19.9.26

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης: Γιώργος Δελιόπουλος, Μηλιώνας, εκδόσεις Κάππα, 2026


«Παρόντες και φαντάσματα»

Μια ποιητική συλλογή που δεν είναι ακριβώς, ή μάλλον δεν είναι μόνο, ποιητική συλλογή. είναι ένα αισθητικό όλο, όπου κάθε επιμέρους ποίημα μπορεί να σταθεί αυτοδύναμα αλλά την ίδια στιγμή συνιστά δομικό στοιχείο μιας ενιαίας ποιητικής αφήγησης που οργανώνεται

σε εφτά σκηνές-επεισόδια,προσομοιάζοντας σε θεατρικό μονόπρακτο ή, όπως ο ίδιος ο ποιητής προτιμά, σε ταινία μικρού μήκους, με θέμα την επίσκεψη στον Μηλιώνα, το εγκαταλελειμμένο απ’ τον Εμφύλιο χωριό των Πρεσπών.
«Είσαι πλέον ένας Γιώργος», ο ημιφωτισμένος χαρακτήρας της αφήγησης, «στα σαράντα σου», τουτέστιν σε μια πρώτη κρίση ηλικίας, που δεν χωράς στο κάδρο της ζωής σου «και σκέφτεσαι για μια στιγμή το χωριό του παππού και της γιαγιάς – πάντα η τσέπη του ήταν γεμάτη καραμέλες και κομμένα φρέσκα μήλα η αγκαλιά της». Και κάπως έτσι βρίσκεσαι στον Μηλιώνα σε υπαρξιακή αναζήτηση άλλου νοήματος και πορείας ζωής, για να βρεθείς αίφνης και με τη βοήθεια του Μηλιώνα από το παρόν στο παρελθόν και από το εγώ στο εμείς – παρέα με παρόντες και φαντάσματα.
Γιατί ο Μηλιώνας είναι τα ερείπια του Μηλιώνα, είναι το φάντασμα του Εμφυλίου που εκκρεμεί ακόμη στην ιστορική μας συνείδηση, είναι τα συντρίμμια μιας εποχής, εν ολίγοις είναι ένα πυκνό ιστορικό σύμβολο και μια ανοιχτή πληγή που συνεχίζει να αιμορραγεί. Κι ιδού λοιπόν το πώς από το ατομικό μεταβαίνουμε στο συλλογικό, από το ήσσον κάνουμε άλμα στο μείζον και από την μικροϊστορία του Γιώργου μεταφερόμαστε στη μακροϊστορία μιας γενιάς, ενός λαού και μιας χώρας.
Ας επιμένουν κάποιοι κριτικοί, σε πείσμα των γραφών που ακόμη γράφονται, ότι το θέμα του Εμφυλίου έχει κλείσει. Ο Εμφύλιος υπάρχει στη συλλογική μνήμη ως τραύμα, όθεν κι η ανάγκη αποκατάστασης μιας άλλης, λιγότερο τραυματικής σχέσης μαζί του. Εδώ άλλωστε εδράζεται και το ποιητικό εγχείρημα του Δελιόπουλου.
Στην προκειμένη δεν έχουμε ακριβώς να κάνουμε με τον Εμφύλιο σαν Εμφύλιο, που υπάρχει παρ’ όλα αυτά σε όλη τη συλλογή ως χωνεμένη ιστορική συνθήκη και σκηνικό φόντο. Αλλά εκεί που πέφτει το ποιητικό βάρος δεν είναι η ίδια η τραγωδία του Εμφυλίου αλλά ο τρόπος με τον οποίο το παρόν διαχειρίζεται, αποκαθιστά και εντέλει συμφιλιώνεται με τη μνήμη του τραυματικού αυτού παρελθόντος.
Έτσι ο Δελιόπουλος πετυχαίνει δύο σημαντικά τινά: απ’ τη μια, παρά την ιστορική φόρτιση του υλικού που διαχειρίζεται δεν ξεπέφτει ούτε στον διδακτισμό ούτε στην ηθικολογία ούτε ακόμη χειρότερα στην ιδεολογική μονομέρεια και απ’ την άλλη, στρέφει διαμέσου του παρελθόντος τον ποιητικό φακό στο παρόν, μια που ό,τι υπήρξε δεν αλλάζει, αλλά ό,τι υπάρχει οφείλει να στερεώσει καλύτερα τους δεσμούς του με ό,τι προηγήθηκε.
Την έννοια ακριβώς αυτήν θαρρώ ότι έχει η διακειμενική συνομιλία του ποιητή με άλλα έργα, ομολογώντας τις οφειλές, τα δάνεια και τις πηγές της έμπνευσής του και ακόμη περισσότερο την έννοια αυτή έχουν οι αφιερώσεις (τον πανέμορφο όρο δωρήματα επιλέγει ο ποιητής) σε αφανή κατά κανόνα ιστορικά πρόσωπα που, έλκοντας την καταγωγή τους από το ιστορικό περιβάλλον του ’40, οργανώνουν μια τρόπον τινά άλλη αφήγηση μέσα στην ποιητική αφήγηση και παραλλήλως στοιχειοθετούν ένα ανώτερο ηθικό παράδειγμα ζωής.
Η έβδομη σκηνή της συλλογής απαρτίζεται όπως και οι προηγούμενες απ’ τις αρχικές «σκηνικές οδηγίες» με πλαγιασμένους χαρακτήρες και απ’ την κυρίως «δράση» της ποιητικής εκφοράς, με δύο ποιήματα τούτη τη φορά «κατά των μηλοφάγων μου η μπαλάντα, Ι» και «ΤΟ ΚΕΡΑΣΜΑ». Αν στέκομαι ιδιαιτέρως εδώ, είναι γιατί έχουμε τη «λύση» της δράσης διαμέσου της ποιητικής αλληγορίας του μήλου και του κεράσματος: ο Γιώργος φεύγει από τον Μηλιώνα έμφορτος από ιστορική γνώση, έχοντας δηλαδή φέρει κατά την ψυχαναλυτική μέθοδο στην επιφάνεια του συνειδητού ό,τι είχε καταχωνιασμένο κάτω απ’ το χαλάκι του υποσυνείδητου. Και αυτή η ανάσυρση, απαλλαγμένη πια από ιδεολογικούς χρωματισμούς και πολιτικά πάθη, είναι η στιγμή της συμφιλίωσης με το τραύμα, άρα και η πρώτη ουσιαστική πράξη για την επούλωσή του.
Μια ώριμη ποιητική γλώσσα, μ’ απόλυτο έλεγχο των εκφραστικών της μέσων, στιβαρή και λυρική συνάμα, σίγουρη για τον εαυτό της, που δεν υπερβάλλει, δεν φλυαρεί, δεν ακκίζεται, αλλά υπακούοντας στην αρχή της οικονομίας είναι αρκούντως υποβλητική του κλίματος και συγκρατημένη ως προς τον συναισθηματικό τόνο – εν ολίγοις μια ποιητική γλώσσα που υπηρετεί την ποιητική ιδέα δίχως να τη σκιάζει αλλά και χωρίς να σκιάζεται απ’ αυτήν.
Στις αρετές του βιβλίου δεν θα έπρεπε να παραλειφθούν οι επεξηγηματικές πληροφορίες των τελευταίων σελίδων, που είναι τόσο λεπτοδουλεμένες ώστε να μοιάζουν μέρος της προηγούμενης ποιητικής αφήγησης, οι λιτές ζωγραφικές παραστάσεις που εντάσσονται οργανικά στο ποιητικό κλίμα και το κοσμούν με εικαστική λεπτομέρεια και το φροντισμένο εκδοτικό αποτέλεσμα.

 

 https://www.periou.gr/panagiotis-chatzimoysiadis-giorgos-deliopoulos-milionas-ekdoseis-kappa-2026/?fbclid=IwY2xjawUW6CxwZG9mAWV4dG4DYWVtAjExAGJyaWQRMHNDbzZ6d0I4Q3FqNEZDbTNzcnRjBmFwcF9pZBAyMjIwMzkxNzg4MjAwODkyAAEeZ0AaUgdYyFTqe-Qp1r1tIX3mqcDbhSC_MLVVkipj3UdLmfMCpzk0ygxxCi8_aem_isaByr951yegeeHgATkPjw

 

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, πεζογράφος

Δεν υπάρχουν σχόλια: