Στάθης Κουτρουβίδης
Φοίβος Οικονομίδης «Ιωάννης Καποδίστριας και Αλέξανδρος
Μαυροκορδάτος στην επανάσταση του 1821 (συγκλίσεις και αντιθέσεις)», εκδόσεις:
ΚΨΜ, 2026 [1]
Το βιβλίο του Φοίβου Οικονομίδη με τίτλο: Ιωάννης Καποδίστριας και Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος στην επανάσταση του 1821, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΨΜ, περιγράφει με μεγάλη
λεπτομέρεια και ακρίβεια, δύο εμβληματικές προσωπικότητες που διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στις διεργασίες της Επανάστασης. Μέσα από την παρακολούθηση της δικής τους πορείας ο συγγραφέας – μελετητής, αν και αποτυπώνει με αριστοτεχνικό τρόπο τα βιογραφικά τους στοιχεία, διατρέχει το σύνολο της περιόδου και παρακολουθεί από κοντά τις εξελίξεις, αναφερόμενος σε όλα σχεδόν όσα συμβαίνουν τόσο στο εσωτερικό όσο και στο διεθνές πεδίο.Η περίπτωση και των δύο αυτών προσωπικοτήτων, ωστόσο, τέμνει
και διαπερνά το σύνολο των πολιτικών των τότε ισχυρών κρατών της Ευρώπης και
της διεθνούς πολιτικής σκηνής. Τα δύο πρόσωπα στα οποία επικεντρώνεται το
βιβλίο, και παρά τις συγκλίσεις τους σε ορισμένα σημεία, είναι δύο καταρχάς
πολιτικοί αντίπαλοι. Δεν είναι αντίπαλοι, όμως, επειδή βρέθηκαν για μεγάλο
χρονικό διάστημα στο πεδίο της πολιτικής και στρατιωτικής αντιπαράθεσης ή
ηγήθηκαν αντίπαλων πολιτικών στρατοπέδων όσο διαρκούσε η επανάσταση –άλλωστε, η
κοινή τους παρουσία στο πεδίο της πολιτικής συνέβη μετά την έλευση του
Καποδίστρια στην Αίγινα ως κυβερνήτη τον Ιανουάριο του 1828– αλλά γιατί στο
μεγαλύτερο διάστημα στο οποίο έδρασαν, διατύπωσαν δύο εντελώς αντιθετικά
πολιτικά σχέδια για την επίλυση της σύγκρουσης, ανάμεσα στην Οθωμανική
Αυτοκρατορία και τους επαναστατημένους Έλληνες. Η πολιτική αυτή διαμάχη ανάμεσα
στα δύο πρόσωπα έρχεται κατά συνέπεια να δοκιμαστεί πάνω στα πολιτικά σχέδια
που διατυπώνονται ως πιθανότητα επίλυσης της σύγκρουσης: πάνω σε αυτά τα δύο
πρόσωπα σκιαγραφούνται τα δύο κύρια πολιτικά σχέδια της περιόδου. Από τη μία το
συντηρητικό σχέδιο το οποίο εκφράζει ο Ιωάννης Καποδίστριας και από την άλλη το
φιλελεύθερο υπό τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Πριν προχωρήσουμε στην περιγραφή
των στοιχείων των δύο αυτών σχεδίων, έχει σημασία να επιμείνουμε σε έναν
κρίσιμο παράγοντα που χαρακτηρίζει την προσέγγιση του Φοίβου Οικονομίδη.
Ρευστότητα περιόδου και συνειδήσεων
Με το πέρασμα του χρόνου και όσο διαρκεί η επανάσταση τίποτα
δεν μοιάζει να παραμένει σταθερό. Οι εσωτερικές εμφύλιες αλλά και οι διεθνείς
συγκρούσεις αναδιάτασσαν κάθε φορά τις επιμέρους συμμαχίες ή ακόμα και τα
σχέδια που διατυπώνονταν σχετικά με την επίλυση του προβλήματος. Αυτό, όμως,
που προκύπτει πολύ πειστικά μέσα από το βιβλίο είναι ότι η ίδια η διαδικασία
της επανάστασης όσο και αυτοί που συμμετείχαν σ’ αυτήν άλλαξαν, επηρέασαν και
επηρεάστηκαν τόσο σε επίπεδο συνείδησης, όσο και σε επίπεδο προτάσεων. Και μαζί
με αυτά άλλαξε, προσαρμόστηκε και η στάση των διεθνών δυνάμεων έναντι των
εξελίξεων. Οι απόψεις τους και οι ιδέες όσων είχαν την πολιτική πρωτοβουλία και
μπορούσαν να ηγηθούν –και τα δύο αυτά πρόσωπα, δηλαδή ο Καποδίστριας και ο
Μαυροκορδάτος, συνιστούν αναμφισβήτητα δύο ηγετικές προσωπικότητες της
περιόδου– δεν έμεναν αμετάβλητες στον χρόνο. Την παρουσία τους επομένως ο
συγγραφέας στο βιβλίο του δεν την αντιμετωπίζει στατικά, αλλά με ένα πολύ
ζωντανό, δυναμικό τρόπο. Λέγεται συχνά ότι η πολιτική είναι η τέχνη του
εφικτού, και στα δύο αυτά πρόσωπα η ιδέα αυτή μάλλον επιβεβαιώνεται πλήρως. Η
πλαστικότητα της σκέψης τους και επομένως των πολιτικών τους προτάσεων κάθε
φορά οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι το περιβάλλον μέσα στο οποίο και
οι δύο δρουν μεταβάλλεται συνεχώς.
Έτσι βλέπουμε από την έναρξη κιόλας της επανάστασης την
τσαρική Ρωσία του Αλέξανδρου του Α΄ να στέκεται επικριτικά σε αυτήν και στη
δράση της Φιλικής Εταιρείας. Η ρωσική αρκούδα, πιστή στις συντηρητικές επιλογές
της Ιεράς Συμμαχίας κατά την περίοδο της Παλινόρθωσης και ιδίως μετά την ήττα
του Ναπολέοντα στο Βέλγιο, δεν έβλεπε με καλό μάτι την εξάπλωση των
επαναστατικών κινημάτων που είχαν ήδη σιγά – σιγά αρχίσει να εμφανίζονται και
να ξεσπούν σε διάφορες περιοχές της Ευρώπης, φοβούμενη ότι παρόμοια κινήματα
μπορούσαν να διαδοθούν και στο εσωτερικό της αχανούς χώρας. Τόσο ο Καποδίστριας
όσο και ο Τσάρος αρχικά στάθηκαν αρνητικά στην δημιουργία ενός επαναστατικού
κινήματος στη νότια βαλκανική που θα έθετε σε αμφισβήτηση το διεθνές status-quo
της οθωμανικής αυτοκρατορίας, παρά το γεγονός ότι ένα από τα επιχειρήματα των
Φιλικών ήταν ότι η Ρωσία τελικά δεν θα έμενε αμέτοχη και θα βοηθούσε στο
ξέσπασμα της ελληνικής επανάστασης. Οι Μεγάλες Δυνάμεις είχαν συμφωνήσει να
αντιταχθούν αλλά και να πατάξουν οποιαδήποτε παρόμοια εξέγερση θα ξεσπούσε μελλοντικά.
Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι το πολιτικό ιερατείο της Ευρώπης, η Ιερά Συμμαχία,
δεν έβλεπε θετικά την πιθανότητα μιας παγκόσμιας εξέγερσης που θα επέτρεπε στα
λαϊκά στρώματα να διεκδικήσουν πολιτικό ρόλο στις εξελίξεις, κάτι που θα
μπορούσε να λειτουργήσει ως ντόμινο στη διεθνή πολιτική σκακιέρα, ανατρέποντας
ακόμα και καθεστώτα.
Το σχέδιο που σε εκείνην τη χρονική στιγμή υποστηρίχθηκε από
τις μεγάλες δυνάμεις σε διεθνές επίπεδο ήταν η διατήρηση της ειρήνης στον
κόσμο, αλλά και παράλληλα, η εσωτερική ειρήνη σε κάθε χώρα ξεχωριστά. Ο Ι.
Καποδίστριας υπό την ιδιότητα του υπουργού Εξωτερικών της τσαρικής Ρωσίας, και
επομένως, φορέας αυτών των πολιτικών σκέψεων, δεν μπορούσε να το υιοθετήσει
πλήρως, τη στιγμή μάλιστα που οι συμπατριώτες του είχαν ξεσηκωθεί και η
επανάσταση συνεχιζόταν. Ιδιαίτερα μάλιστα από τη στιγμή που παρά τα πισωγυρίσματα
και τις παλινωδίες, εδραιωνόταν στην Πελοπόννησο, σε ορισμένα νησιά του Αιγαίου
και στη Στερεά Ελλάδα. Στην πορεία όμως τα πράγματα και για τις Μεγάλες
Δυνάμεις άλλαξαν, οι νίκες στα πεδία των μαχών των ελλήνων επαναστατών, η όλο
και μεγαλύτερη εμπλοκή των άλλων Μεγάλων Δυνάμεων σε ό,τι διακυβευόταν και
κυρίως της Αγγλίας και Γαλλίας, το φιλελληνικό κίνημα που αναπτύχθηκε και
διαδόθηκε γρήγορα στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, ανάγκασαν τις Μεγάλες
Δυνάμεις να το ξανασκεφτούν. Η ρωσική αυτοκρατορία και μαζί με αυτήν και οι
άλλες δυνάμεις αναγκάστηκαν σταδιακά να μεταβάλουν τις απόψεις τους σε σχέση με
την ελληνική επανάσταση και να επιδιώξουν να διαδραματίσουν ενεργότερο ρόλο
στις εξελίξεις επηρεάζοντας τα γεγονότα και προς όφελός τους.
Σύγκρουση δύο κόσμων
Εάν φύγουμε λίγο από την πραγματικότητα της ελληνικής
επανάστασης, τις συνεχείς μάχες, τις εμφύλιες συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις,
την προσπάθεια των επαναστατών να αποκτήσουν ενιαία κεντρική διοίκηση και
τακτικό στρατό, βλέπουμε ότι μέσα από την ελληνική επανάσταση διακυβεύεται ένα
ευρύτερο ζήτημα. Η σύγκρουση δύο διαφορετικών κόσμων, όπου από τη μία βρίσκεται
ο κόσμος των μεγάλων αυτοκρατοριών της περιόδου και από την άλλη ο κόσμος που
αναδύεται, αυτός της νεωτερικότητας, των εθνών κρατών, αυτών που τον 19ο αιώνα
τελικά εδραιώθηκαν. Οι δύο αυτοί κόσμοι έχουν σαφή όρια και επιπτώσεις, τόσο
πολιτικές όσο και οικονομικές. Από τη μία έχουμε τις απόλυτες μοναρχίες, ή αυτό
που περιγράφουμε ως πεφωτισμένη δεσποτεία, όπου ένας απόλυτος μονάρχης
επιχειρεί να εκσυγχρονίσει τους θεσμούς και το κράτος μέσα από μεταρρυθμίσεις.
Ο Καποδίστριας γαλουχημένος στο πλαίσιο της ρωσικής αυτοκρατορίας από αυτό το
πνεύμα εκπροσωπούσε ακριβώς αυτόν τον κόσμο, για αυτό και οι πολιτικές του
είχαν συγκεκριμένα όρια, όπως φάνηκε και από το διάστημα της διακυβέρνησής του.
Αντίθετα για τον «αντίπαλό» του, τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, το νεοσύστατο
ελληνικό κράτος χρειάζεται να ακολουθήσει έναν πιο φιλελεύθερο δρόμο, αυτόν που
προσδιορίζεται από τις σύγχρονες μορφές πολιτικής εκπροσώπησης: πολιτικές που
σχετίζονται με τη συμμετοχή ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων στην πολιτική ζωή
μιας χώρας, με τη διεξαγωγή εκλογών, την ύπαρξη κοινοβουλίων και τη λειτουργία
ενός πολιτικού πλαισίου που σφραγίζεται από ένα σύγχρονο συνταγματικό πλαίσιο.
Σε μια κλίμακα προόδου, ακόμα και εκείνης της εποχής, ο ίδιος διαβλέπει ότι η
Οθωμανική Αυτοκρατορία αντιπροσωπεύει ό,τι πιο παλαιό και αυτό που αργά ή
γρήγορα θα καταρρεύσει και θα συντριβεί. Αυτή, όμως, η πολιτική είχε και σαφείς
οικονομικές διαστάσεις. Ο καπιταλιστικός χαρακτήρας της αγγλικής οικονομίας
πρότασσε την ανάγκη διασφάλισης των ανοιχτών δρόμων για το εμπόριο και τον
παγκόσμιο καπιταλισμό. Ένα φιλελεύθερο αστικού τύπου κράτος στη Νότια Βαλκανική
χερσόνησο, όπως μπορεί να ήταν το νεοσύστατο ελληνικό κράτος, ήταν πολύ πιο
δεκτικό σε ανάλογες πολιτικές, σε αντίθεση με τις γραφειοκρατικού τύπου
απολυταρχικές λογικές που τελικά επικράτησαν. Η ελληνική επανάσταση, άλλωστε,
αντλούσε πολλά στοιχεία και ιδέες από τις φιλελεύθερες προσεγγίσεις των δύο
μεγάλων αστικών επαναστάσεων της περιόδου, δηλαδή της αμερικάνικης και της
γαλλικής επανάστασης, οι οποίες επηρέασαν ουσιαστικά τη σκέψη των ανθρώπων και
τις αποφάσεις τους.
Σημείωση:
1. Το κείμενο αυτό αποτελεί μέρος ομιλίας σε εκδήλωση –
παρουσίαση του βιβλίου που διοργάνωσε στις 20 Μαρτίου, στο Μουσείο Εθνικής
Αντίστασης Ηλιούπολης, η δημοτική παράταξη «ΗΛΙΟΥ-Πόλις, Ανθρώπινη Πόλη» με
κύριους ομιλητές τον Στάθη Κουτρουβίδη, τον Βαγγέλη Σαράφη και τον ίδιο τον
συγγραφέα Φοίβο Οικονομίδη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου