18.8.26

Λίλια Τσούβα: Ντίνου Σιώτη, «Με τα μάτια στη Γάζα» (Πόλις, 2026)


Ανταποκρίσεις από τη Γάζα: η ποίηση ως μαρτυρία του βλέμματος

 

Υπάρχουν βιβλία που γράφονται όταν τα γεγονότα έχουν ήδη απομακρυνθεί στον χρόνο και έχουν μετατραπεί σε ιστορική μνήμη, και υπάρχουν βιβλία που γεννιούνται μέσα στη δίνη των ίδιων των γεγονότων. Η πρόσφατη ποιητική συλλογή του Ντίνου Σιώτη, «Με τα μάτια στη Γάζα» (Πόλις, 2026), ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Τα ποιήματα που τη συγκροτούν

δεν αποτελούν αναδρομικούς στοχασμούς πάνω στον πόλεμο, αλλά ποιητικές ανταποκρίσεις γραμμένες την ώρα που η ιστορία βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη. Η ιδιαιτερότητά τους βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη συνθήκη γέννησης. Ο Σιώτης παρακολουθεί την καθημερινή ειδησεογραφία, δέχεται την πίεση της άμεσης πληροφορίας και μετασχηματίζει το υλικό της επικαιρότητας σε ποίηση χωρίς να εξαλείφει τη δραματική του ένταση.

Η συλλογή κινείται, επομένως, σε ένα δύσκολο όριο: ανάμεσα στο γεγονός και στη μνήμη του, ανάμεσα στην είδηση και στη βαθύτερη ανθρώπινη εμπειρία που κρύβεται πίσω από αυτήν. Η ποίηση που συνομιλεί με την επικαιρότητα αντιμετωπίζει πάντοτε έναν διττό κίνδυνο. Η άμεση ανταπόκριση μπορεί να εγκλωβιστεί στη συγκυρία και να χάσει τη διάρκειά της, ενώ η μεγάλη χρονική απόσταση μπορεί να αποδυναμώσει την ηθική ένταση του γεγονότος. Ο Σιώτης επιχειρεί να αποφύγει και τις δύο παγίδες. Δεν εγκαταλείπει το συγκεκριμένο ιστορικό συμβάν, αλλά ταυτόχρονα δεν μετατρέπει τα ποιήματά του σε πολιτικά συνθήματα. Το ενδιαφέρον του δεν στρέφεται μόνο στην καταστροφή της Γάζας, αλλά κυρίως στη θέση εκείνου που την παρακολουθεί: του ανθρώπου που βλέπει τον πόνο του άλλου μέσα από την οθόνη και καλείται να αντιμετωπίσει τη δική του ηθική αμηχανία.

Η έννοια της μαρτυρίας έχει αλλάξει δραματικά στην εποχή των μέσων. Όταν ο Γκαίτε, στις συνομιλίες του με τον Έκερμαν,[i] αναφερόταν στο προνόμιο της ζωής του που συνέπεσε με μεγάλα ιστορικά γεγονότα, μιλούσε για την εμπειρία του ανθρώπου που βρίσκεται κοντά στην ιστορία και την παρακολουθεί ως αυτόπτης μάρτυρας. Σήμερα, ωστόσο, η ιστορία φτάνει καθημερινά σε εκατομμύρια ανθρώπους μέσα από εικόνες, βίντεο και ειδήσεις που μεταδίδονται με συνεχή ροή. Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν είναι αυτόπτης μάρτυρας επειδή βρίσκεται στον τόπο της καταστροφής, αλλά επειδή βρίσκεται απέναντί της ως θεατής.

Η διαφορά αυτή είναι κρίσιμη. Η αδιάκοπη ροή των εικόνων δεν οδηγεί αναγκαστικά σε μεγαλύτερη κατανόηση· αντίθετα, συχνά προκαλεί μια επικίνδυνη εξοικείωση με τη βία. Η φρίκη επαναλαμβάνεται τόσο συχνά, ώστε κινδυνεύει να μετατραπεί σε καθημερινό θέαμα. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η ποίηση του Σιώτη επιχειρεί να ανακτήσει τη χαμένη διάρκεια του βλέμματος: να σταματήσει την ταχύτητα της πληροφορίας και να επαναφέρει στο κέντρο το συγκεκριμένο ανθρώπινο πρόσωπο.

Αυτό αποτελεί και το βασικό επίτευγμα της συλλογής «Με τα μάτια στη Γάζα». Δεν επιχειρεί να αφηγηθεί την ιστορία της σύγκρουσης ούτε να προσφέρει μια γεωπολιτική ερμηνεία της. Επιχειρεί να καταγράψει την ανθρώπινη δοκιμασία και, κυρίως, την κρίση της ανθρώπινης συνείδησης απέναντι στη βία. Η Γάζα γίνεται ο τόπος όπου δοκιμάζεται όχι μόνο η κοινωνία των θυμάτων αλλά και η ευαισθησία όσων παρακολουθούν.

Η χρονολογική οργάνωση της συλλογής με ποιήματα γραμμένα από τον Οκτώβριο του 2023 και εξής, διατηρεί κάτι από τον χαρακτήρα του ημερολογίου ή της ανταπόκρισης. Ωστόσο, η ποιητική λειτουργία υπερβαίνει την απλή καταγραφή. Ο Σιώτης δεν αναπαράγει την επικαιρότητα· τη μετατρέπει σε ηθικό και υπαρξιακό ερώτημα. Σε αυτή την επιλογή συναντάται και μια ευρύτερη ποιητική στάση που χαρακτηρίζει ιδιαίτερα τη σύγχρονη αμερικανική ποίηση της οποίας είναι κοινωνός: ο ποιητής ως παρατηρητής του παρόντος, ως συλλέκτης θραυσμάτων της καθημερινής πραγματικότητας, ως εκείνος που αναζητά το ποιητικό μέσα στο άμεσο και το τωρινό.

Η γραφή του Σιώτη στη συλλογή αυτή στηρίζεται σε μια χαρακτηριστική οικονομία μέσων. Οι στίχοι είναι σύντομοι, ο τόνος συχνά προφορικός, η γλώσσα απλή και άμεση. Η επιλογή αυτή δεν αποτελεί ευκολία ούτε παραίτηση από την ποιητική επεξεργασία, αλλά λειτουργεί ως άρνηση κάθε αισθητικού εξωραϊσμού της καταστροφής. Μπροστά στη βία, ο ποιητής επιλέγει μια γλώσσα που δεν αποτυπώνει το γεγονός με ρητορικές επινοήσεις, αλλά αφήνει την ίδια την πραγματικότητα να μιλήσει με το βάρος της.

Στο ποίημα «Η εποχή μας» ο Σιώτης μετατρέπει τον ίδιο τον ιστορικό χρόνο σε ποιητικό πρόσωπο. Η εποχή προσωποποιείται, μετατρέπεται σε αδηφάγα δύναμη που κινείται ανάμεσα στο χρήμα, στον φόβο και στον πόλεμο:

 

Η εποχή μας

 

Πόσο λαίμαργη η εποχή μας, τα θέλει όλα δικά

της, την κινεί το τρεχαλητό για το χρήμα, το αίμα,

που κυλάει ανύποπτο ανάμεσα στα σκέλη του

 

φόβου, φυλάει τον κόσμο έρμο στο κλουβί του,

εμπνέεται απ’ το σκοτάδι των πολέμων και την

αποξηραμένη Λωρίδα της Γάζας, ασφυκτιά, την

 

πιάνει δύσπνοια και πνίγεται όταν της κάνουν

ερωτήσεις, στην εποχή μας οι άνθρωποι οι ίδιοι

που στρέφονται κατά των ανθρώπων.

 

Η αλληγορία οργανώνεται γύρω από μια βαθιά αντίφαση: η εποχή παρουσιάζεται ως ζωντανός οργανισμός, όμως πρόκειται για έναν οργανισμό ηθικά άρρωστο. Ασφυκτιά όχι από την καταστροφή που προκαλεί, αλλά από τις ερωτήσεις που δέχεται. Η αδυναμία της να απαντήσει μετατρέπεται σε σύμβολο μιας κοινωνίας που έχει συνηθίσει τη βία, αλλά δυσκολεύεται να αναμετρηθεί με την ευθύνη της. Η τελευταία φράση του ποιήματος, «οι άνθρωποι οι ίδιοι / που στρέφονται κατά των ανθρώπων», συμπυκνώνει έναν από τους βασικούς άξονες της συλλογής: η τραγωδία δεν είναι μόνον η καταστροφή ενός τόπου, αλλά η διαπίστωση ότι ο άνθρωπος μπορεί να στραφεί εναντίον της ίδιας της ανθρώπινης ιδιότητάς του.

Στο ποίημα «Πρόσω ολοταχώς» η ποιητική τεχνική είναι διαφορετική. Ο Σιώτης χρησιμοποιεί τη συσσώρευση εικόνων και μια σχεδόν κινηματογραφική διαδοχή πλάνων. Το ποίημα ξεκινά από το μεμονωμένο ανθρώπινο πρόσωπο και διευρύνεται σταδιακά προς τις παγκόσμιες δομές της βίας:

 

Ένα παιδάκι ματωμένο από σφαίρες

στη Γάζα που κλαίει, ένα παιδάκι

στην Αφρική γυμνό και πεινασμένο

 

που κλαίει, ένας ολόκληρος δυτικός

πολιτισμός που πλουτίζει πουλώντας

όπλα, πρόσω ολοταχώς στον πόλεμο.

 

Η επανάληψη της εικόνας του παιδιού λειτουργεί ως ηθικό αντίβαρο απέναντι στην απρόσωπη οικονομία του πολέμου. Η παιδική ηλικία, συνδεδεμένη κανονικά με την προσδοκία του μέλλοντος, εδώ εμφανίζεται στερημένη από κάθε προοπτική. Ο ποιητής δεν χρειάζεται να υψώσει τον τόνο· η ίδια η συνύπαρξη των εικόνων δημιουργεί την καταγγελία.

Ιδιαίτερα χαρακτηριστικό της συλλογής είναι ότι αποφεύγει τον διδακτισμό. Ο ποιητής δεν εξηγεί στον αναγνώστη τι πρέπει να αισθανθεί. Δημιουργεί μια ηθική ένταση μέσα από την αντιπαράθεση: από τη μία πλευρά οι άμαχοι, τα παιδιά, η πείνα, ο φόβος, η ερημιά, η απώλεια· από την άλλη η οργανωμένη, τεχνολογικά προηγμένη και οικονομικά ισχυρή μηχανή του πολέμου. Η ειρωνεία προκύπτει ακριβώς από αυτή την ανατροπή: ο πολιτισμός που θεωρεί τον εαυτό του προοδευμένο εμφανίζεται να υπηρετεί την καταστροφή.

Ανάμεσα στα πιο επιδραστικά ποιήματα της συλλογής βρίσκεται το «Παιδί της Παλαιστίνης»:

 

Ρωτά δημοσιογράφος οκτάχρονο

Παλαιστίνιο τι θέλει να γίνει όταν

μεγαλώσει, ο μικρός το σκέφτεται,

 

το ξανασκέφτεται και στο τέλος τού

λέει «Τι κάθεσαι και με ρωτάς αφού

το ξέρεις πως δεν θα μεγαλώσω…»

 

Η δύναμη του ποιήματος βρίσκεται στην ανατροπή μιας αυτονόητης προσδοκίας. Η ερώτηση του δημοσιογράφου προϋποθέτει ένα μέλλον· η απάντηση του παιδιού καταργεί αυτή την προϋπόθεση. Το ποίημα δεν περιγράφει τον θάνατο, αλλά αποκαλύπτει κάτι ίσως ακόμη πιο οδυνηρό: την αφαίρεση της δυνατότητας να φανταστεί κανείς το αύριο. Η λιτότητα του ποιήματος ενισχύει τη δραματική του δύναμη. Δεν υπάρχει εκτενής περιγραφή, ούτε συναισθηματική κορύφωση. Η φράση του παιδιού λειτουργεί σαν τελική σιωπή, σαν μια απάντηση που ακυρώνει όχι μόνο την ερώτηση του δημοσιογράφου αλλά και την πίστη στην ανθρώπινη πρόοδο.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το ποίημα «Γάζα Ι», όπου ο Σιώτης χρησιμοποιεί την αρχική φράση των παραμυθιών, «Μια φορά κι έναν καιρό»:

 

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν η Γάζα, μια φορά κι έναν

καιρό ήταν μια πόλη με δρόμους, πλατείες με χουρμαδιές

και δημόσια κτίρια και σχολεία και σπίτια με πόρτες και

 

παράθυρα με μπετούγιες και τζάμια, μια φορά κι έναν

καιρό υπήρχε νερό και ρεύμα και δημόσια διοίκηση, μια

φορά κι έναν καιρό υπήρχαν δέντρα με πουλιά, καφενεία

 

με ανθρώπους που έπιναν τσάι και καφέ και συζητούσαν, […]

 

Η επιλογή είναι εξαιρετικά εύστοχη, γιατί η φράση του παραμυθιού δηλώνει ήδη έναν κόσμο που έχει χαθεί. Η Γάζα παρουσιάζεται όχι ως αφηρημένο σύμβολο πολέμου, αλλά ως τόπος καθημερινής ζωής: μια πόλη με σπίτια, σχολεία, καφενεία, ανθρώπους που συνομιλούν. Ο ποιητής αντιδρά έτσι σε μια από τις μεγαλύτερες απανθρωποποιήσεις του πολέμου: τη μετατροπή ενός τόπου σε απλό γεωγραφικό όνομα και των ανθρώπων του σε αριθμούς.

Σε αρκετά ποιήματα της συλλογής επανέρχεται και η βαριά ιστορική μνήμη του Ολοκαυτώματος. Οι αναφορές αυτές λειτουργούν ως υπενθύμιση της διαρκούς ανθρώπινης ευαλωτότητας απέναντι στη βαρβαρότητα. Ο Σιώτης συνομιλεί με το παρελθόν για να θέσει το δύσκολο ερώτημα της μνήμης: τι σημαίνει η γνώση της ιστορίας όταν δεν κατορθώνει να εμποδίσει την επανάληψη της βίας;

Στο «Υστερόγραφο» ωστόσο, που κλείνει τη συλλογή, εμφανίζεται η δυνατότητα μιας άλλης προοπτικής: η ευχή και το όνειρο για ειρηνική συνύπαρξη Ισραηλινών και Παλαιστινίων. Η καταληκτική αυτή αναφορά δεν αναιρεί την καταγγελτική δύναμη του ποιητικού σώματος· αντίθετα, αποκαλύπτει ότι η μνήμη της καταστροφής έχει νόημα μόνο όταν συνδέεται με την επιθυμία για έναν ειρηνικό κόσμο που σέβεται τη διαφορετικότητα. Η προσδοκία αυτή συνομιλεί έμμεσα με το ιδεώδες της Weltliteratur του Γκαίτε: την αντίληψη ότι η λογοτεχνία μπορεί να αποτελέσει χώρο συνάντησης λαών και πολιτισμών, όχι επειδή καταργεί τις διαφορές, αλλά επειδή επιτρέπει την αναγνώριση της κοινής ανθρώπινης εμπειρίας.

Το έργο «Με τα μάτια στη Γάζα» είναι τελικά μια ποιητική σύνθεση για την ευθύνη του βλέμματος. Ο Σιώτης δεν επιχειρεί να υποκαταστήσει τον ιστορικό ούτε να προσφέρει πολιτική ανάλυση, αλλά να μετατρέψει την πλημμυρίδα των εικόνων σε στιγμή προσωπικής αναμέτρησης. Σε μια εποχή όπου η είδηση καταναλώνεται με την ταχύτητα της οθόνης και ο πόνος του άλλου κινδυνεύει να γίνει μέρος μιας καθημερινής ροής, η ποίηση επιμένει να αποκαθιστά το πρόσωπο πίσω από τον αριθμό. Αυτή ίσως είναι η βαθύτερη λειτουργία της συλλογής: να διατηρήσει ζωντανή την ικανότητα του ανθρώπου να αισθάνεται, να θυμάται και να αναλαμβάνει την ευθύνη του βλέμματός του.

Με αυτή την έννοια, το βιβλίο «Με τα μάτια στη Γάζα» δεν είναι μόνο μια αντιπολεμική ποιητική συλλογή. Είναι μια υπενθύμιση ότι η λογοτεχνία μπορεί ακόμη να λειτουργεί ως πράξη μνήμης και αντίστασης απέναντι στη λήθη.

 

 https://www.periou.gr/lilia-tsouva-ntinou-sioti-me-ta-matia-sti-gaza-polis-2026-isbn13-9789604359202/

 

[i] Γιόχαν Πέτερ Έκερμαν, 2014. Συνομιλίες με τον Γκαίτε (Gespräche mit Goethe). Μετάφραση: Δημοκίδης Δημήτρης. Εκδόσεις PRINTA.
Λίλια Τσούβα

Δεν υπάρχουν σχόλια: