Γράφει η Χριστίνα Καραντώνη
Παναγιώτης
Χατζημωυσιάδης, Νοσοκομείο Σωτηρία, Εκδόσεις Κίχλη 2026
Νοσοκομείο Σωτηρία. Ένα νοσηλευτικό ίδρυμα συνδεδεμένο με τη φυματίωση, με τη νεώτερη ιστορία της χώρας, ο συνδετικός κρίκος, στην περίπτωση του ομώνυμου μυθιστορήματος με την υπογραφή του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη, ανάμεσα σε παρελθόν και παρόν, ατομικά και συλλογικά τραύματα, ανώνυμους και επώνυμους που άφησαν το στίγμα τους στο ιστορικό και λογοτεχνικό γίγνεσθαι, ανάμεσα στον αφηγητή, τον συγγραφέα και τους ήρωές του. Ιστορίες που συμπλέκονται, κύκλοι υπάλληλοι, επάλληλοι, επαλλάσσοντες, κύκλοι παράλληλοι, όπως και βίοι.
Ο Χατζημωυσιάδης επιλέγει για μια ακόμη φορά την
πρωτοπρόσωπη αφήγηση, αφού αυτή του διασφαλίζει την ένταση συναισθημάτων,
προβληματισμών, αμφιβολιών, και μια οπτική που χωρίς κατ’ ανάγκη να ταυτίζεται
με την προσωπική (του) θέαση των πραγμάτων, απεκδύεται τη μεγαλοστομία της
βεβαιότητας, της απόλυτης γνώσης του παντογνώστη αφηγητή. Ο αφηγητής της
Σωτηρίας, μας αποκαλύπτεται και μας αποκαλύπτει σταδιακά, κρατώντας σε
εγρήγορση το ενδιαφέρον και την περιέργειά μας, στοιχεία για τον ίδιο και τις
ιστορίες στις οποίες με τον ένα ή τον άλλον τρόπο εμπλέκεται. Αφήνει να
αιωρούνται, επίσης, απορίες και ερωτηματικά είτε γιατί δεν έχει ο ίδιος τις
απαντήσεις είτε για να διανοίγουν πεδία προς συμπλήρωση από τον εκάστοτε
αναγνώστη. «Άραγε πίσω από πόσες απορίες θα ’ναι πάντα κρυμμένη η αλήθεια;»
αναρωτιέται στη σελίδα 17.
Βιβλιοπώλης, λοιπόν, έγγαμος με έναν γιό, συγχρόνως δε
συγγραφέας, ο κεντρικός ήρωας και αφηγητής, Μωυσής Παναγιωτίδης (εμφανής η
αντιστροφή του ονόματος άρα και ο συσχετισμός με τον Π.Χ.) βρίσκεται από παιδί
αντιμέτωπος με απορίες και ερωτηματικά, όπως για παράδειγμα γύρω από τον
συνονόματό του παππού, του οποίου τον βίο πάντα κάλυπτε πέπλο σιωπής. Λίγα
στοιχεία γνώριζε κι ακόμα λιγότερα μπορούσε ως παιδί να καταλάβει γι’ αυτόν,
που πέρασε από τις τάξεις του ΕΛΑΣ, την εξορία, το σανατόριο Σωτηρία, το
Δρομοκαΐτειο για να καταλήξει στο ψυχιατρείο της Λέρου, κουβαλώντας εκτός των
άλλων και το στίγμα της δηλώσεως μετανοίας. Η νοσηλεία του εγγονού Μωυσή χρόνια
αργότερα στο Σωτηρία, θα του δώσει τη δυνατότητα να γνωρίσει περισσότερα, να
κατανοήσει ακόμα πιο πολλά για τον μυστηριώδη παππού, για τις δύσκολες συνθήκες
που αντιμετώπισε στον βίο του αλλά και για τις εν γένει δυσκολίες της ζωής. Και
πάλι όμως, η γνώση του ατελής, το κέντρο όμως βάρους μετατοπισμένο πλέον σε
ό,τι συνθέτει την ύπαρξη, ιχνηλατεί ζωή και θάνατο όχι μόνον ως έννοιες αλλά ως
βιώματα ατομικά και συλλογικά.
Στην ενήλικη ζωή του, ο Μωυσής Παναγιωτίδης θα κληθεί εκτός
των άλλων να δώσει απάντηση σ’ ένα τεράστιο γιατί, που βασανιστικά ορθωνόταν
απέναντί του και σε άλλα, ισομεγέθη ή μικρότερα, εκφυόμενα ωσάν πλοκάμια γύρω
του, μετά την αυτοκτονία της συζύγου του Αγγελικής. Ανάμεσά τους το ζήτημα μιας
εν αμφιβόλω πατρότητας αλλά και όσα σχετίζονταν με τις σημειώσεις τής Αγγελικής,
που σχεδίαζε να γράψει βιβλίο για τις ποιήτριες Μαρία Πολυδούρη και την σχετικά
άγνωστη Φιλησία Στάθη-Πουλιοπούλου. Κατά περίεργο τρόπο, το Νοσοκομείο Σωτηρία
θα αποδειχθεί κοινός τόπος για τις δύο ποιήτριες και τον Μωυσή.
Εκεί λοιπόν, στο Σωτηρία, ως ογκολογικός ασθενής (του έλαχε
και αυτή η δοκιμασία πέραν της αποκλειστικής ευθύνης για το μεγάλωμα του γιού
από την τρυφερή ηλικία των πέντε) ο Μωυσής, με επώδυνο παρόν και αβέβαιο
μέλλον, θα στραφεί στο παρελθόν, θα αναζητήσει πληροφορίες, μαρτυρίες, πηγές,
αφενός για να πραγματοποιήσει το ανεκπλήρωτο όνειρο της νεκρής συζύγου, τη
συγγραφή τού βιβλίου «της», αφετέρου για να φωτίσει την προσωπική του ιστορία,
την ιστορία των δικών του ανθρώπων, για να συγκολλήσει το θρυμματισμένο του
σώμα, αφού όπως διαπιστώνει
Το σώμα δεν είναι σώμα μου· είναι του πατέρα και της μάνας,
της συζύγου, του εργοδότη, της εκκλησίας και της κοινωνίας, της μόδας, της
αστυνομίας, του στρατού, της εξουσίας, των γιατρών, του ιερέα και του
νεκροθάφτη.
Το σώμα είναι πινάκιο φακής προς άγραν νέων βιβλικών
κειμένων.
[σ. 15]
Ο Χατζημωυσιάδης ερευνά λοιπόν και καταγράφει, μέσω του
Μωυσή, τα αποτελέσματα μιας συστηματικής επιστημονικής έρευνας για τον τρόπο
λειτουργίας της Σωτηρίας ως σανατορίου, ως τόπου νοσηλείας-εξορίας αλλά και
εκτελέσεως αριστερών και αντιστασιακών, συχνά ως κολαστηρίου. Παραθέτει ονόματα
«επώνυμων» που πέρασαν από εκεί, το ακριβές διάστημα που νοσηλεύτηκαν, στέκεται
με οδύνη και σεβασμό σε αποβιώσαντες και εκτελεσθέντες, αλλά και πέραν της
καταγραφής, αναβιώνει (και βιώνει συγχρόνως) μια εποχή, αναπτύσσει ζωντανή
σχέση με πολλούς από τους εδώ και χρόνια πλέον νεκρούς ασθενείς, συνομιλεί,
συναισθάνεται, πάσχει. Όπου τα στοιχεία ελλιπή, παρεμβαίνει η φαντασία για να
συμπληρώσει. Με σαφή, όμως, τον διαχωρισμό για το τι επακριβώς τεκμηριούται, τι
εικάζεται, τι γέννημα (σε καμία περίπτωση αυθαίρετο) της φαντασίας. Αντίστοιχα,
με τις δύο ποιήτριες· τις ζωντανεύει πρωτίστως ως ποιητικές υποστάσεις κι
έπειτα ως ασθενή τη μια, ως σύζυγο ασθενούς την άλλη.
Μέσα από αυτήν την πολυεπίπεδη καταβύθιση σε αρχειακό υλικό,
ο ασθενής-ερευνητής-συγγραφέας Μωυσής Παναγιωτίδης είναι στιγμές που θα θέσει
σε δεύτερη μοίρα τις προσωπικές του σωματικές και ψυχικές πληγές, τις
υπαρξιακές του αγωνίες. μ’ έναν τρόπο θα τις υπερβεί, προτάσσοντας το δράμα και
τραύμα των άλλων, της νεώτερης Ιστορίας μας εντέλει. Ήρωες που προδίδονται,
σαπίζουν τιμωρημένοι ή μαρτυρούν καταφρονεμένοι. Ποιητές και ποιήτριες μεταξύ
σωματικής φθοράς και πνευματικής έκρηξης, πέρα και έξω από τα κοινωνικώς
αποδεκτά πλαίσια, σαν από πάντα αποφασισμένοι. Ο Μωυσής ασθενής-ερευνητής δεν
είναι ούτε ο μόνος ούτε ο οδυνηρότερα πάσχων. Η διαπίστωση αυτή λειτουργεί ως
παρηγορητική «αγωγή», μειώνει τον πόνο του «Μαλακώνεις όταν βλέπεις πως δεν
είσαι ο μόνος, ότι υπάρχουν ακόμα χειρότερα.» (σ. 115) ας ομολογεί λίγο
αργότερα πως «Καταφύγιο δεν είναι ο πόνος των άλλων ούτε παρηγοριά η δυστυχία
τους» (σ. 116) κι ας αυτοτιμωρούμενος για την αρχική ύβρι αυτοπεριορίζεται επί
διήμερο στο θάλαμό του ενώ «Χαλίκια, πέτρες, βράχια και ογκόλιθοι όλα τα γιατί
μου. Ακόμα με λιθοβολούν.» (σ. 116). Σημασία έχει πάντως πως η αναγνώριση του
κοινού (όσο και αν ακούγεται παράδοξος ο προσδιορισμός) πόνου σπάζει το κέλυφος
του όποιου εγωκεντρισμού, ωθεί τον άνθρωπο (τον ήρωα-αφηγητή εν προκειμένω) να
συναντήσει τον άλλον, να ζήσει (όσο του μέλλει) εν κοινωνία, να ονειρευτεί σ’
εκείνον τον τόπο δοκιμασίας στο Σωτηρία, ένα κοινόβιο. Ο Μωυσής δεν συναντά
μόνον τεθνεώτες που πέρασαν κάποτε από τους ίδιους θαλάμους, περπάτησαν στους
ίδιους διαδρόμους, αναζήτησαν την ίδια των (ίδιων) πεύκων σκιά. Ανοίγεται και
ανοίγει διόδους επικοινωνίας και με ζώντες, τους συγχρόνους του. Και όχι μόνον
ασθενείς. Η σχέση για παράδειγμα που αναπτύσσει με την Γιάννα, καθαρίστρια στο
Σωτηρία, οδηγεί σε μερική αντιστροφή των ρόλων. Από αποδέκτης της στοργής και
της φροντίδας της −κάτι που προϋποθέτει την υπέρβαση του ρόλου της καθαρίστριας
εκ μέρους της Γιάννας− γίνεται (όσο η βεβαρυμμένη υγεία του το επιτρέπει)
πομπός για να οικοδομηθεί εντέλει −άλλη υπέρβαση− μια σχέση ισοτιμίας ανάμεσα
στους «πάσχοντες», αφού ευργετούμενοι οι δυο τους συνάμα δε και ευεργέτες.
Το «Νοσοκομείο Σωτηρία» δεν είναι ένα κλασικόμορφο
μυθιστόρημα. Αξιοποιεί τεχνικές του μεταμοντερνισμού όπως τον εσωτερικό
μονόλογο, τις συνακόλουθες ανάδρομες αφηγήσεις, την θραυσματική δόμηση των
κεφαλαίων, τον εγκιβωτισμό αφηγήσεων, τεκμηρίων, στοιχείων που η ερευνητική
εργασία απέδωσε ως καρπούς (αγνώστων τοις πολλοίς ποιημάτων, για παράδειγμα)
στοχασμών εν είδει δοκιμίου, (και ως σύγχρονου ακόμη δημοτικού τραγουδιού
γραμμένου σε 15σύλλαβο − σ. 162) χωρίς ωστόσο να μπορεί, όπως πολύ εύστοχα
παρατηρεί ο Δημήτρης Χριστόπουλος, να χαρακτηρισθεί ως αμιγώς μεταμοντέρνο. Ο
ίδιος ο ήρωας-συγγραφέας- ερευνητής-αφηγητής Μωυσής, μιλώντας για το βιβλίο που
συγγράφει και το οποίο εγκιβωτίζεται υπό τον τίτλο ΔΕΝ ΣΙΩΠΗΣΑΝ ΜΑΤΑΙΩΣ ως 4ο
κεφάλαιο στο Νοσοκομείο Σωτηρία θα επισημάνει (παραθέτω το ευρύτερο χωρίο):
Το ερώτημα, βέβαια, είναι για πόσο καιρό ακόμα θα μπορώ να
είμαι μέσα στο μυθιστόρημά μου. δεν θέλω να αυταπατώμαι, ηλίου φαεινότερον, δεν
θα προκάνω να τελειώσω. Όσο κι αν μοχθεί το πνεύμα, αντιμαχεί το σώμα. Που
ασθμαίνει, καταπονείται και διαλύεται. Μια δυο παραγραφούλες πλέον τα γραφτά
της δικής μου αντοχής, σπανίως οι πιο μεγάλες επιδόσεις και μόνο σε κάποιες
λαμπρές αιθρίες της ιατρικής μου μαστούρας, όπως εκείνα τα φαραωνικά κριτικά
κείμενα που έγραψα για τα ποιήματα της Φιλησίας και της Πολυδούρη. Κατά τα
λοιπά, μια θραυσματική αφήγηση η γραφή μου, για τη ζωή και το έργο των δύο
αυτών ποιητριών, τον μοναδικό μη αποδράσαντα από το Σωτηρία, τους ανάπηρους που
εκτελέστηκαν, τις βαλίτσες των αζήτητων νεκρών και την υπαρξιακή μου φρίκη·
απροσδιόριστου λογοτεχνικού είδους, με ανολοκλήρωτα αποσπάσματα λόγου, άναρχη
πλοκή, ατέλειωτα ζικ ζακ και ημιφωτισμένους χαρακτήρες, που όσο κι αν παλεύω να
τη βάλω σε τάξη, όλο γλιστράει και ξεφεύγει απ’ το αρχικό σχέδιο· συχνά προς
την Ιστορία λοξοδρομεί, προς την ιστορία του νοσοκομείου για να ακριβολογώ –
μικρογραφία της πιο σκοτεινής περιόδου της Ιστορίας της πατρίδας μας.
Ας είναι. Ουδέν ψευδέστερον της πληρότητος.
[σσ. 172-173]
Ουδέν ψευδέστερον, θα συμπληρώσω, της γενίκευσης ότι το
παραπάνω (στο 4ο μόνον κεφάλαιο αναφερόμενο) καλύπτει με πληρότητα την
ταυτότητα του Νοσοκομείου Σωτηρία. Που έλλειψη πληρότητας δεν επουδενί του
χρεώνεις, τουναντίον, του πιστώνεις πληρότητα, αναδυομένη μέσα από τα
θραύσματα, ως μία των αρετών του.
Θαρρώ πως ο Χατζημωυσιάδης ως συγγραφέας έχει επιτύχει την
διαμόρφωση μιας αναγνωρίσιμης και ιδιαίτερης ταυτότητας που συγκερνά λυρισμό,
χιούμορ, υπαρξιακή αγωνία, καταβύθιση στην Ιστορία, ψηλάφηση ατομικών και
συλλογικών τραυμάτων, οικειοποίηση του πόνου των άλλων, την διάρρηξη των
ασφυκτικών τοιχίων του Εγώ μέσα από την κοινή ανθρώπινη αγωνία για μια κοινωνία
χωρίς αποκλεισμούς, διακρίσεις, αίμα και πόνο. Ακόμα ίσως πιο σημαντικό: πέρα
από την εξισορρόπηση Ιστορίας (με πεζό ή κεφαλαίο ιώτα) και μυθοπλασίας,
υφαίνει ένα συνδετικό ιστό ανάμεσα στα βιβλία του, έτσι ώστε, χωρίς να
επηρεάζεται η αυτονομία ενός εκάστου, να δημιουργείται η εντύπωση πως το ένα
αποτελεί διάνοιξη προηγούμενου σε ένα νέο πεδίο. Εξηγούμαι.
Στο μυθιστόρημα Νοσοκομείο Σωτηρία εντοπίζονται στοιχεία που
κατεξοχήν χαρακτηρίζουν τη συλλογή μικροδιηγημάτων Η ιδιωτική μου αντωνυμία
(Κίχλη 2018). Μνήμες και προβληματισμοί από την παιδική ηλικία του ήρωα
αφηγητή, με αρκετά αυτοβιογραφικά, αλλά και ηθογραφικά στοιχεία, που
καταδεικνύουν την προσπάθεια του ανθρώπου για τη συγκρότηση της προσωπικής του
ταυτότητας εντός ενός συγκεκριμένου κάθε φορά οικογενειακού, κοινωνικού,
ιδεολογικού πλαισίου. Και όχι σε ευθύγραμμη πορεία, αφού ο συγγραφέας δεν επιλέγει
τον εύκολο δρόμο της γραμμικής παράθεσης των γεγονότων αλλά ακολουθεί την
τεθλασμένη −το ζικ-ζάκ των αναδρομών κυρίως που συνειρμικά προκύπτουν− κάποτε
και τις καμπύλες της σπείρας.
Στο μυθιστόρημα Έξοδα νοσηλείας (Ενύπνιο 2020) η δράση
εκτυλίσσεται κατά κύριο λόγο στο χώρο ενός νοσοκομείου, ενώ η αφήγηση αλλάζει
οπτική γωνία ανάλογα με τον αφηγητή (νοσηλευτή, νοσηλευόμενο, τον νοσηλευτή ως
νοσηλευόμενο) ενώ και εκεί, βρίσκουν χώρο και εισχωρούν στιγμές και πρόσωπα από
την Ελληνική Ιστορία.
Τα όσα, πάλι, στο μυθιστόρημα Το χιόνι των Αγράφων (Κίχλη
2021) αναφέρονται σχετικά με το Νοσοκομείο Σωτηρία αποτελούν αξιόπιστες
πληροφορίες για τον ερευνητή-αφηγητή του νέου μυθιστορήματος Νοσοκομείο
Σωτηρία. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα:
Ο Γεώργιος Γεωργιάδης, ένας από τους ήρωες στο Χιόνι των
Αγράφων (Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, εκδ. Κίχλη, 2021) που διάβασα σχετικά
πρόσφατα, ήταν κατά τα δεκεμβριανά στην άμυνα του Σωτηρία, μαζί με έναν λόχο
του εφεδρικού ΕΛΑΣ. Για μέρες κράτησαν το κτίριο και όλο τον περιβάλλοντα χώρο.
Με το που έσφιξε η πολιορκία, κλείστηκαν στις κεντρικές εγκαταστάσεις.
Πολεμούσαν απ’ τα παράθυρα, ενώ στα διπλανά κρεβάτια ήταν ξαπλωμένοι οι
φυματικοί. Είδαν κι απόειδαν οι Άγγλοι, άρχισαν τις εμπρηστικές βόμβες. Στο υπόγειο
και σε κάποιους θαλάμους ξέσπασαν φωτιές. Γέμισε το νοσοκομείο καπνούς. 11
δεκέμβρη έγινε η παράδοση. Πενήντα αντάρτες σκοτωμένοι. Πριν να μεταφέρουν τον
Γεωργιάδη στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου, τον περιέφεραν σε κεντρικούς δρόμους του
Κολωνακίου. Τον έβριζε, τον χτυπούσε και τον έφτυνε ο κόσμος σε όλη τη διάρκεια
της διαδρομής. «Εαμοβούλγαρο», τον έλεγαν.
[σ. 77]
Αν, έπειτα, η ποιητική συλλογή του Χατζημωυσιάδη Γυναικών τε
(Εύμαρος 2023) ποιητικώ τω τρόπω επιχειρεί και επιτυγχάνει να εισχωρήσει στον
γυναικείο ψυχισμό και το διαιωνιζόμενο τραύμα της βίας, στο Νοσοκομείο Σωτηρία
είναι ο μελετητής-αφηγητής-συγγραφέας που εισχωρεί στον ψυχισμό αλλά και το
έργο δύο ποιητριών, της Μαρίας Πολυδούρη και της Φιλησίας Στάθη-Πουλιοπούλου.
Εφευρίσκεται, επιπλέον, τρόπος να αξιοποιηθεί η ήδη δημοσιευμένη ερευνητική
εργασία του Χατζημωυσιάδη για την Φιλησία (Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης: «Το αεί
σκληρό πεπρωμένο της Φιλησίας Στάθη-Πουλιοπούλου», Περί ου, 13-12-2025,
https://www.periou.gr/panagiotis-chatzimoysiadis-to-aei-skliro-pepromeno-tis-filisias-stathi-pouliopoulou/).
Αλλά όχι μόνον. Ποιητικός συχνά ο λόγος του πεζογράφου, ξέρει να τηρεί το
μέτρο, όχι μόνο ως ρυθμό αλλά το εν μέτρω, να τροφοδοτεί δηλαδή την αφήγησή του
με λυρισμό τόσον όσο, έτσι ώστε να μην εκπίπτει στην εκβιαστική ευκολία της
γλυκερής συγκίνησης.
Όσον αφορά στη νουβέλα Νώε (Κίχλη 2024), για να μην
μακρηγορώ, θα παραθέσω μόνον ένα μικρό μόνον απόσπασμα από το Σωτηρία,
απόσπασμα από το όνειρο-εφιάλτη ενός άλλου εν Σωτηρία ασθενούς, του
ετοιμοθάνατου Νικολάου:
Το τελευταίο διάστημα βασανιζόταν από έναν επίμονο εφιάλτη:
είναι στον Αμαζόνιο προς αναζήτηση πρωτόγονων φυλών· το κανό του μπάζει νερά
και αρχίζει να βυθίζεται, πέφτει στο νερό και κολυμπάει προς την όχθη· ένα
κοπάδι πιράνχας τον κυκλώνει.
[σ. 138]
Επιπλέον, πίσω από όλα σχεδόν τα βιβλία του Χατζημωυσιάδη
εντοπίζουμε την αγωνία και τη σαφή πρόθεση ενός
συγγραφέα-ήρωα-αφηγητή-ποιητικού υποκειμένου (αναλόγως στην κάθε περίπτωση) να
επιτελέσει μέσω της γραφής (και πέραν της αισθητικής) ένα βαθιά κοινωνικό και
πολιτικό έργο: να συντηρεί και να ενισχύει τη μνήμη, τη συνείδηση, την ευθύνη
απέναντι στον άνθρωπο, στο παρελθόν και το παρόν, κυρίως όμως απέναντι στο
μέλλον. Και που διαρκώς αναζητεί −προς επιτέλεση τούτου− νέους τρόπους. Γιατί
εντέλει, ο Π.Χ. θεωρεί πως αυτός είναι ο ρόλος της λογοτεχνίας: Να καλλιεργεί
συνειδητοποιημένους, ενεργούς πολίτες, που αναγνωρίζουν σε όλους το δικαίωμα
όχι μόνον της αισθητικής συγκίνησης αλλά μιας −ακόμα και λαβωμένης− ευτυχίας,
και ως ελάχιστο κοινό χρέος να γίνονται, να γινόμαστε, ωραιότεροι, δηλαδή
καλύτεροι άνθρωποι.
https://www.fractalart.gr/swteria/

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου