14.8.26

ΥΠΟ ΤΗΝ ΣΚΙΑΝ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ


Κώστας Χατζηαντωνίου
Δεν θα πω ψέματα. Καραγκιόζη δεν έβλεπα όταν ήμουν παιδί. Ξεπέρασα μιαν απώθηση (που γεννούσε η ιδέα ότι συνοψίζει όλα τα ελαττώματα της φυλής) διαβάζοντας Φώτο Πολίτη και Γιάννη Κιουρτσάκη. Έπρεπε όμως να διαβάσω τις μέρες αυτές το βιβλίο του σπουδαίου Κύπριου πεζογράφου Κυριάκου Μαργαρίτη «Επισκίαση Χάριτος» (που έχει ως οδηγό τα απομνημονεύματα και πληροφορίες για την ζωή και το έργο του κορυφαίου Κύπριου καραγκιοζοπαίχτη Χριστόδουλου Αντωνιάδη, του Πάφιου, 1904-1987) για να κατανοήσω την τέχνη των ίσκιων και την ευλογημένη λαιμαργία που δεν χορταίνει ποτέ, μέχρι η βρώση και η πόση της αντίστασης, του έρωτα και του θανάτου οδηγήσει στην Ανάσταση, παρηγοριά και ανάμνηση, αρχαιόθεν.
Η «Επισκίαση Χάριτος» είναι ένα ακόμη τμήμα του μεγάλου πολυδιάστατου μεταμυθοπλαστικού ελληνικού μυθιστορήματος που γράφει με αφοσίωση και συνέπεια ο Μαργαρίτης. Ήδη από την «Κρόνακα» και την «Νέα Κρόνακα», δουλεύοντας κόμπο- κόμπο τη λύπη και τη χαρά μας με ένα κομποσκοίνι και (ειδικά για την Κύπρο) με ένα σχοινί αγχόνης, ο συγγραφέας, που άρχισε πριν από χρόνια να εκπληρώνει χρησμούς (είτε με τις Εννέα άγιες μαριονέτες του Θεού, είτε με το Συμβάν 74), εν γνώσει ότι η τελειότητα ανήκει μόνο στον Θεό και στ' ανδρείκελα, γράφει το Μυθιστόρημα της Ελληνικής Ζωής με τρόπο που μοιάζει πότε με ιστορία τρόμου και πότε με ένα όνειρο, που κάποτε (πού θα πάει;) θα ξυπνήσουμε και θα μάθουμε αν ήταν αληθινό. Ή σχεδόν.
Η λέξη σχεδόν (κλειδί της ελευθερίας και της σωτηρίας μας) συνάδει απολύτως με την λέξη σχέδιο - του συγγραφέα; του Θεού; της Ιστορίας; διαλέξτε εσείς όποιου νομίζετε. Η «Επισκίαση Χάριτος» πάντως δεν είναι ιστορική μελέτη ή ακαδημαϊκή ανάλυση. Ούτε προϊόν κάποιου πόθου για την αναβίωση του θεάτρου σκιών που άλλωστε πέθανε ουσιαστικά το 1950 εξαιτίας του κινηματογράφου και της εμπορικής κωμωδίας όπως εύστοχα παρατηρεί ο Μαργαρίτης. Ούτε ακαδημαϊσμός ούτε ηθογραφία λοιπόν αλλά προσωπική αγαπητική μέθεξη. Κοίταγμα εν ετέρα μορφή.
Ο υπαρξιακός ρεαλισμός του συγγραφέα ξεπερνά την ρίζα και φτάνει στα πιο μεθυστικά αρώματα της Ένωσης. Παντού. Σε κάθε πεδίο ζωής, τέχνης, ιστορίας. Μη αποδεχόμενος ότι διώξαμε την χάρη από την ζωή μας, γράφει φλεγόμενος και τρώει σκάβοντας με το νύχι τον ασήκωτο βράχο. Ενώνοντας δύση και ανατολή, από τα Παρίσια στην Χλώρακα και από το καφενείο του Πάφιου και την αυλή του παππού τα τέλη παρεπιδημούντων αποδίδοντας στου Ζωγράφου, ο Μαργαρίτης συνθέτει ιδανικά την δημώδη και την ατομική καλλιτεχνική έκφραση, γεφυροποιός, ήγουν ποντίφιξ του Τραγουδιού του Διγενή και του Σύγχρονου Τρόπου. Έτσι, η συμπύκνωση εντοπιότητας και της κατορθωμένης δυτικής του κουλτούρας γεννούν ένα κράμα καινό, ένα όντως οικουμενικό μυθιστόρημα. Κάπου εκεί, σε μία πάροδο συναντιέται και με το θέατρο σκιών. Γράφει: «Στον Καραγκιόζη, και ειδικά στον Καραγκιόζη του Πάφιου, δεν ψάχνω (μόνο) την πρώτη πηγή, αλλά την ακραία και τελική της απόληξη – την κορυφή. Τόσο ιδιοτελής είναι ο σκοπός του παρόντος βιβλίου».
Ο Μαργαρίτης γονατίζει μπροστά στον Αντωνιάδη και παίρνει το χρίσμα του. Καραγκιοζοπαίχτης σπουδαίος της ελληνικής πεζογραφίας (που δεν υποψιάστηκαν ως τώρα οι κριτικοί τυφλοπόντικες της εφημεριδογραφίας), στήνει ένα ακόμη σινεμά γκρεκ (όπως αποκαλούσαν κάποτε οι δυτικοί το θέατρο σκιών), ανέρχεται με τον Πάφιο στον κόσμο της χάριτος. Μη νομίζετε πως πρόκειται για κανένα κήρυγμα επιστροφής στις ρίζες - τι γελοίο σύνθημα! Σε αυτό το άθλημα του φυλετικού τοπικισμού διακρίνονται άλλοι, οι τάχα ανοιχτόμυαλοι επαρχιώτες που συντονίζονται με την ελλαδική παρακμή. Ο Μαργαρίτης ξέρει πως οι ρίζες είναι χρήσιμες για να μεγαλώνει το δέντρο, τα φύλλα, ο κορμός, οι καρποί, όχι για να επιστρέφουμε σε αυτές, να επιστρέφουμε δηλαδή μέσα στο χώμα αλλά για να υψωνόμαστε από αυτό προς τον ουρανό.
Εν τέλει, σε όλα τα βιβλία του Μαργαρίτη, νομίζω, οι μαριονέτες και τα ανδρείκελα, τα κινούμενα σχέδια και οι φιγούρες του θεάτρου σκιών, δεν είναι παρά υποτυπώσεις ή μετωνυμίες για τον ελεύθερο και τέλειο άνθρωπο: αυτόν που οι Πράξεις ονομάζουν "σκεῦος ἐκλογῆς". Γράφοντας λοιπόν ακόμη ένα δοκίμιν της αγάπης αυτός ο Παγκόσμιος Πάφιος, ο πρωτο-κορυφαίος της κυπριακής πεζογραφίας, του φωτός και των ίσκιων, υπενθυμίζει τι σημαίνει η παλαιότατη ρήση "Όνειρο σκιάς ο άνθρωπος". Γιατί η σκιά ίσως να είναι η πιο ορατή μορφή της ψυχής, της ψυχής που ανεβαίνει μια σκάλα που άλλοτε είναι η σκάλα του Ιακώβ, άλλοτε η σκάλα ενός καφενείου στην Χλώρακα και άλλοτε τα σκαλοπάτια του Παλληκαρίδη προς το παλάτι της ελευθερίας, τα οποία ανεβαίνουν όχι πια σκιές αλλά άνθρωποι με σάρκα και οστά στον ιστορικό χρόνο.
Πέρα από την ανακύκληση των καρναβαλικών καταβολών, συντελεστής αυτογνωσίας πριν έρθουν οι δάσκαλοι, ο Καραγκιόζης του Πάφιου διακονούσε τον πανάρχαιο πόθο της Ένωσης. Γελωτοποιός και πολέμαρχος, πρωτοπορία πριν την πρωτοπορία, σκορπίζει κάθε μελαγχολία και επαναφέρει την αυτοθυσία ως μια καταφατική στάση ζωής, ως επαναθεμελίωση του κόσμου. Ένας εκδικητής προσηνής, θηριομάχος των παθών, ήταν τελικά αυτός ο ακέραιος καμπούρης που νικά τον θάνατο. Κι αν γινόταν σύμβολο διαμαρτυρίας αυτό το έκανε όχι με λόγια και διακηρύξεις αλλά με το ίδιο το πρόσωπό του, με το να είναι αυτό που είναι.
Στο ενιαίο σχήμα που ευαγγελίζεται ο Μαργαρίτης, μύθος και ιστορία, ζωή και τέχνη, λόγος και σάρκα, Θεός και άνθρωπος γίνονται ένα. Ναι, ο Μαργαρίτης γράφει ένα προόδω ένα μεγάλο ελληνικό μυθιστόρημα που σώζει ανόθευτο κι αχάλαστο το πατρικό μας σπίτι. Αλλά και κάτι ακόμα πιο σημαντικό: υπενθυμίζει πως από το παραπέτασμα του θεάτρου σκιών ως το καταπέτασμα του ναού που εσχίσθη, για να ανοίξει η οδός του αγιασμού, της απελευθέρωσης και της ενοποίησης του κόσμου, κάποιος πρέπει να φορτωθεί στην καμπούρα του όλων τις αμαρτίες. Εν αναμονή λοιπόν και εν μετανοία αμετανόητοι προσδοκώντας το παραπέτασμα της Λευκωσίας να γκρεμιστεί και το καταπέτασμα του ναού να σχιστεί ξανά, χαιρετούμε τον συγγραφέα ως πρόδρομο περιμένοντας ως ο λαός ο καθήμενος εν σκότει και σκιά θανάτου φως ανατείλει ημίν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: