Τα Χριστούγεννα του 2023 είχα έρθει για λίγες μέρες Ελλάδα. Με τον ΔΦ είχαμε γίνει φίλοι στο Facebook. Το όνομα του το είχα ακούσει πρώτη φορά όταν σε ερώτηση για το αν έχει γραφτεί βιβλίο εναλλακτικής ιστορίας (ένα παρακλάδι της επιστημονικής φαντασίας), μου απάντησε κάποιος να δω το Πλατεία Λένιν, πρώην Συντάγματος του.
Μετά από λίγο καιρό, ο ΔΦ βρήκε το τι είχα γράψει για το βιβλίο του και μ' ευχαρίστησε για την αναφορά. Νομίζω τότε ήταν που ξεκίνησε η διαδικτυακή σχέση.
Τον παρακολουθούσα, περισσότερο απότι εκείνος εμένα, και είχα δει ότι συχνά πυκνά έβγαζε ανακοινώσεις για βιβλία που πουλούσε, πράγμα που με είχε ξενίσει.
Κάποια στιγμή δημοσίευσα ένα παλιό μου διήγημα και μου έγραψε σαν σχόλιο ότι του άρεσε. Δεν νομίζω άλλος παλιός συγγραφέας να μου έχει κάνει κάποιο επαινετικό σχόλιο σ' ότι έχω δημοσιεύσει κι οπωσδήποτε και με ευχαρίστησε και με αναστάτωσε.
Γι αυτό, και μ' αφορμή την αγορά κάποιων βιβλίων του, επεδίωξα να τον συναντήσω από κοντά εκείνα τα Χριστούγεννα που προανέφερα.
Πήγα, στα Πατήσια, στο παλιό νεοκλασσικό που έμενε, είπαμε λίγα πράγματα κι από κει κατάλαβα ότι οι διαδρομές μας είχαν διασταυρωθεί πολλά χρόνια πριν, όταν εκείνος, σαν κειμενογράφος, είχε γράψει τα κείμενα παρουσίασης της μικρής εταιρίας που τότε διοικούσα.
Ενθαρρυμένος από αυτή την πρότερη αν και άδηλη σχέση, τον ευχαρίστησα και για το διήγημα που είχε πει ότι του άρεσε, κανονίσαμε να του στείλω και κάποια άλλα, είχα ήδη διαλέξει μερικά βιβλία του ν' αγοράσω, και μ' αφορμή αυτά, στο ρητορικό ερώτημα που απηύθηνε στον εαυτό του αν γράφω καλά, απάντησε λέγοντας "πρέπει να γράφεις, αν κρίνω από αυτά που διαβάζεις", δείχνοντας τα βιβλία που είχα επιλέξει. Μπορεί να ήταν μια αβροφροσύνη, αν και όπως είχα καταλάβει από την μέχρι τότε γνωριμία μας, ο ΔΦ δεν ήταν από αυτούς που στρογγυλεύουν ότι θέλουν να πουν, πολύ περισσότερο, δεν έλεγε κάτι που δεν εννοούσε.
Χαιρετιστήκαμε, ανανεώσαμε αόριστα το ραντεβού για το μέλλον, επέστρεψα στην Αγγλία, άκουσα μετά από λίγο καιρό για το νέο του βιβλίο (το Μέσκουλα) και πριν προλάβω να το αγοράσω καν (οι αγορές ελληνικών βιβλίων από Λονδίνο είναι πονεμένη υπόθεση), στα τέλη του Φλεβάρη του '24, διαβάζω πως έφυγε. Σε λιγότερο από δυο μήνες. Η έκπληξη που ένιωσα, κι η λύπη, για έναν άνθρωπο που ουσιαστικά δεν γνώριζα, ήταν δυσανάλογα μεγάλες.
Προμηθεύτηκα το βιβλίο του και έκανα μια απόπειρα να το διαβάσω το καλοκαίρι του '24, αλλά δεν μπόρεσα να πάω πέρα από λίγες σελίδες για λόγους που δεν είναι του παρόντος.
Πρέπει να είχε καταγραφεί σαν χρέος μέσα μου κι έτσι ξαφνικά, σε εντελώς ανύποπτο χρόνο (πριν τέσσερις μέρες) τον αναζήτησα και ξετρύπωσα από το χάος των αταξινόμητων βιβλίων μου και τον διάβασα.
Όπως έγραψα στην αρχή, το βιβλίο δεν είναι ένα μυθιστόρημα. Είναι ένα bestiarium ανθρώπινων τύπων, σπαράγματα, σημειώσεις, διάσπαρτες σκέψεις, μίνι δοκίμια, που έχουν δεθεί γύρω από την ιδέα μια ομάδας περιφερειακών τύπων, τους Σαρίπολους, (οι οποίοι καταλογογραφούνται εξαντλητικά και ο καθένας σε μέγεθος ανάλογο της σημασίας του ή του ενδιαφεροντός τους από τον επίσης μέλος της παρέας αυτής, Μέσκουλα, που δεν χρειάζεται πολύ να καταλάβει κανείς ότι είναι ένα alter ego του συγγραφέα, παρότι κι ο ίδιος ο συγγραφέας είναι παρόν στο κείμενο, σαν τρίτο πρόσωπο αλλά κι έμμεσα καθώς πολλοί Σαρίπολοι δεν είναι παρά ήρωες προηγούμενων βιβλίων του, που με τη σειρά τους, όπως κι όλοι οι άλλοι, μπορεί να είχαν στηθεί σαν λογοτεχνικές υπάρξεις πάνω στα πρότυπα γνωστών και φίλων του συγγραφέα).
Γιατί ο Μέσκουλας αποσύρεται για να πεθάνει; Γιατί δεν αντέχει την έκπτωση της ζωής του, την σταδιακή εξαθλίωση, το μαρασμό και την απελπισία που έχει επιφέρει η οικονομική κρίση σε ένα υπερήφανο άνθρωπο, που δεν καταδέχεται την ελεημοσύνη, τα δανεικά, τον παρασιτισμό.
Γιατί έγραψε αυτό το βιβλίο ο ΔΦ; Αν ο αδόκητος θάνατος του ήταν αυτοκτονία, θα μπορούσε να είναι το σημείωμα που άφησε πίσω του. Δεν έχει γίνει γνωστό κάτι τέτοιο. Διαβάζοντας το και κοιτόντας την εργογραφία του συγγραφέα, καταλαβαίνει κανείς ότι οι συνεχείς κατάλογοι, οι λίστες που περιλαμβάνονται στο βιβλίο (βιβλίων, ταινιών, μουσικών μπαρόκ, στεκιών της Αθήνας, ρημάτων, λέξεων γενικά) ήταν ο τρόπος που πορευόταν. Καταλογραφούσε, εξαντλούσε θεματικά αντικείμενα, χύνοντας την ψυχή του στη μορφή τους. Πολλές φορές μου έφερε τον Ουμπέρτο Έκο στο νου.
Εκτός από τις προσωπογραφίες και τις λίστες, η στοιχειώδης πλοκή συνίσταται στην σταδιακή απόσυρση του Μέσκουλα από τον κόσμο, μέχρι την κατάληξη να πάει να πεθάνει από ασιτία σε μια ακτή της Μαγνησίας.
Οι ειρωνικές αναφορές του συγγραφέα μέσα στο μυθιστόρημα για την (μη) πλοκή του, υπενθυμίζουν συνεχώς ότι η έλλειψη διάρθωσης, η αποσπασματικότητα κι η εκτροπή δεν είναι ατυχίες και παρεκλίσεις αλλά συνειδητή επιλογή για μια meta γραφή, όπου συγγραφέας κι έργο είναι ένας κύκλος, πιθανόν φαύλος.
Αν ήθελα να του δώσω μια ταμπέλα, θα έλεγα ότι πρόκειται για ένα υπαρξιακό μυθιστόρημα γιατί από νωρίς θέτει, χιουμοριστικά μεν, σοβαρά δε, ένα δίλημμα, ερώτημα ζωής που ψάχνει για νόημα, ανάμεσα στην τέχνη και τον έρωτα (το γράφει πολύ πιο ωμά από μένα, τους γυναικείους κώλους, αλλά η ουσία είναι η ίδια). Το ερώτημα απαντιέται στο τέλος από τον Μέσκουλα, κι όπως όλα τα δύσκολα ερωτήματα, δεν εμπεριέχει την απάντηση, και δεν θα την πω για ν' αφήσω και κάτι να εξάπτει την περιέργεια όποιου επιθυμήσει να το διαβάσει.
Θα τελειώσω αυτή την μη-κριτική, μη-παρουσίαση, με το τεράστιο γιατί που μου άφησε το βιβλίο, χωρίς να είναι πρόθεση του. Γιατί οι άνθρωποι που έχουν μια ειλικρίνεια και μια αυθεντικότητα, που δεν χαρίζονται, που δεν αυτοπρομοτάρονται, που όσοι τους γνωρίζουν τους εκτιμούν και μόνο καλά έχουν να πουν γι αυτούς, φεύγουν έτσι;
Δημοσίευση του χρήστη Nikos Anagnostou
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου