18.9.26

Μάρκος Μέσκος, ποιήματα


ΚΑΤΑΓΩΓΙΚΑ

Ι

Το ‘ξερα. Τα πουλιά μου τα ‘στελνε ο Θεός ενώ
πείνα και θάνατος μου θέριζαν τα σπλάχνα.
Ατέλειωτος ο κόσμος μπροστά, όσο ηχεί στ’ αυτιά του στρατιώτη η σάλπιγγα
αντάρα μου ‘φερνε στα μάτια, μακελειό και λησμονιά…


Το μεσημέρι περνούσε ο ήλιος και δεν εύρισκε πρόβατο
πρόβατο ή παιδί να το κοιμίσει. Ας ήταν καλά όμως η νύχτα
που σάρωνε τον ύπνο μου και κι έδινε στον άνεμο γλυκάδα ονείρου
έστω, πότε-πότε να αλαφιάζομαι, πότε να πλαγιάζω πάνω σ’ αίματα…
Το ‘ξερα. Τα πουλιά μου τα ‘στελνε ο Θεός να ξεχαστώ
μα χλεύαζαν τα σύννεφα και τα πουλιά απορούσανε
πώς άλλαξεν αισθήματα ο ουρανός απέναντί τους.

ΙΙ

Βρέχει πολύ στην πολιτεία που μένω
βρέχει, βρέχει ο ουρανός χαμηλός.
Ράγισαν τα ονείρατά μου κι είμαι ποτισμένος βροχή
βροχή και κατάρα ως το κόκκαλο.

ΙΙΙ

Σήμερα ανακάλυψα
πως ο κόσμος δίχως εμένα γελάει
ο κόσμος δίχως εμένα
ξέγνοιαστος…

*Από το περιοδικό «Νέα Πορεία», τ. 68-69-70, Οκτώβριος-Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1960.

Δεν υπάρχουν σχόλια: