύβι να τελειώσει / πατέρα» [119].

Η γραφή ως ζήτημα επιβίωσης

 

Το γράψιμο είναι επιτακτικό ζήτημα επιβίωσης: «Από κάθε ποίημα ζητώ να μου θυμίζει / ότι επείγει να ζήσω» [60, σ. 30]. Αφηγούμαστε, σαν άλλη Σεχραζάτ, σπρώχνοντας ακόμη μία νύχτα τον θάνατο από κοντά μας. Αρκεί μόνο να είναι «με λέξεις που δεν τα παρατούν ποτέ» [202, σ. 84]. Ο ποιητής γράφει, εμπιστεύεται τη ζωή του στις λέξεις που τις αγαπά, μια αγάπη που ποτέ δεν κατάλαβε ο πατέρας, ο οποίος όμως με την τελευταία του πνοή προσφέρει στον γιο μια ολόκληρη γλώσσα. (Και σε εμάς αυτήν τη συλλογή.) Την πρώτη γλώσσα τη λέμε μητρική. Τα ελληνικά του Χαλαζωνίτη, καθισμένα πάνω στα σουαχίλι της πρώτης πατρίδας, εκεί όπου φυτεύτηκαν από τον πατέρα, από τον ίδιο που επικοινωνεί μαζί του στην ξεχασμένη γλώσσα, η οποία εκπορεύεται από τον Πατέρα προς τον Υιό και μετατρέπεται σε άνοιγμα στη γραφή. Η πατρική γλώσσα, λοιπόν. Συγχωρημένος ή ασυγχώρητος ο πατέρας έχει καταφέρει μια σύνδεση. Αποποιημένη ή όχι έχει ήδη φέρει αποτέλεσμα. «Οι νεκροί επιμελούνται της ζωής μας τις σελίδες / μας ετοιμάζουν για την τελευταία, τη λευκή / εκεί εγώ κάτι πρέπει να γράψω» [186, σ. 74].

Στο Γιάλε γιάλε οι αυτοβιογραφικές αναφορές-σκηνές ανοίγουν το τοπίο στη «μέσα μου στεριά / που πάντα κουβαλώ». Τα ίδια και τα ίδια εκεί δεν είναι επανάληψη, είναι εμμονή και πεπρωμένο. Παρούσες κι εδώ οι θεματικές του Χρόνου, της Μνήμης, του Έρωτα, και με τα δικά του λόγια: «η ποίηση, η ιστορία, η πολιτική / ήταν τα βαθιά ποτάμια του / ποιο νερό κουβαλούσαν» [124, σ. 54]. Κουβαλούν την ήττα, τη ματαίωση, τον χαμένο χρόνο αλλά και την αθωότητα, την αλληλεγγύη και την ομορφιά. Δύσκολη μάχη. Στο τέλος μόνο το ποίημα μένει ζωντανό: «τόσες εξαίσιες ιδέες. τόσα αποτυχημένα ιδανικά / κι όλοι μας μισοί. Βασιλιάδες δίχως στέμμα».

Οι λέξεις – σφαίρες. Όταν κι αυτές τελειώσουν θα ακούγεται η κραυγή – το τελευταίο όπλο του ποιητή. Το Γιάλε γιάλε έχει στα σπλάχνα του ένα ουρλιαχτό. Το φυλάει προστατευμένο στην κόχη του. Η αναφορά στον Άλεν Γκίνσμπεργκ είναι προφανής και κατονομάζεται. Η προτίμηση του Χαλαζωνίτη στο αμερικανικό κίνημα είναι φανερή και στις προηγούμενες συλλογές του. Το «…ουρλιάζω» είναι ένα ποίημα ποταμός. Μια οργισμένη διαμαρτυρία, μια απελπισμένη εξέγερση εναντίον της σιωπής, της απουσίας, της «κωφάλαλης τάξης».

«Θα αλητέψουμε / στις πρωτεύουσες όλων των ηπείρων / με τη σιγουριά του απένταρου /την αποκοτιά του αυτόχειρα / την αφέλεια του κολασμένου / εξίσου όμορφοι / εξίσου μάταιοι / ώσπου ο πανικός σας / τους κανόνες του να σπάσει» [σ. 20 – BEAT, BEAT, BEATITUDE AND LOVE AND GLORY! (Εμπειρίκος)]. Ποια περιπέτεια μπορεί να ζει σήμερα; Ποια έξαψη; Πού βρίσκεται η νιότη της ανθρωπότητας, πυρπολούμενη και αυτοκαταστροφική, αλλά αθώα και μεγαλειώδης; Όμως, «εδώ δεν μυρίζει πια περιπέτεια / μόνο υπομονή και μέσο όρο» [273, σ. 106].

Ποιητικά μερεμέτια

Η συλλογή είναι διάσπαρτη από πικρά αποστάγματα – αυτοσαρκασμού συχνά, δεν εξαιρεί ο ποιητής τον εαυτό του από τους άλλους, στο ίδιο καζάνι θέλει να βράζει, μέσα στους άλλους τοποθετεί τον εαυτό του. Διακόπτεται έτσι ο ρεμβασμός ή η αναπόληση, εξοστρακίζεται κάθε ωραιοποίηση, ανατρέπεται το νόημα και το αίσθημα και προσγειώνονται στο σκληρό –πλην όμως εμπλουτισμένο– έδαφος της ειρωνείας: «Μυρίζω / γεμίζει το στήθος θαύματα. / Αυτά τα πράγματα δεν κρατούν πολύ / Μισή σελίδα σε ένα βιβλίο με ποιήματα».

 

Κι όμως υπάρχουν μορφές στενο-χωρίας, όπως η μισή σελίδα με ποιήματα ή τα 5 λεπτά για ένα τσιγάρο, που εξασφαλίζουν τη μεγαλύτερη ευρυχωρία, που χωράνε ολόκληρη την ιστορία, όλα τα συναισθήματα, όλη την ομορφιά και όλη τη θλίψη. Στα «5 λεπτά διάλειμμα», ένα πεζό που βρίσκεται –όπως ακριβώς πρέπει– στο μέσον του βιβλίου, ο Χαλαζωνίτης εμπνέεται από το τραγούδι Five minutes της Γκρέτσεν Πέτερς, αμερικανίδας τραγουδοποιού της φολκ και της αμερικάνα, και φτιάχνει ένα υπέροχο ρεμίξ. Πατάει πάνω στη λιτή ύφανση της αμερικανικής μπαλάντας και περνάει τη σαΐτα του. Η Ιουλιέτα του Δυτικού Τέξας γίνεται Ιουλιέτα του Αιγάλεω. Στο διάλειμμα από τη δουλειά και οι δύο καπνίζουν ένα τσιγάρο. Η μια μπροστά απ’ τη βιτρίνα του κυλικείου του Άντυ, η άλλη στην έξοδο κινδύνου. Και η ζωή τους περνάει μπροστά απ’ τα μάτια τους. Αλλά, «Λίγος χρόνος για αναπολήσεις. Η μνήμη λέει ψέματα». 5 λεπτά διάλειμμα. Μια ρουτίνα σπασίματος της ρουτίνας, ένας μικρός ασφυκτικός παράδεισος, τα ίδια και τα ίδια, γιάλε γιάλε αλλιώς, μια πικρή τρυφερή νοσταλγική μονοτονία. Που χωράει ολόκληρη τη ζωή.

Σ’ αυτή την επανάληψη, σ΄ αυτή τη διάβρωση του χρόνου πέφτει στον ποιητή το χρέος μιας παρηγορητικής –έστω– επιδιόρθωσης: «ο χρόνος και η αδικία μας διαβρώνουν / οι ποιητές τα μερεμέτια κάνουν» [330, σ. 126].

Παρ’ όλες τις αντιξοότητες, παρ’ όλες τις απογοητεύσεις, παρ’ όλες τις απομαγεύσεις, μια θέληση, ένα στανιό είναι αυτό που μπορεί να κρατήσει τον ποιητή. Το σθένος της γραφής, ένα θλιμμένο χρέος, που συνοψίζει την πολιτική και ποιητική ηθική του Χαλαζωνίτη: «θα συνεχίσω / να αγωνίζομαι / να γράφω / με πεποίθηση / και μιαν αδήριτη θλίψη» [199, σ. 78].

Δεν υπάρχουν σχόλια: