Κώστας Καραβίδας
Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης «Νοσοκομείο Σωτηρία», εκδόσεις:
Κίχλη, 2026
https://epohi.gr/articles/empleoi-ponoy-kai-istorias/
Το νέο μυθιστόρημα του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη (γ. 1970) είναι μια υβριδική μεταμυθοπλαστική αφήγηση που βυθίζεται στην ιστορία του παλιού σανατόριου των φθισικών. Το νοσοκομείο Σωτηρία είναι ένας χώρος σεσημασμένος από Ιστορία και ανθρώπινο πόνο. Συμπυκνώνει αγώνες, ελπίδες και διαψεύσεις, μια μικρογραφία της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Ο συγγραφέας καταπιάνεται με
γνώριμες θεματικές που τον απασχόλησαν με άλλη οπτική και τεχνική στα βραβευμένα του μυθιστορήματα Έξοδα νοσηλείας(2020) και Το χιόνι των Αγράφων(2021). Βασισμένο σε αρχειακή έρευνα, το Νοσοκομείο Σωτηρία περιστρέφεται γύρω από τέσσερις άξονες: την εμπειρία της αρρώστιας, τον φόβο του θανάτου και μαζί τον εξορκισμό του, τα παλίμψηστα στρώματα της Ιστορίας και της συλλογικής μνήμης, τη γραφή ως πένθος.Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής-ερευνητής που φέρει το όνομα Μωυσής
Παναγιωτίδης (προφανής η παιγνιώδης σύνδεση με τον Χατζημωυσιάδη), βιβλιοπώλης
στο επάγγελμα και συγγραφέας, ως παιδί φανταζόταν τον θάνατο και την κηδεία
του. Τώρα πάσχει από μια σπάνια μορφή καρκίνου των οστών και ζει με τις
πειραματικές μεθόδους θεραπείας και με την επίγνωση του επικείμενου τέλους, σε
αναμονή θανάτου.
Ο κοινόβιος φόβος του θανάτου
Ως άλλος βιβλικός Μωυσής ετοιμάζεται για τη δική του Έξοδο,
την τελική έξοδο του θανάτου, μετά από την πορεία στην έρημο που είναι η
αρρώστια με τα διάφορα στάδια της, από τα πρώτα συμπτώματα και τη διάγνωση
μέχρι τις επώδυνες θεραπείες και την εντατική. Η γυναίκα του έχει αυτοκτονήσει
και ο ίδιος μεγαλώνει μόνος τον γιο που μετά τον θάνατό της αποκαλύπτεται ότι
δεν είναι δικός του. Ως μέρος της διαδικασίας του πένθους αναλαμβάνει χωρίς
επιτυχία να ολοκληρώσει ένα βιβλίο που εκείνη είχε αρχίσει για τη Μαρία
Πολυδούρη και τη σχεδόν άγνωστη ποιήτρια Φιλησία Στάθη-Πουλιοπούλου, σύντροφο
του Παντελή Πουλιόπουλου.
Πολλά τα θεματικά του υποστρώματα αλλά το Νοσοκομείο Σωτηρία
είναι πρωτίστως μια ειρωνική ματιά, ένας εξορκισμός απέναντι στον φόβο του
θανάτου, τον πιο εγωιστικό ίσως ανθρώπινο φόβο που όμως με τον συγγραφικό
χειρισμό αποφλοιώνεται από τη βιολογική, τη μεταφυσική και την ατομική του
διάσταση και αναδεικνύεται ως η πιο καθολική υπαρξιακή και κοινωνική εμπειρία
του ανθρώπου: ένας κοινόβιος φόβος, για να θυμηθούμε το συνταρακτικό Κοινόβιο
του Μάριου Χάκκα, έργο με το οποίο το μυθιστόρημα ανοίγει διάλογο.
Ο τίτλος είναι και συμβολικά σωτηριολογικός, αν και με τα
λόγια του συγγραφέα «δεν υπάρχει σωτηρία στο Σωτηρία» (σ. 76). Παρότι
ετεροτοπία, το νοσοκομείο, «αυτό το μεγάλο σχολείο της ζωής, όπου μαθαίνουμε
όλοι, σωματικά, την κοινή μοίρα της ανθρώπινης τρωτότητας, η οποία αποτελεί
ακριβώς την πηγή της ανθρωπιάς μας, του ψυχικού συμμερισμού και της αγάπης», όπως
γράφει ο Ζουμπουλάκης στο δικό του πρόσφατο βιβλίο, παραμένει καθρέφτης της
κοινωνίας.
Θραυσματική αφήγηση στα συντρίμμια της ιστορίας
Μορφικά, η επιλογή της θραυσματικής και κατακερματισμένης
αφήγησης είναι απολύτως λειτουργική. Ήδη από τον Μπένγιαμιν η αποσπασματικότητα
υποδηλώνει την αίσθηση ότι η νεωτερική εμπειρία δεν μπορεί να αποδοθεί ως
ενιαία και συνεχής. Ο σύγχρονος κόσμος είναι κατακερματισμένος, γεμάτος
σκόρπιες εικόνες και μνήμες. Και επομένως η αλήθεια δεν μπορεί να αναδυθεί ως
ένα ολοκληρωμένο σύστημα παρά μέσα από θραύσματα και συνδέσεις ετερογενών
στοιχείων. Έτσι και η γραφή του Χατζημωυσιάδη συναρμολογεί τα υλικά της σαν ένα
«μοντάζ ιστορίας» όπου ο αφηγητής διασώζει στιγμές από τα συντρίμμια της.
Η αφήγηση χρησιμοποιεί πραγματικά και επινοημένα τεκμήρια
και ενσωματώνει τον ποιητικό, τον ημερολογιακό, τον επιστολικό ακόμα και τον
κριτικό λόγο σε μια πολύπτυχη σύνθεση, συνεκτική παρά τη χαλαρότητά της. Το
μυθιστόρημα ακολουθώντας μια δυναμική τάση της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας
βασίζεται στην έρευνα, την οποία θεματοποιεί με τις χαρές και τις ματαιώσεις
της, ενώ κρίσιμο δομικό στοιχείο είναι η έννοια του «αρχείου». Ο αφηγητής
αναζητά σε οικογενειακά και δημόσια νοσοκομειακά αρχεία, ανάμεσα σε μισόλογα,
μυστικά και σιωπές, κρυμμένες αλήθειες για άλλους (ή μήπως για τον εαυτό του;):
για τον παππού Μωυσή (μια φασματική μορφή που από πολιτικός εξόριστος στην
Ανάφη στα χρόνια του Μεταξά και δηλωσίας στην Κατοχή καταλήγει μέσω του
νοσοκομείου Σωτηρία στο ψυχιατρείο της Λέρου και το Δρομοκαΐτειο), για τη
γυναίκα του, για την Πολυδούρη και τη Φιλησία των έξι όλων κι όλων ποιημάτων.
Στις σελίδες του μυθιστορήματος παρελαύνουν και άλλοι διάσημοι τρόφιμοι του
Σωτηρία: ο κομμουνιστής ποιητής Ιωσήφ Ραυτόπουλος, ο Νίκος Μπελογιάννης, ο
Νίκος Πλουμπίδης, η Σωτηρία Μπέλλου, ο Γιάννης Ρίτσος…
Αν υπάρχει ένα στοιχείο που θερμαίνει την τεκμηριωτική
μεταμυθοπλασία του Χατζημωυσιάδη είναι η ρυθμικότητα και το νεύρο της αφήγησης.
Ο συγγραφέας κατέχει την τέχνη να κρατά ζωηρό το αναγνωστικό ενδιαφέρον. Από την
άποψη αυτή ίσως δεν του χρειάζονται όλα τα εντυπωσιοθηρικά δεκανίκια που
μεταχειρίζεται (αυτοκτονία, ακυρωμένη πατρότητα, αναζήτηση του πραγματικού
πατέρα με τη δημιουργία λογαριασμού της νεκρής συζύγου στα σόσιαλ). Ο χειρισμός
του χρόνου είναι επίσης δυναμικός, με διαρκή φλας μπακ που ανασύρουν παιδικές
και ενήλικες αναμνήσεις σε θολές αλλά γοητευτικές συνδέσεις, όπως η καθαρίστρια
μάνα του αφηγητή που επανέρχεται τρόπον τινά με την αινιγματική μορφή της
καθαρίστριας του νοσοκομείου.
Έξοδος από τη μοναξιά της αρρώστιας
Ένας κρίσιμος άξονας του βιβλίου είναι η παρουσία των
επάλληλων στρωμάτων της Ιστορίας με κορυφαίες στιγμές την απόδραση των 56
Ακροναυπλιωτών κομμουνιστών-κρατουμένων από το Σωτηρία (7.4.1943) και την
εκτέλεση 283 ανάπηρων πολέμου από τα τάγματα ασφαλείας και μονάδες των Ες-Ες
(30.11.1943). Στα νοσοκομεία, εκεί που πονάμε και υποφέρουμε εμείς σήμερα,
κάποιοι άλλοι υπέφεραν στο παρελθόν. Ο αφηγητής παρηγορείται με τη σκέψη ότι η
Πολυδούρη και ο Ρίτσος έβλεπαν τα ίδια δέντρα. Εξέρχεται έτσι από τη μοναξιά της
ασθένειας και συνδέεται με την Ιστορία. Το αίσθημα του θανάτου μαλακώνει, ποτέ
όμως δεν νικιέται. Στους «χρονότοπους της αρρώστιας», εκεί που κάποτε ήταν η
πανώλη, η χολέρα και η ελονοσία, ύστερα η λέπρα και η φυματίωση, πιο πρόσφατα
το AIDS και ο κορονοϊός, και τώρα (και πάντα) η σχιζοφρένεια και ο καρκίνος, το
σώμα γίνεται «μια παλίμψηστη χωματερή της Ιστορίας». Ένα πεδίο βολής σημαδεμένο
από φυσικές και άλλες καταστροφές, προσημειωμένο από την οικογενειακή
μικροϊστορία και τη μεγάλη Ιστορία.
Ο Χατζημωυσιάδης έστησε ένα αξιανάγνωστο και καλά
οικονομημένο μυθιστόρημα που αγκαλιάζει τις μεγάλες οδύνες της ανθρώπινης
κατάστασης. Αν το σώμα δεν μας ανήκει πλήρως, όπως σημειώνει, ο πόνος είναι
προσωπικός, δεν μοιράζεται εύκολα. Ίσως μόνο η γραφή μπορεί να λειτουργήσει
παρηγορητικά ως διαδικασία πένθους ακόμα κι αν στο μυθιστόρημα είναι σκόπιμα
αδιόρατο το τι ακριβώς πενθεί ο αφηγητής. Στο τέλος πάντως πεθαίνει «έμπλεος
ποίησης και Ιστορίας», φέρνοντάς μας στον νου τα λόγια του Δημήτρη Χατζή ως
στοιχεία ποιητικής: «Η Ιστορία – ήταν ο ένας μου δάσκαλος, ο άλλος ήταν η
λύπη».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου