26.9.26

Λένη Ζάχαρη: Μικρασιατική Καταστροφή – Η Προσφυγιά


Πριν από εκατόν τέσσερα χρόνια, ενάμιση εκατομμύριο κυνηγημένες ψυχές, θύματα παγκόσμιων γεωπολιτικών ανακατατάξεων, εκδιώχθηκαν βίαια από την τρισχιλιετή τους Πατρίδα, στην απέναντι ακτή του Αιγαίου και αναγκάστηκαν να καταφύγουν στην αγκαλιά της Μητέρας Ελλάδας.

 Πολλοί από αυτούς, τους εκπατρισμένους πρόσφυγες δε γνώριζαν καν την γλώσσα των προγόνων τους. Οι ψυχές τους όμως ήταν βαθύτατα ελληνικές, γεγονός που σχετιζόταν με την αδιάλειπτη

ελληνική παρουσία στην γη της Μικράς Ασίας ήδη από τους χρόνους του πρώτου ελληνικού αποικισμού, αλλά και την καταλυτική επίδραση στο φρόνημα των ανθρώπων αυτών, που εμφύσησε και ενδυνάμωσε, αιώνες αργότερα, η ορθόδοξη πίστη.

 Μετά από εννιά ολόκληρους αιώνες υποταγής στην προερχόμενη από την κεντρική Ασία, φυλή των Τούρκων, οι μικρασιάτες αδερφοί μας πίστεψαν, για μια στιγμή, πως είχε έρθει και γι’ αυτούς η ώρα της ανάστασης. Τα τρία χρόνια της πρόσκαιρης λευτεριάς τους όμως, έμελλε να αποδειχτούν μια σύντομη παρένθεση πριν τον ξεριζωμό. Το δράμα των ανθρώπων ανείπωτο. Σε μία και μοναδική στιγμή, όλος ο κόσμος τους γκρεμίστηκε, ακριβώς κάτω από τα πόδια τους. Κι ο πάταγος της πτώσης αυτής, εκκωφαντικός.

 *Τρέμαμε, Έλληνες και Αρμεναίοι. Ζητούσαμε να βρούμε τον καλό Τούρκο που θα μας έσωζε. Μα ποιος αναλάμβανε; Είχε ο πατέρας μου έναν Τούρκο. Πήγε να του ζητήσει βοήθεια. Πολλές φορές τον εξυπηρέτησε. Οι καλοσύνες που του κάμαμε μας έδιναν την ελπίδα πως θα θελήσει να μας σώσει. Πήγε και τον βρήκε. Του ζήτησε προστασία. «Πολυχρόνη», του είπε ο Τούρκος. «Το τομάρι του σκύλου γίνεται πετσί ; Δε γίνεται. Το ίδιο κι ο παλιός εχθρός δεν μπορεί να γίνει φίλος. Ο προφήτης μας με τον προφήτη σας είναι εχθροί. Κι εμείς εχθροί είμαστε. Δεν μπορώ να σε κρατήσω στο σπίτι μου».

 * Η Έξοδος, τόμος Β’ – μαρτυρίες από τις επαρχίες της κεντρικής και νότιας Μικρασίας, σ.σ. 83 – 84 (Κερμίρα), Κέντρο μικρασιατικών Σπουδών, Ανατύπωση – Αθήνα 2004

 H Μικρασιατική καταστροφή σηματοδοτεί το ξερίζωμα της μακραίωνης παρουσίας του Ελληνισμού στη μικρασιατική γη, τον ενταφιασμό της πολιτικής της Μεγάλης Ιδέας κυρίως όμως για περισσότερους από 1.500.000 ελληνικής καταγωγής κατοίκους της Ιωνίας, του Πόντου, της Καππαδοκίας, της Μαύρης Θάλασσας και της Ανατολικής Θράκης την αρχή του Γολγοθά τους.

 Η Σύμβαση Ανταλλαγής πληθυσμών της Λοζάνης (Ιούλιος 1923)  θα αποτελέσει παγκόσμια πρωτοτυπία γιατί για πρώτη φορά η ανταλλαγή θα είναι υποχρεωτική. Τυπικά αφορά 380.000 μουσουλμάνους της Ελλάδας και 180.000 περίπου ελληνορθόδοξους που παραμένουν στην Τουρκία, ουσιαστικά όμως 1.500.000 Ελληνορθόδοξους ο κύριος όγκος των οποίων είχε ήδη έλθει, υπό τραγικές συνθήκες ασφάλειας και υγιεινής, στην Ελλάδα για να γλυτώσει τη σφαγή.

 Το Σεπτέμβριο του 1922  εκατοντάδες χιλιάδες πανικόβλητοι άνθρωποι, κυρίως γυναικόπαιδα και ηλικιωμένοι, υπό συνθήκες διωγμού, παίρνουν το δρόμο της προσφυγιάς, εγκαταλείποντας σπίτια, περιουσίες και τάφους προγόνων. Δεκάδες χιλιάδες δεν θα τα καταφέρουν. Θα σκοτωθούν από τους Τούρκους ή θα πεθάνουν από τις κακουχίες. Οικογένειες θα χωρίσουν, μερικές δεν θα ξαναβρεθούν ποτέ. Χάρις στις προσπάθειες ανθρώπων όπως  ο ιερέας Έϊσα Τζένιγκς και ο πλοίαρχος του θωρηκτού Κιλκίς Ι. Θεοφανίδης, εκατοντάδες χιλιάδες θα περάσουν στην ηττημένη, οικονομικά κατεστραμμένη και πολιτικά διχασμένη αλλά ασφαλή από την εκδικητικότητα των Τούρκων, Ελλάδα.

 Η μετακίνηση των προσφύγων – με εξαίρεση αυτούς της Ανατολικής Θράκης- γίνεται δια θαλάσσης κι ο Πειραιάς – ως επίνειο της πρωτεύουσας και μεγαλύτερο λιμάνι της Χώρας- αποτελεί τον κύριο τόπο αποβίβασης. Εκατοντάδες χιλιάδες θα αποβιβαστούν στον Πειραιά, οι περισσότεροι θα μετακινηθούν σε άλλους προορισμούς, δεκάδες χιλιάδες όμως θα ριζώσουν στη γη του και εκεί θα βρουν τη νέα τους πατρίδα.

 Στη σύγχρονη ιστορία του ο Πειραιάς, πόλη νέα και δυναμικά αναπτυσσόμενη, κατ’ επανάληψη θα δεχθεί και θα απορροφήσει πρόσφυγες από περιοχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας, όπως τους Κρήτες πρόσφυγες της Επανάστασης το 1866,  οι οποίοι θα εγκατασταθούν στην ομώνυμη περιοχή στο λόφο του Προφήτη Ηλία.

 Το 1920 ο Πειραιάς έχει 131.700 κατοίκους και φιλοξενεί 6.500 πρόσφυγες όμως το Σεπτέμβριο 1922, μέσα σε λίγες ημέρες καταφθάνουν 40.000 πρόσφυγες από τα παράλια της Μικράς Ασίας.  Στοιβαγμένοι στα αμπάρια πλοίων, με ελάχιστα προσωπικά αντικείμενα, ντυμένοι με κουρέλια, ανυπόδητοι,  τρομαγμένοι, πεινασμένοι και άυπνοι έρχονται στη μητέρα Πατρίδα ελπίζοντας να βρουν φροντίδα, αδελφοσύνη και υποστήριξη. Οι προσδοκίες τους σε μεγάλο βαθμό θα διαψευστούν αφού βρίσκουν ένα κράτος ηττημένο και ανοργάνωτο, ανήμπορο να δώσει λύση στα άμεσα προβλήματά τους  ενώ μερίδα των γηγενών αποδίδει σε αυτούς την αιτία  των δικών τους δεινών.

 Οι πιο τυχεροί θα φιλοξενηθούν σε επιταγμένα καταλύματα, δημόσιες υπηρεσίες, σχολεία, εκκλησίες, σιδηροδρομικούς σταθμούς,  οι περισσότεροι όμως θα είναι άστεγοι ή θα μένουν σε σκηνές και πρόχειρα υπόστεγα στις προβλήτες και τις προκυμαίες του λιμανιού και σε ελεύθερους χώρους της πόλης,  εκτεθειμένοι σε κακουχίες, αρρώστιες, πείνα. Η κεντρική εξουσία και οι τοπικές αρχές απροετοίμαστες, με περιορισμένα μέσα και μη συνειδητοποιώντας το μέγεθος του προβλήματος θα έχουν, ειδικά τον πρώτο καιρό,  περιορισμένη συνεισφορά στην ανακούφιση των προσφύγων.  Ο Δήμος Πειραιά περιορίζεται στην κατασκευή λίγων αποχωρητηρίων, την εξασφάλιση μερικών αμαξιών για την καθαριότητα και την παραχώρηση ενός κτιρίου  για τη δημιουργία σχολείου και πρόχειρου νοσοκομείου ενώ θα λειτουργήσει συσσίτιο με μαγειρευτό φαγητό για τα παιδιά και, λόγω ελλείψεως σκευών, ξηρά τροφή για τους ενήλικους.

 Καθημερινά νέα πλοία γεμάτα με πρόσφυγες καταφθάνουν οξύνοντας το πρόβλημα.  Τους πρώτους μήνες του 1923 ο αριθμός των προσφύγων που διαμένουν στον Πειραιά θα φθάσει τις 95.000. Η πόλη έχει μεταμορφωθεί σε ένα ατελείωτο καταυλισμό. Από την Ηετιώνεια Ακτή, το Σταθμό Λαρίσης,  την πλατεία Καραΐσκάκη, την Ακτή Τζελέπη ως το Βασιλικό Περίπτερο στο Παλατάκι, σε αποβάθρες, βαγόνια τρένων, προαύλια Ναών, στο Δημοτικό Θέατρο. Όσο ο αριθμός των προσφύγων αυξάνεται τόσο οι συνθήκες διαβίωσης και υγιεινής χειροτερεύουν. Λάστιχα αυτοκινήτων χρησιμοποιούνται για την κατασκευή πρόχειρων υποδημάτων, αλευρόσακοι ή συρραμένα κουρέλια για ρούχα και τενεκέδες για κατσαρόλες. Επιδημικές νόσοι εμφανίζονται, η ευλογιά θερίζει τα παιδιά και ο πυρετός τις γυναίκες. Είναι τόσοι πολλοί οι πρόσφυγες που δεν προλαβαίνουν να περάσουν από τα λοιμοκαθαρτήρια.

 Εκτός από στέγαση οι πρόσφυγες αναζητούν εργασία για να επιβιώσουν οι ίδιοι και τα προστατευόμενα μέλη τους.  Η εύρεση δουλειάς είναι πολύ δύσκολη γιατί υπάρχει  οικονομική ύφεση και στην αγορά εργασίας έχουν προστεθεί 200.000 απόστρατοι.  Με δεδομένο ότι μεγάλος αριθμός παιδιών και εφήβων έχει φτάσει χωρίς τις οικογένειές τους ή είναι ορφανά, σημαντική είναι η πρόνοια των Αρχών στην αποφυγή εκμετάλλευσης τους από επιτήδειους και σωματεμπόρους. Απαγορεύεται στους πολίτες να πλησιάζουν τις εγκαταστάσεις προσφύγων ενώ για να δοθεί κοπέλα ως υπηρέτρια ο εργοδότης πρέπει να λάβει πιστοποιητικό ηθικής κατάστασης από το Υπουργείο Περίθαλψης και άδεια  από την αστυνομική διεύθυνση.

 Οι πρόσφυγες είναι πρόθυμοι να κάνουν την οποιαδήποτε δουλειά έναντι οποιασδήποτε αμοιβής. Οι  άνδρες εργάζονται εργάτες ή τεχνίτες σε οικοδομές και βιοτεχνίες, αχθοφόροι στο λιμάνι, πλανόδιοι μικροπωλητές. Οι γυναίκες ως ράφτρες, εργάτριες σε υφαντουργεία και ταπητουργεία, καθαρίστριες. Χάρις σε αυτές (οι περισσότερες έχουν έλθει στην Ελλάδα χωρίς συζύγους ή τους πατεράδες τους που έχουν σκοτωθεί ή βρίσκονται αιχμάλωτοι) η γυναίκα βγαίνει από το σπίτι, εργάζεται και χειραφετείται.

 Θα ακολουθήσει η τεράστια προσπάθεια για τη «μόνιμη αποκατάσταση», τη στέγαση και την ένταξή των προσφύγων στην ελληνική κοινωνία . Το μεγαλύτερο οικιστικό πρόγραμμα στην ιστορία του ελληνικού κράτους. Από το 1924 στο Λεκανοπέδιο, οργανωμένοι προσφυγικοί συνοικισμοί αλλά και αυθαίρετες παραγκουπόλεις προστίθενται στους πολεοδομικούς ιστούς της Αθήνας και του Πειραιά, διπλασιάζουν το μέγεθος τους και ενώνουν τις δύο πόλεις σε ένα συνεχές συγκρότημα.

 Το 1925, η αδυναμία παροχής στέγης και εργασίας οδηγεί την Κυβέρνηση στην απόφαση  να απαγορεύσει την εγκατάσταση νέων προσφύγων στην Αττική. Το 1928 ο πληθυσμός του Πειραιά ανέρχεται στις 250.000, εξ αυτών το 42% είναι πρόσφυγες, οι Μικρασιάτες αποτελούν το 80% αυτών.

 Στον Πειραιά οι πρόσφυγες, οργανωμένα ή μη,  εγκαθίστανται κυρίως στη Βόρεια και τη Δυτική πλευρά αλλά και σε κάθε ελεύθερη ή αραιοκατοικημένη περιοχή. Ο πρώτος οργανωμένος οικισμός θα είναι η Νέα Κοκκινιά (μετέπειτα Νίκαια), πυρήνας η περιοχή που θα ονομαστεί Γερμανικά γιατί τα προκατασκευασμένα σπίτια τους ήταν μέρος της γερμανικής αποζημίωσης για τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κριτήριο επιλογής η ύπαρξη πόσιμου νερού και η εγγύτητά της με τις βιομηχανίες του Πειραιά. Θα την αποκαλέσουν «ναυαρχίδα της προσφυγικής εγκατάστασης» γιατί είναι η μεγαλύτερη προσφυγούπολη της Αττικής. το 1925 θα καταγραφούν 23.590 κάτοικοι,  οργανωμένα η προσφυγούπολη θα εξελιχθεί σε κανονική πόλη ενώ σε αυτήν θα βρει στέγη και μία σημαντική παροικία Αρμενίων προσφύγων.

 Στην Δραπετσώνα, τον δεύτερο μεγαλύτερο προσφυγικό οικισμό του Πειραιά θα βρουν καταφύγιο όσοι δεν περιλαμβάνονται στα στεγαστικά προγράμματα αποκατάστασης. Αυτοί θα καταλάβουν κομμάτια γης στα οποία θα κατασκευάσουν οι ίδιοι παράγκες, με ευτελή υλικά χωρίς πολεοδομικό σχέδιο και πρόγραμμα.

 Άλλοι πρόσφυγες θα εγκατασταθούν στην Πειραϊκή, το Χατζηκυριάκειο, την Καστέλα, το Τουρκολίμανο, τα Καμίνια,  την Αμφιάλη, τον Ρέντη, το Ικόνιο, τα Ταμπούρια, τον Άγιο Γεώργιο Κερατσινίου, την Ανάσταση, το Νέο Φάληρο συνολικά σε 19 οικισμούς. Οι συνοικισμοί αυτοί δεν θα είναι αμιγώς προσφυγικοί αφού θα εγκατασταθούν και εσωτερικοί μετανάστες.

 Στα μέσα της δεκαετίας του ’30 οι προσφυγικοί συνοικισμοί θα ανακηρυχθούν σε αυτόνομους Δήμους και Κοινότητες διαγράφοντας έκτοτε τη δική τους πορεία, έχοντας όμως πάντα σημείο αναφοράς τον Πειραιά. Η στέγαση θα διευκολύνει σε σημαντικό βαθμό την προσαρμογή και ενσωμάτωση των προσφύγων στις κοινωνίες υποδοχής  γιατί παρέχει  σε αυτούς αίσθημα ασφάλειας και μονιμότητας.

 Δημιουργούν πάσης φύσεως Συλλόγους, δεν περιθωριοποιούνται ούτε γκετοποιούνται. Παρά τις στερήσεις , το φόβο και τη φτώχεια αγωνίζονται, διατηρώντας την ιδιαίτερη ταυτότητά τους, προσαρμόζονται, αναπτύσσονται σε κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό  επίπεδο, προοδεύουν.

 Σε αυτό συμβάλλει 1) το γεγονός ότι προέρχονται από διαφορετικές περιοχές και κοινωνικές τάξεις  2) Η ποιότητα τους στην εργασία.  Οι επιχειρηματίες είναι καινοτόμοι , επιδέξιοι, πολύγλωσσοι και οι εργάτες φιλότιμοι και εργατικοί.   3) η εγκατάσταση σε περιοχές  που έρχονται και εσωτερικοί μετανάστες σε λίγα χρόνια θα προκαλέσει  μικτούς γάμους και συγγένειες 4) Πολιτικά εντάσσονται στα ήδη υπάρχοντα κόμματα, κυρίως τα βενιζελικά, δεν δημιουργούν κόμματα προσφυγικής προέλευσης και αιτημάτων.

 Ερχόμενοι οι πρόσφυγες φέρνουν μαζί τον τρόπο ζωής, τα ήθη, τα έθιμα, τον πολιτισμό τους. Με αυτά εμπλουτίζουν τη μουσική, τη λογοτεχνία, την ποίηση, τις Καλές Τέχνες, τον αθλητισμό της Ελλάδας. Ενδεικτικά στη μουσική δεν είναι μόνο το ρεμπέτικο, χάρη στην υψηλή τους Παιδεία, συνθέτες κλασικής ή αστικής μουσικής όπως οι  Καλομοίρης,  Σουγιούλ, Γιαννίδης είναι πρόσφυγες. Με το Ρεμπέτικο επηρεάζουν καθοριστικά την ελληνική λαϊκή μουσική, συνδέοντας τα ζεϊμπέκικα και τα παραδοσιακά σμυρναίικα τραγούδια με την ελληνική λαϊκή μουσική της ταβέρνας και της καντάδας. Από τις προσμίξεις θα δημιουργηθεί το «Πειραϊκό Ρεμπέτικο», με κορυφαία την «Τετράδα του Πειραιά» των Μάρκου (Βαμβακάρη), (Γιώργου) Μπάτη, Στράτου (Παγιουμτζή) και Ανέστη (Δέλλια), που αποδεικνύει την ώσμωση γηγενών, εσωτερικών μεταναστών και προσφύγων σε μουσικό αλλά και κοινωνικό επίπεδο, αφού ο Στράτος κι ο Ανέστης ήταν Μικρασιάτες, ο Μπάτης Πειραιώτης και ο Βαμβακάρης μετανάστης από τη Σύρο.

 Οι πρόσφυγες θα πετύχουν να ενσωματωθούν στο εθνικό κορμό, τον οποίο θα μπολιάσουν με τη ζωτικότητά και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους βοηθώντας στην οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας. Θα λάβουν μέρος ενεργά στους Εθνικούς και κοινωνικούς αγώνες.  Στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο το 34ο Σύνταγμα Πεζικού των Πειραιωτών και των Προσφύγων του Πειραιά, στην Κακαβιά θα δώσει στην Ελλάδα την τελευταία νίκη ενώ στην Εθνική Αντίσταση άνδρες και γυναίκες προσφυγικής καταγωγής μετέχουν μαζικά στις αντιστασιακές Οργανώσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα από τα εμβληματικά γεγονότα της Κατοχής είναι το Μπλόκο της Κοκκινιάς στην καρδιά της Προσφυγιάς.

 Η Μικρασιατική Καταστροφή θα αποτελέσει την βαθύτερη τομή της νεοελληνικής ιστορίας επηρεάζοντας αποφασιστικά την πορεία του σύγχρονου ελληνισμού. Θα σημάνει το τέλος της μακραίωνης ελληνικής παρουσίας στη μικρασιατική γη ταυτόχρονα όμως θα αποτελέσει τον καταλύτη δημιουργίας του σύγχρονου ελληνικού Κράτους. Με τον ξεριζωμό των προσφύγων το ελληνικό Έθνος συρρικνώνεται,  χάρις όμως τη δημιουργική παρουσία τους ενισχύεται το ελληνικό Κράτος αφού το προσφυγικό στοιχείο θα συμβάλλει στην εθνική και θρησκευτική ομογενοποίηση και την οικονομική και πολιτιστική του ανάπτυξη.

 Με το πέρασμα του χρόνου, οι περισσότεροι πρόσφυγες προτίμησαν να ελαχιστοποιούν ή και να αποσιωπούν εντελώς την εχθρότητα που αντιμετώπισαν αρχικά εκ μέρους των γηγενών. Και οι γηγενείς, από την πλευρά τους, είχαν κάθε λόγο να ξεχάσουν την τότε συμπεριφορά τους.

 Ωστόσο, υπήρξε βαθύ και τοξικό το χάσμα μεταξύ προσφύγων και γηγενών. Η ελλαδική κοινωνία, η οριζόμενη από τα στενά σύνορα του νεοελληνικού κράτους και η ίδια κυριαρχούμενη από τον αρχικό του πυρήνα (την Παλαιά Ελλάδα), ήταν οπωσδήποτε ξένη για τους περισσότερους πρόσφυγες, παρά τους κοινούς δεσμούς θρησκείας, γλώσσας και εθνικής ταυτότητας. Μολονότι ίσχυαν σε ένα γενικό και αφηρημένο επίπεδο, οι προσφιλείς αυτές παραδοχές αντιμετώπισαν σοβαρή δοκιμασία μόλις ήρθαν σε επαφή τα συγκεκριμένα και ιδιαίτερα πολιτισμικά στοιχεία που είχαν διαμορφωθεί λίγο-πολύ ανεξάρτητα, κάτω από ριζικά διαφορετικές ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες. Όπως θα περίμενε κανείς, οι αντιλήψεις και οι μορφές που είχαν πάρει η Ορθοδοξία, η ελληνική γλώσσα και η ίδια η «ελληνικότητα» στο πλαίσιο της προσφυγικής πολιτισμικής κληρονομιάς ήσαν –ή πάντως φαίνονταν– τόσο διαφορετικές από εκείνες των γηγενών, ώστε και οι δύο πλευρές βίωσαν ένα οδυνηρό ξάφνιασμα, ένα τραυματικό πολιτισμικό σοκ.

 Αρκεί να επισημάνει κανείς τα χαρακτηριστικά επώνυμα των προσφύγων με την τουρκική κατάληξη -ογλου, καθώς και τη γλώσσα, που για πολλούς δεν ήταν καν η ελληνική. Σχεδόν 10% όσων ήρθαν μετά την Καταστροφή ήσαν τουρκόφωνοι, σύμφωνα με την απογραφή του 1928. Γλωσσικές ιδιομορφίες και μάλιστα παράξενα ιδιώματα, όπως η ποντιακή διάλεκτος, τρόποι, συνήθειες, όχι μόνο ξεχώριζαν τον πρόσφυγα αλλά και ενίσχυαν τη συνείδηση της ιδιαιτερότητάς του, ενώ εμπόδιζαν την επικοινωνία του με τους γηγενείς και το κράτος «τους». Είτε ήσαν κοσμοπολιτικής παιδείας (όπως η αστική τάξη της Σμύρνης) είτε όχι (όπως οι χωρικοί του εσωτερικού της Μικράς Ασίας), οι πρόσφυγες βρέθηκαν τελείως αποξενωμένοι από τον ασφυκτικό επαρχιωτισμό του ελληνικού κράτους και της κοινωνίας του.

 Εξάλλου, καταλυτική σημασία είχε η οικιστική και, κατά συνέπεια, γενικότερη κοινωνική απομόνωση. Οι περισσότεροι πρόσφυγες, αγρότες και «αστοί», ήσαν συγκεντρωμένοι σε κυρίως ή και αποκλειστικά προσφυγικά χωριά, συνοικισμούς και γειτονιές, όπως υπαγορεύθηκε από την πιεστική αντικειμενική ανάγκη ταχύτερης στέγασής τους.

 Αλλά η αφομοίωση εμποδίστηκε επίσης από το σύνολο των παραστάσεων, αντιλήψεων και συμπεριφορών των γηγενών απέναντι στους πρόσφυγες, που άγγιξε (ή και ξεπέρασε) τα όρια του αληθινού ρατσισμού.

 Στο επίπεδο των παραστάσεων, οι γηγενείς αμφισβητούσαν ή και αρνούνταν την ίδια την «ελληνικότητα» των προσφύγων, ενώ εκείνοι πίστευαν ότι ήσαν οι πιο ακραιφνείς Έλληνες. Αυτή η βασική πρόσληψη εκ μέρους των γηγενών αποτυπώνεται σε περιφρονητικές ονομασίες όπως «τουρκόσποροι», «τουρκογεννημένοι» και «γιαουρτοβαφτισμένοι», που είχαν χρησιμοποιηθεί και παλαιότερα από τους Παλαιοελλαδίτες για τους Έλληνες των Νέων Χωρών, για τους πρώτους πρόσφυγες και για τους αλύτρωτους πληθυσμούς της Τουρκίας.

 Όπως είναι φανερό, με τα επίθετα αυτά αμφισβητείται ευθέως η «γνησιότητα» και η «καθαρότητα» στο βιολογικό επίπεδο. Αυτήν ακριβώς την αμφισβήτηση συνόψισε αριστοτεχνικά ο κατεξοχήν ιδεολογικός εκφραστής του Αντιβενιζελισμού Γ. Α. Βλάχος, γράφοντας στην «Καθημερινή» για τους πρόσφυγες: ας είναι και αδελφοί και εξάδελφοι. Δηλαδή, τελικά δεν είναι αδελφοί! Αμφισβητείται όμως ακόμη και η αυθεντικότητα της oρθόδοξης πίστης των προσφύγων, αφού λέγεται ότι δεν βαφτίστηκαν κανονικά σε νερό αλλά… σε γιαούρτι. Επιπλέον, η κατάληξη -ογλου προσφερόταν για άπειρα ρατσιστικά ευφυολογήματα. Έτσι π.χ. το 1923 αντιβενιζελική εφημερίδα μιλούσε για «πανουγλίτιδα» επειδή στην Αθήνα είχαν τάχα ψηφίσει μόνο οι «Συμεωνόγληδες». Αλλά και ο Αντώνης Τραυλαντώνης μιλάει για «ογλοκρατία» στο μυθιστόρημά του Λεηλασία μιας ζωής.

 Ανάμεσα στα άλλα αρνητικά στερεότυπα των γηγενών για τους πρόσφυγες πρέπει να υπογραμμιστούν ιδιαίτερα όσα αναφέρονται στη σεξουαλικότητα και στα δήθεν «ελαφρά» ήθη των γυναικών προσφύγων. Πρόκειται για τυπικό σύνδρομο γενικά των ρατσιστικών αντιλήψεων (π.χ. του αντισημιτισμού). Στην περίπτωση των γυναικών προσφύγων, τα στερεότυπα αυτά είχαν πραγματικές αφορμές και τρέφονταν από πραγματικές καταστάσεις. Εξαιτίας των μεγάλων απωλειών μεταξύ του ανδρικού πληθυσμού, πολλές χιλιάδες ήσαν χήρες ή ορφανές. Δεν είχαν άνδρα (σύζυγο, πατέρα, αδελφό) για να προστατέψει την «τιμή» τους, σύμφωνα με τις επικρατούσες παραδοσιακές αντιλήψεις. Η έλλειψη προστάτη τις καθιστούσε ακόμη πιο ευάλωτες σε εργοδότες και άλλους εκμεταλλευτές από τη στιγμή που ήσαν αναγκασμένες να βρουν οπωσδήποτε εργασία. Από τη δική τους πλευρά, είχαν να προσφέρουν και υλικά οφέλη για να δελεάσουν τον σύζυγο-προστάτη που χρειάζονταν: αγροτικό κλήρο οι αγρότισσες, προίκα σε ομολογίες οι «αστές». Αυτό το είδος «αθέμιτου ανταγωνισμού» εξαγρίωνε ακόμη περισσότερο πολλές γηγενείς γυναίκες εναντίον των προσφύγων.

 Ιδωμένος ως ξένος, ο πρόσφυγας ενέπνεε αισθήματα φόβου, αηδίας, μίσους και απέχθειας. Η κατάσταση μπορεί να θεωρηθεί ανάλογη με εκείνην που δημιουργήθηκε στην Κύπρο το 1974, για την οποία έγινε τότε μια εξαιρετικά διαφωτιστική και αναλυτική εμπειρική έρευνα από τον Τάκη Ευδόκα και την ομάδα του. Διαπίστωσε ότι η μεγάλη πλειονότητα των προσφύγων (σχεδόν 70%) πίστευαν ότι ήσαν ανεπιθύμητοι από τους άλλους Ελληνοκυπρίους, που τους έβλεπαν «σαν ανθρώπους που δεν υπήρξαν ποτέ άνθρωποι, ούτε έζησαν σαν άνθρωποι». Σαν γύφτους, αλήτες, τιποτένιους, ζητιάνους κ.ο.κ. Αν αναλογιστεί κανείς ότι οι πολιτισμικές διαφορές μεταξύ των προσφύγων του 1974 και των άλλων Ελληνοκυπρίων ήσαν απειροελάχιστες, συγκρινόμενες με εκείνες μεταξύ προσφύγων και γηγενών στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, οδηγείται στο συμπέρασμα ότι ο καταλύτης που πυροδοτεί τον αντιπροσφυγικό ρατσισμό μεταξύ ομοεθνών δεν είναι τόσο πολιτισμικός όσο ψυχολογικός. Είναι η απώθηση που προκαλεί η θέα της εξαθλίωσης, ο ενδόμυχος τρόμος ότι θα μπορούσες κι εσύ να βρεθείς στην ίδια θέση, ο εξορκισμός ενός τέτοιου ενδεχόμενου. Ότι αποδίδεται –εντελώς παράλογα– στους ίδιους τους πρόσφυγες η ευθύνη για την κατάστασή τους αποτελεί κατεξοχήν μορφή εξορκισμού.

 Στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, το χάσμα φορτίζεται εκρηκτικά από τον άγριο οικονομικό ανταγωνισμό προσφύγων και γηγενών στη διεκδίκηση της γης (αγροτικής και αστικής), στην αγορά εργασίας αλλά και στις κάθε λογής και κλίμακας επιχειρηματικές δραστηριότητες (από το μικρεμπόριο μέχρι τη βιομηχανία). Δηλητηριάζεται, τέλος, και αναπαράγεται συνεχώς από τις πολιτικές συγκρούσεις, αφού οι πρόσφυγες είναι εκείνοι που εξασφαλίζουν την εκλογική επικράτηση του Βενιζελισμού και την επιβολή της Αβασίλευτης Δημοκρατίας.

 Για μεγάλο μέρος των γηγενών –ιδίως αυτό που εκπροσωπεί ο Αντιβενιζελισμός– οι πρόσφυγες είναι με δυο λόγια οι ξένοι που ήρθαν να τους εκτοπίσουν τόσο από την οικονομική, όσο και από την πολιτική ζωή του τόπου τους. Ο Αντιβενιζελισμός αποτελεί έκφραση εκείνων των γηγενών που αρνούνται τόσο την αποκατάσταση όσο και την πολιτική ενσωμάτωση και ισοτιμία των προσφύγων.

 https://www.periou.gr/leni-zachari-mikrasiatiki-katastrofi-i-prosfygia/

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: