Κώστας Καναβούρης
Από τον Πίνδαρο μέχρι τον Ιωάννη τον Δαμασκηνό απλώνεται το
Είκοσι (εκδόσεις Άγρα), το τελευταίο βιβλίο ποίησης του Παντελή Μπουκάλα. Από
το «σκιάς όναρ άνθρωπος», μέχρι το «ως άνθος μαραίνεται και ως όναρ
παρέρχεται». Και από κει απλώνεται σε όλο το μεγαλείο της δημοτικής μας
παράδοσης στο μοιρολόι, αλλά και στη λόγια ποίηση του πένθους και της απώλειας.
Στοιχεία που θα μπορούσαν να διαρρήξουν την οδύνη και να τη μετατρέψουν σε
συνονθύλευμα υλικών, εδώ δημιουργούν ένα αληθινό σκοτεινό κόσμημα ποίησης των ημερών
μας.
Ποιος είπε ότι η στάχτη είναι το τελευταίο στάδιο της ύλης
και από κει και πέρα δεν έχει άλλο; Έχει όταν μιλάμε για ποίηση. Με στάχτη
γράφονται οι σιωπές του πένθους που λέγονται λέξεις και χωνεύουν τα δάκρυα για
να ξαναγίνουν λέξεις. Με στάχτη είναι γραμμένο αυτό το απέραντο βιβλίο του
Παντελή Μπουκάλα. Μ’ εκείνη την τρομακτική προσπάθεια –που κοστίζει την ίδια
σου τη ζωή– να πιάνεις τις νιφάδες της στάχτης στον αέρα και να τις κάνεις
μνήμη, άναυδο πόνο, πικραμύγδαλο και ρόδι δεκαπεντασύλλαβο και κόκκινο που
σφαδάζει σιωπή. Στάχτη από νεκρικές καύσεις, στάχτη από αρχαίες καμινεύσεις,
στάχτη από τις φωτιές του Αι Γιάννη του Κλήδονα.
Νιφάδες οδύνης
Νιφάδες στάχτης, νιφάδες γλώσσας βγαλμένες μ’ εκείνη την
οδυνηρή αγάπη επειδή δεν δόθηκε. Εδώ, η οδύνη γίνεται το ηθικό υποκατάστατο της
απουσίας. Της βιολογικής αδυναμίας να αγαπάς το πρόσωπο καθ’ εαυτό αφού το
πρόσωπο δεν Είναι. Κι έτσι το δικό σου Είναι τανύζεται μέχρι τα έσχατα τετανικά
όρια ώστε να συμπεριλάβει την απουσία, ως υπαρξιακή διερώτηση: «Έχετε πάει στον
επιτάφιο / καλοί μου / και να ‘ναι εντάφιος ο γιος σας;» (σελ. 59). Νιφάδες
γλώσσας, νιφάδες στάχτης για ένα ερωτηματικό που περιέχει όλα τα ερωτήματα,
απαντημένα και αναπάντητα κι αυτό είναι που κάνει το ποίημα αριστουργηματικό:
«Και στήνουν ξόβεργες/παγίδες/βρόχια/δίχτυα/ σαγήνες στήνουν./ Οι λέξεις./ Και
πέφτω μέσα τους/ θέλω δεν θέλω» (σελ. 41).
Το έργο αναπτύσσεται μέσα από μια γλώσσα που έρχεται και
ξανάρχεται σαν κύμα χωρίς να προσθέτει, αλλά αφαιρώντας διαρκώς τα περιττά που
πολιορκούν τη γυμνότητα του πένθους, αφήνοντάς το καθαρό και ξάστερο σαν φάρο
στην ερημιά της ύπαρξης, αφαιρετικό όσο και η απόδειξη ενός μαθηματικού
ερωτήματος. Έτσι που στο τέλος οι λέξεις αδειάζουν από το ίδιο τους το
περιεχόμενο και γίνονται σύμβολα της αγωνίας που μας συνοδεύει από την ελλιπή
ανάγνωση του σύμπαντος κόσμου, της αγωνίας για το όλον μιας συνέχειας, μιας
συνέπειας δηλαδή, στην αλληλουχία του χρόνου που δεν κατορθώθηκε. Έγινε στάχτη
μπροστά στα μάτια μας και μέσα στα σπλάχνα μας, επαναλαμβάνοντας από την αρχή
τη σισύφεια προσπάθεια αθανασίας που λέγεται ζωή. Ξανά η ζωή από την αρχή, ξανά
αυτό «το τραύμα στην ανυπαρξία» όπως την ορίζει ο Γιάννης Ρίτσος σε ένα από τα
«Μονόχορδα» ποιήματά του.
Έργο – λιτανεία
Ο Παντελής Μπουκάλας μάς παραδίδει ένα έργο – λιτανεία, όπου
ο αφηγηματικός ψίθυρος γίνεται καταστατική ποιητική συνθήκη του δημιουργήματος
επειδή λειτουργεί ως κινητήρια δύναμη της ποιητικής μηχανικής που ζωντανεύει το
ποίημα και το προβιβάζει στο ικρίωμα της άμωμης ποίησης. Εκείνης που χωνεύει
τις ειδολογικές ευρέσεις σ’ ένα άλλο, «αλλιώς ωραίο» γεγονός.
Μας παραδίδει ένα έργο – περιφορά Επιταφίου από τα χορικά
του Αισχύλου μέχρι τα Αλεξανδρινά επιτύμβια επιγράμματα, εκεί όπου το «δακρύειν
όσον Θέμις» εκρήγνυται στα μάτια και γίνεται καλειδοσκοπική όραση: κομμάτια κι
αποσπάσματα ενός όλου που θρυμματίστηκε διά παντός κι απέμεινε μονάχα ο
«Υάλινος Κώδων» των δακρύων να ηχεί μανιασμένα στη μέση μιας θύελλας που
έρχεται και ξανάρχεται χωρίς αρχή, μέση και τέλος, όχι πάντοτε μ’ αυτή τη
σειρά. Ένα έργο – περιφορά Επιταφίου ακόμα και στο ίδιο το σύνολο της
δημιουργίας του ποιητή, τότε που ακόμα δεν το είχε τοξεύσει ο θάνατος· εδώ το
«Οπόταν πλάτανος» (Άγρα 1999) γίνεται «οπόταν θάνατος»: «Οπόταν;/ Οπόταν
θάνατος χαριτωμένε μου./ Τώρα μαζεύω πλατανόφυλλα,/ όσα αποθέτει γύρω σου ο
χειμώνας» (σελ. 54).
Και ταυτόχρονα ένα έργο που λιτανεύεται από τις καθημερινές
λέξεις οι οποίες φτιάχνουν τη θρησκεία της αγάπης, τη θρησκεία του
απαρηγόρητου, τη θρησκεία του αποσβολωμένου μπροστά στον κατακλυσμό της απώλειας.
Την αιματοβαμμένη πεποίθηση της ζωής, δηλαδή, να αρνηθεί την άρνηση, το
αμετάκλητο τέλος της ατομικής κατάστασης και να τη συσσωματώσει στο τραύμα που
θα υπερκεράσει το κενό, αφού στο χάος τού υπάρχειν το κενό είναι μαγνητικό και
καταπίνει τον εαυτό του. Γράφει στο ποίημα αριθμός «16» ο Παντελής Μπουκάλας
(σελ. 52):
«Με ανασκευάζει η ζωή./ Και λέω ζωή/ για να μην ονομάσω τον
δυσώνυμο./ Αλλά το ξόρκι/ ανήμπορο/ Ανόητο./ Γιατί εντέλει και εξαρχής/ αυτός
το όνομά μου./ Τίποτα, μια δροσιά ο άνθρωπος/ κάτω από μαύρο ήλιο πύρινο/ Γραφή
πάνω στο χιόνι/ το δικό του όνομα,/ πάνω στο νερό./ Και σβήνεται πριν
διαβαστεί».
Είναι και μη Είναι
Το βιβλίο παλινδρομεί διαρκώς από την καταιγίδα στη σταγόνα,
από την κραυγή στο ψέλλισμα, από την τελετουργία της απαντοχής, στη θωπεία των
κατάλοιπων καθημερινών αντικειμένων (που μεταλλάσσονται σε σκεύη μοναστικής
ιεροσύνης), από το Είναι στο μη Είναι, παραμένοντας πάντοτε φωτισμένο από την
απειλή του γκρεμού.
Ένα έργο σαν τις «Σκάλες του Έσερ» που δεν αρχίζουν και δεν
τελειώνουν ούτε καν στο πουθενά. Α, ναι και όπως στα «χέρια του Έσερ», το ένα
γράφει το άλλο, στο Είκοσι το χέρι γράφει το έργο και το έργο πλάθει το χέρι
που θα γράψει την επόμενη λέξη σαν να είναι η τελευταία. Γιατί αυτό είναι το
Είκοσι: ένα σύνθεμα ποιητικής οδύνης που δημιουργεί τον κόσμο σβήνοντάς τον και
γι’ αυτό η κάθε λέξη του γίνεται η τελευταία λέξη του κόσμου. Εδώ βρίσκεται το
μέγεθός του, εδώ βρίσκεται το μεγαλείο του: το αυτεπίστροφο ανθρώπινο που όλα
τα περιέχει και προπαντός τον θάνατο. Που ξεφεύγει από έναν Σολωμικό στίχο και
τσακίζεται· γιατί έχει στίχους σπάνιας λεκτικής «αρωματοποιίας» ο Παντελής
Μπουκάλας, σαν να ξεπηδούν από μια αποσταγμένη Σολωμική ατμόσφαιρα. Σαν
κουβερτάκι ανοιξιάτικο στις ψύχρες της ανάμνησης. Οι λέξεις του «φαίνονται»
όπως τα αντικείμενα που βγαίνουν στο φως μέσα από τις σκιές τους και όπως τα
τραύματα φαίνονται όσο ξεφεύγουν από το τίποτα που είναι το μαύρο.
Ο ποιητής Παντελής Μπουκάλας, με το Είκοσι, δεν μας
παραδίδει ένα συναισθηματικό χείμαρρο. Μας παραδίδει ένα ατόφιο έργο Τέχνης,
που ως τέτοιο αναλαμβάνει τις ευθύνες του απέναντι στον κόσμο και τον χρόνο,
τον περασμένο, τον τωρινό και τον μελλούμενο: να φτάνει ως όντως ον μέχρι την
Ακραία Ήρα της θυσίας και να επιστρέφει καβάλα στον Χλωρό Ίππο της Αποκαλύψεως.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου