Τιτίκα Δημητρούλια
Τεύκρος Μιχαηλίδης, «Το καρέ με τις ντάμες»,
εκδόσεις Ψυχογιός, 2026
Έχουν περάσει είκοσι πέντε χρόνια από τη μεγάλη στροφή που, κατ’ αναλογία με αντίστοιχες διεθνείς εξελίξεις και με σχετική, πάντα, καθυστέρηση, συντελέστηκε στην παραγωγή της νεοελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας –πυροδοτώντας και τη σχετική θεωρητική, κριτική συζήτηση περί της θέσης της στο λογοτεχνικό πεδίο. Έκτοτε, η νεοελληνική αστυνομική μυθοπλασία διαρκώς αυξάνει αλλά και
η σχετική συζήτηση παραμένει ανοιχτή, στο πλαίσιο της ευρύτερης συζήτησης περί δημοφιλούς, λαϊκής και/ή μαζικής κουλτούρας. Έτσι ώστε κάθε φορά που ένας-μία κριτικός θέλει να μιλήσει για ένα αστυνομικό μυθιστόρημα να είναι τρόπον τινά αναγκασμένος/η να ξαναπιάνει το νήμα από την αρχή, να παίρνει θέση ως προς τη λογοτεχνικότητά της –κάτι που δεν ισχύει, λόγου χάρη, για την πεζογραφία εν γένει, παρότι το ζήτημα τίθεται ομοιοτρόπως και στο πεδίο της. Αυτό ακριβώς το γεγονός είναι ενδεικτικό της μετέωρης, έως και σήμερα, θέσης της στον αστερισμό των νεοελληνικών έργων του λόγου, παρά την (πιο) συστηματική αναβάθμισή της σε διεθνές επίπεδο, η οποία, πάντως, επίσης δεν κινείται με τους ίδιους ρυθμούς σε όλους τους γλωσσικούς και πολιτισμικούς χώρους. Την ίδια στιγμή, η αστυνομική λογοτεχνία καταλαμβάνει κεντρική θέση στο μάρκετινγκ της παγκοσμιοποιημένης εκδοτικής βιομηχανίας, συνεπικουρούσης της καταγωγικής νομαδικότητάς της, της ευκολίας με την οποία μεταφέρεται, επιτυχώς ή μη, στα διάφορα μέσα, και η οποία ενισχύει τον αντίκτυπό της.Συντάσσομαι με τη θέση του Μαρκ Φίσερ, ο οποίος ορίζει τη δημοφιλή,
λαϊκή κουλτούρα ως πεδίο ιδεολογικής μάχης, στο οποίο μετέχουν, από
εντελώς διαφορετικές σκοπιές, τα δημοφιλή είδη, της αστυνομικής μυθοπλασίας
συμπεριλαμβανομένης· αλλά και με τη θέση του πατέρα του νέου αστυνομικού
μυθιστορήματος Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ ότι το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι ένα κλαδί
της λογοτεχνίας που πραγματεύεται το Κακό – ένα Κακό που τα κοινωνικά, πολιτικά
αστυνομικά μυθιστορήματα μας παρουσιάζουν όχι ως ατομική απόκλιση αλλά ως
γέννημα μιας κοινωνικής συνθήκης. Στο πλαίσιο αυτό, το ύφος του, όπως
επισημαίνει ο Ντομινίκ Ραμπατέ, συνδέεται με την ηθική του έργου, όπως
μεταφράζεται κατά πρώτο λόγο στην πλοκή και στην οποία εδράζεται και η
ανανεωμένη δύναμή του – με όλο το ρίσκο των επικίνδυνων απλουστεύσεων που αυτό
συνεπάγεται και το οποίο αναλαμβάνει ο-η κάθε συγγραφέας χωριστά.
Η επανεμφάνιση της υπαστυνόμου Όλγας Πετροπούλου στο Καρέ
με τις ντάμες του Τεύκρου Μιχαηλίδη, μια άλλη όψη της οποίας γνωρίσαμε
και το Έτερος εγώ, στέφεται, ως προς τα παραπάνω, με απόλυτη
επιτυχία. Αφενός, τη γνωρίζουμε καλύτερα, το πρόσωπό της πλαισιώνεται και βαθαίνει·
αφετέρου, η πολλαπλή έρευνα που διεξάγει είναι στημένη εξαιρετικά σε επίπεδο
κατά Γκίνζμπουργκ ενδεικτικού παραδείγματος· και τέλος, η κατάληξη της έρευνας
αυτής δεν αφήνει περιθώρια για μονοσήμαντα συμπεράσματα, ει μη μόνον ως προς
τον κοινωνικο-ιστορικό επικαθορισμό της έννοιας του νόμου και της τάξης.
Τέσσερα καθάρματα που απολαμβάνουν την ασυλία και την ατιμωρησία τους δολοφονούνται
από ισάριθμες, όπως φαίνεται, γυναίκες. Τα μαθηματικά δίνουν πάντα το παρών,
αλλά και η τεχνολογία επίσης, κυρίως μέσω του συντρόφου της Όλγας, Δημήτρη. Οι
φόνοι δεν στενοχωρούν κανέναν, αλλά παρά ταύτα πρέπει να λυθούν –όχι πάντως
προκειμένου να επανέλθει η τάξη στον κόσμο, η οποία παραμένει εξίσου, αν όχι
περισσότερο, (αναπότρεπτα) διασαλευμένη όσο και στην αρχή της ιστορίας. Το Κακό
είναι δομικό, συστημικό, όσο κι αν οι αυτουργοί του παραμένουν ατομικά
υποκείμενα και ως τέτοια υφίστανται τις συνέπειες μιας μη συστημικής αντίπραξης
–η οποία προφανώς δεν μπορεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο να ανατρέψει την καθεστηκυία
τάξη. Δεν είναι όμως προφανώς αυτό το ζητούμενο, αλλά μάλλον μια φιλοσοφία του
δικαίου, όπως αυτή που συζητούσε ο Μανσέτ, η οποία διαγράφεται αδρά μέσα από
τις γραμμές του Καρέ με τις ντάμες, όπως και σε πολλά άλλα
μυθοπλασιακά έργα του Μιχαηλίδη –τον οποίο, όπως και το δημιούργημά του, την
Όλγα Πετροπούλου, απασχολεί, όπως φαίνεται, ιδιαιτέρως το ζήτημα της
αυτοδικίας, αλλά με τρόπο καθόλου γραμμικό και απλουστευτικό.
Ως εκπρόσωπος του νόμου, αυτού του νόμου και αυτής της
τάξης, η Πετροπούλου διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στη συγκρότησή της, αλλά οι
γυναίκες-δολοφόνοι επίσης. Η αντιπαράθεσή τους, συνυφασμένη και με την έμφυλη
βία, ανοίγει το πεδίο των διαφορετικών αναγνώσεων, χωρίς να συσκοτίζει την
πρωταρχική καταγωγή της βίας. Κι ο αναγνώστης κι η αναγνώστρια καλούνται να
πάρουν θέση, όποια θέση, χωρίς να μπορούν να αρνηθούν ότι κάτι εγγενώς «σάπιο
υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας» –το οποίο η λογοτεχνία δεν μπορεί παρά να
φωτίζει, εφόσον η γνώση προηγείται της πράξης. Όπως και να έχει, έχουμε να
κάνουμε με ένα απολαυστικό, ρεαλιστικό, κοινωνικό, πολιτικό, και μαθηματικό,
αστυνομικό μυθιστόρημα, στο οποίο ο συγγραφέας ανέλαβε ρίσκα και τα διαχειρίστηκε
χωρίς υποχωρήσεις.
https://epohi.gr/articles/peri-aytodikias/

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου