30.8.26

«Το σώμα ως κιβωτός μνήμης και ως αντικείμενο ανάμνησης, ως τυραννική παρουσία και ως βασανιστική απουσία»


Γράφει η Άννα Μαραγκάκη

 

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης «Νοσοκομείο Σωτηρία», εκδ. Κίχλη

«Δεν ξέρω άλλο χώρο που να συμπυκνώνει τόσες σιωπές, τόσες κραυγές, τόσους αγώνες, τόσες ελπίδες και τόσες διαψεύσεις από τούτο το νοσοκομείο», λέει κάπου ο αφηγητής, Μωυσής Παναγιωτίδης, στο βιβλίο του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη. Μια παρόμοια συμπύκνωση πετυχαίνει και ο συγγραφέας στο έργο του, συμπλέκοντας το προσωπικό δράμα του αφηγητή, αυστηρά οριοθετημένο στον χρόνο, με τα

αναρίθμητα, μέσα στα χρόνια, δράματα των ασθενών του Σωτηρία. Αναζητά τους παλαιότερους ενοίκους του νοσοκομείου, συνομιλεί με τους τωρινούς και φαντάζεται τους επόμενους. Ερευνά αρχεία, εντοπίζει τεκμήρια, παρατηρεί και συμπάσχει, μιλώντας άλλοτε με τη θερμή γλώσσα της ποίησης, άλλοτε με την ψυχρή της στατιστικής. «Όσο κι αν προσπαθώ να αντισταθώ, η ιστορία του νοσοκομείου με έλκει σαν μαγνήτης», λέει το alter ego του, ο Μωυσής: ο πόνος είναι εγγεγραμμένος στον χώρο, και ο συγγραφέας, ως εκ της ιδιότητός του και μόνο, είναι υποχρεωμένος να τον ιστορήσει, να τον αφηγηθεί.

Το εμφανέστερο νήμα που συνδέει μεταξύ τους τα πρόσωπα του βιβλίου είναι η ασθένεια. Η αρχή της αφήγησης συμπίπτει με τα πρώτα συμπτώματα, την αρχή της αρρώστιας. Για τον Μωυσή είναι ο καρκίνος, για την Πολυδούρη, τον Ρίτσο, την Μπέλλου και τόσους άλλους, η φυματίωση. Η κατεξοχήν ασθένεια του δικού μας αιώνα ο πρώτος, του προηγούμενου η δεύτερη. Ασθένειες κι οι δυο φοβερές, που φέρνουν τους πάσχοντες αντιμέτωπους με τα όριά τους. Και κάπου εκεί, στα όρια, αρχίζει να γεννιέται και η γραφή, είτε σαν ανάγκη επικοινωνίας είτε σαν όπλο ενάντια στη φθορά, μέσο διατήρησης και μεταβίβασης της μνήμης. Επιστολές των αφανών του νοσοκομείου, προκηρύξεις αγωνιστών, στίχοι λαϊκών και ρεμπέτικων, η χειμαρρώδης αφήγηση του Μωυσή, η υψηλή ποίηση της Φιλησίας Στάθη-Πουλιοπούλου και της Μαρίας Πολυδούρη: τα πρόσωπα και οι λέξεις τους, η μορφή τους και η φωνή τους. Το πλέξιμο μυθοπλασίας και Ιστορίας συντελείται με απόλυτη φυσικότητα, ο συγγραφέας σκάβει μια πλατιά κοίτη που χωράει τους πάντες και τα πάντα, όλη την αλήθεια των ηρώων του, «αφτιασίδωτη, ανυπόκριτη και τραγική».

Κι ωστόσο ο χώρος είναι πάντα περίκλειστος: το υπόγειο του βιβλιοπωλείου του Μωυσή, το τριάρι της αστικής του πολυκατοικίας, το δωμάτιο του Σωτηρία. Τα μαγικά νησιά και οι ξακουστές πρωτεύουσες είναι άπιαστο όνειρο, σταθμοί ταξιδιών που δεν θα πραγματοποιηθούν ποτέ. Ο μόνος εφικτός προορισμός του αφηγητή είναι ο θάλαμος του νοσοκομείου. Ο Μωυσής είναι εγκλωβισμένος, πιασμένος στο δόκανο της αρρώστιας του, σαν τον λύκο στην παραβολή που παππού του: «Τι απ’ τα δύο θα ‘ταν προτιμότερο; Να μείνει στο δόκανο και να πεθάνει παγιδευμένος ή να κόψει το πόδι και να πεθάνει λεύτερος;» Ο ίδιος λέει πως δεν ξέρει, μα στην ουσία δεν υπάρχει δίλημμα, δεν υπάρχει επιλογή, ούτε για αυτόν ούτε για κανένα άλλο πρόσωπο του βιβλίου. Αγωνιστές και φυματικοί, μαχαιροβγάλτες και πόρνες, ποιητές και ποιήτριες, η ίδια η νομοτέλεια της ασθένειας, έχουν ήδη αποφανθεί: η απόδραση είναι μονόδρομος. Είτε μέσω μιας σήραγγας που ανοίγεται υπογείως, είτε μέσω του θανάτου, είτε μέσω της γραφής.

Ο χώρος περίκλειστος, αλλά ο χρόνος ρευστός. Η αναγκαστική ακινησία του Μωυσή στον χώρο τροφοδοτεί την ανεμπόδιστη κίνησή του στον χρόνο, η αθέλητη καθήλωσή του γεννά τούτο το θαυμαστό πηγαινέλα που παρακολουθούμε στις σελίδες του βιβλίου: από τη μια περίοδο του βίου του στην άλλη, όταν ξεδιπλώνει την προσωπική του ιστορία, από τη μια εποχή στην άλλη όταν ξετυλίγει τη συλλογική. Η ρευστότητα του χρόνου, που «γλιστρά και χύνεται, σαν το νερό στη χούφτα που διψάει», ενώ αρχικά πιέζει αφόρητα τον Μωυσή, ο οποίος ζει υπό προθεσμία εξαιτίας της αρρώστιας του, γίνεται εντέλει το πιο μεγάλο του όπλο. Τα τείχη του χρόνου είναι χάρτινα, καταρρέουν με τη δύναμη της θέλησής του και μόνο, τουτέστιν με την ισχύ της δημιουργικής φαντασίας του συγγραφέα. Ο εξωτερικός τοίχος του Σωτηρία, όπου εκτελέστηκαν τόσοι και τόσοι αγωνιστές, αποδεικνύεται φτιαγμένος από ένα απόλυτα διαπερατό υλικό: ο αφηγητής, ο συγγραφέας-αφηγητής, γυρνάει την πλάτη κι ακουμπάει πάνω του με κλειστά μάτια, ακούγοντας πεντακάθαρα το παράγγελμα πυρ. Ακινητεί στον χώρο για να διασώσει από τον χρόνο τους ήρωές του, μαζί τους και τον Μωυσή, τραβώντας τον από τον καταιγιστικό χείμαρρο της Ιστορίας και εισάγοντάς τον στην πινακοθήκη των ασθενών του Σωτηρία.

Ο χρόνος, η Ιστορία, η μνήμη. Ο συγγραφέας διασώζει για να διασωθεί, ανασύρει από τη λήθη μια συνταρακτική ποιήτρια, φιλοτεχνεί το πορτρέτο μιας άλλης, παρ’ ολίγον λησμονημένης, ζωντανεύει μορφές γνωστών και άγνωστων αγωνιστών. Ξαναπιάνει το νήμα από το Χιόνι των Αγράφων και στρέφει εκ νέου το βλέμμα του στα καθοριστικά γεγονότα μιας μεγαλύτερης, τώρα, ιστορικής περιόδου. Και ενώ στο Χιόνι εκκινεί από τη μεγάλη εικόνα για να κάνει κοντινό στα πρόσωπα, εδώ, στο Νοσοκομείο, ξεκινώντας από τα πρόσωπα ανοίγει διαρκώς το πλάνο, διευρύνει ολοένα το πεδίο της εστίασής του, πετυχαίνοντας μια πανοραμική λήψη που περικλείει μια ολόκληρη εκατονταετία και ένα ευρύ πεδίο κοινωνικο-πολιτικών και πολιτισμικών εξελίξεων. Από το γενικό στο μερικό τη μια ο φακός του, από το μερικό στο γενικό, την άλλη.

 

Πολλαπλές οι πηγές της συγκίνησης σε αυτό το βιβλίο: η αργή, βασανιστική διαδρομή του Μωυσή από την άγνοια προς τη γνώση και η υπαρξιακή αγωνία του, το τραγικό μεγαλείο των σπουδαίων ποιητριών Φιλησίας και Πολυδούρη, ο ηρωισμός και η θυσία των αγωνιστών, κομμουνιστών και αναπήρων πολέμου, η σιωπηλή οδύνη των στιγματισμένων και λησμονημένων, των άσημων ασθενών που μένουν κι αυτοί και οι βαλίτσες τους στα αζήτητα· μα, πάνω απ’ όλα, η συγκίνηση πηγάζει από τη συνάντηση των προσώπων και τη διασταύρωση των ιστοριών, τη συνύφανσή τους στον μεγάλο καμβά της συλλογικής μνήμης και της κοινής ανθρώπινης μοίρας. Στο βιβλίο του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη, είμαστε ταυτόχρονα μέτοχοι και παρατηρητές, ηθοποιοί και θεατές του ανθρώπινου δράματος. Όπως ο Μωυσής, έτσι κι εμείς, οι αναγνώστες, παρακολουθώντας την ανάλωση, με την κυριολεκτική έννοια, των προσώπων του βιβλίου, ακούμε τους δείκτες να χτυπούν και στο δικό μας ρολόι, τοποθετούμαστε στο παρόν αναμετρώντας την απόσταση από το παρελθόν, έτοιμοι να λάβουμε και οι ίδιοι τη θέση μας μέσα στην Ιστορία. Η οικείωση που γεννιέται από τις πρώτες κιόλας σελίδες φτάνει ως τα έσχατα όριά της: μυθιστορηματικοί χαρακτήρες, ιστορικά και φανταστικά πρόσωπα, συγγραφέας και αναγνώστες, ακολουθούμε όλοι το ίδιο μονοπάτι προς το τέλος του βιβλίου, το τέλος της αφήγησης.

Η θρυμματισμένη μορφή του μυθιστορήματος παράγει αμείωτη ένταση, η θερμοκρασία του κειμένου είναι από την πρώτη στιγμή υψηλή, συνεχείς οι εναλλαγές από το φως στο σκοτάδι, ταχύτατη η διαδοχή των εικόνων, των επεισοδίων, των νοημάτων, η φόρτιση και η αποφόρτιση ακολουθεί τον ρυθμό της ανθρώπινης ανάσας που ηχεί κάπου κάπου σαν στεναγμός, αφθονούν οι φανερές και οι υπόγειες συνδέσεις, οι εκπλήξεις και οι ανατροπές. Ο ελεύθερος συνειρμός, το συχνά μαύρο χιούμορ και ο αυτοσαρκασμός, τα αμέτρητα ευρήματα που προωθούν την πλοκή, είναι όλα εκεί, τεκμήρια της δεξιοτεχνίας του συγγραφέα.

Η σωματικότητα διαποτίζει το βιβλίο. Το σώμα εμφανίζεται, στις σελίδες του, ως σώμα ερωτικό, πάσχον, ακρωτηριασμένο, διαμελισμένο, ακόμα και ως σώμα ψηφιακό, άβαταρ. Το σώμα ως κιβωτός μνήμης και ως αντικείμενο ανάμνησης, ως τυραννική παρουσία και ως βασανιστική απουσία. Το σώμα που πολλαπλασιάζεται μέσω του έρωτα ή διαιρείται, μοιράζεται, και πάλι μέσω του έρωτα. Το σώμα που μεταμορφώνεται για να αντέξει τον πόνο και αποδομείται εξαιτίας του πόνου. Το σώμα που φθίνει και χάνεται, αλλά και ανασυντίθεται, κόποις και βασάνοις, ως εικόνα και ως ιστορία. Το σώμα ως λίπασμα, βορά, «παλίμψηστη χωματερή της Ιστορίας». Το σώμα που αφήνει το αποτύπωμά του στο κρεβάτι του νοσοκομείου ή στην αγαπημένη πολυθρόνα του σαλονιού. Το σώμα του αφηγητή, του συγγραφέα-αφηγητή, που είναι κενό και κοίλο, που ανασκάπτεται, αδειάζει από το περιεχόμενό του, για να γίνει αντηχείο.

Αλλά και, αντίστροφα, η Ιστορία ως σώμα, απτή και ολοζώντανη, δεν έχουμε παρά να απλώσουμε το χέρι μας και να την αγγίξουμε. Το βιβλίο ως σώμα, που περνά από χέρι σε χέρι, που σημαδεύεται, τσαλακώνεται, ενίοτε μάλιστα καταστρέφεται ολοσχερώς. Ο αφηγητής συλλέγει βιβλία από κάδους απορριμμάτων και σπίτια πεθαμένων, εκλεκτικός ρακοσυλλέκτης που καλείται κάποια στιγμή να συλλέξει και να συρράψει τα ράκη της ίδιας του της ζωής. Είναι υποχρεωμένος να συμπληρώσει τα κενά, να συγκολλήσει τα σκόρπια κομμάτια και να αποκαταστήσει, σελίδα σελίδα, το αφήγημα της ζωής του προκειμένου να νοηματοδοτήσει το παρόν του και να συνεχίσει να ζει. Μα κάπως έτσι δεν φανταζόμαστε και τον ίδιο τον συγγραφέα κατά τη διαδικασία της συγγραφής; Να διασχίζει τον μεγάλο πευκώνα, να μπαίνει σε εκείνο το παλιό κτίριο στον περίβολο του νοσοκομείου, όπου είναι επιτέλους συγκεντρωμένοι όλοι οι ασθενείς του Σωτηρία, παλιοί και νέοι, άσημοι και διάσημοι, και να μαζεύει από το πάτωμα, κομμάτι κομμάτι, το κομφετί που έχουν σκορπίσει στο ολονύχτιο γλέντι τους: βαρύτιμο κομφετί, το θραυσματικό, εναγώνια και σχολαστικά συλλεγμένο υλικό της γραφής του.

 

 https://www.fractalart.gr/nosokomio-sotiria/

*Η Άννα Μαραγκάκη είναι μεταφράστρια – επιμελήτρια κειμένων

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: