2.11.26

Θωμάς Κοροβίνης ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΗ ΜΗΧΑΝΙΩΝΑ


-αφιερωμένο στον αγώνα των αλιέων για επιβίωση-
Το δωμάτιο που μεγάλωσα αντίκριζε κατάφατσα τις απέναντι ακτές της Πιερίας, μόλις ξυπνούσα, προτού χαράξει άνοιγα διάλογο με τον Μύτικα, κάθε μέρα κουβέντιαζα με τους δώδεκα θεούς, δεν είναι ξιπασιά, πολύ φυσικά γινόταν, θα έλεγα κάποτε στο Νίκο Παπάζογλου, έχω νταλαβέρι με την κορυφή του Ολύμπου, φίλε, αλήθεια ρε, ναι, τους έκανα και σινιάλο, από κάτω, απ’ το καφενείο μας «Ο Μπάτης» ακουγόταν το πρωϊνό νταβαντούρι, άνοιγε ο πατέρας απ’ τις έξι, μπούκαραν οι βαρκάρηδες κι οι ανεμοτρατάρηδες για καφέ, κατά το γούστο του ο καθείς, καμιά μέντα, κονιάκ ή μπερδεμένο, από προσφάι ούτε ψίχα, ακούγονταν ευχές και κατάρες, προσευχές και βλαστήμιες, καλαμπουράκια κι αψιμαχίες, ανάλογα πως είχε στραβοκοιμηθεί ή καλοξυπνήσει ο πάσα εις, κατέβαινα να ψευτοβοηθήσω προτού ξεκινήσω για το σχολειό, βαρύθυμος η αλήθεια, τις παραγγελίες τις έπαιρνα για προσταγές, δε γουστάρω ούτε να με διατάζουν, ούτε να διατάζω, τη συνομιλία επιζητώ, μα πού να συνεννοηθείς τη σήμερον ημέρα, ο άλλος τις προάλλες με ρωτούσε στα σοβαρά μήπως την οδό Αισχύλου όπου διαμένει την έβγαλαν έτσι γιατί, λέει, τη νύχτα τριγυρίζουν εκεί πολλά σκυλιά, τι σκύλου, τι Αισχύλου, τι αισχήμονος, τι ασχήμονος, έλα δω να σου πω μου λέει ένα μπάρμπας, το χαϊδευτικό του ο Αξούριστος, Τσεσμελής ήτανε, έχω μια βάρκα εκειδά στο ακρογυάλι, χρονίσια, ήτανε ξεκοιλιασμένη, ήντα να τήνε κάμω, ήβαλα και τη μερεμετίσανε, σουλουπώθηκε, μου τήνε κάμανε σένια, θα την αμολύσω αύριο, μα να τήνε βάψω πιο μπροστά, εγώ γράμματα δεν ηξέρω, εσύ είσαι του Δημοτικού, έλα το απόγιομα να γράψεις, σου ’χω και μπογιά, πράσινο το σκαφάκι μου, κόκκινη η λεζάντα, και σαν τί να γράψω, θείο, «αχ, κακούργα μ’ έκαψες, αχ, ρουφιάνα, μ’ έφαγες», μα αυτό δεν κάνει για όνομα βάρκας, παντρεμένος άθρωπος, με τέσσερα εγγόνια, όχι, αυτό να γράψεις, είμαι κατακαμένος, εντάξει, πήγα, του ’κανα το κέφι, ωραία απασχόληση, και φεύγοντας τον ρωτώ σαν τι καιρό θα κάνει αύριο, ε διάολε, ξέρεις και γράμματα σπουδάματα, δε βλέπεις που οι γλάροι πετούνε χαμηλά, ο καιρός θα χαλάσει, ήντα πάτε στο σχολείο, αδιαφόρετα, έγραφα κι άκουγα τη Γιώτα Λύδια απ’ το τρανζιστοράκι, με τη μελένια φωνή, «Κλέφτη ψαρά, συ μου πήρες την καρδιά», έκαναν συντροφιά τα τραγούδια στις κοπέλες τις ανύπαντρες που δούλευαν μεροκάματο μερεμετώντας τα δίχτυα στα κεφαλόσκαλα, κατά τις οχτώ το πανηγύρι της ψαροσύνης σχολούσε, είχαν βγει όλοι τους στο κόλπο, κατέβαινε από κανένας γεωργός, κανένας επαγγελματίας για το καφεδάκι του, αλλά αυτοί δεν είχαν τόσο ενδιαφέρον, όλο το γούστο το είχαν οι θαλασσινοί, λεβεντιές οι πιο πολλοί, η μοναξιά του αλμυρού νερού σε μορφώνει, σε συνετίζει κι όταν πατάς στεριά θες ν’ ανοίξεις την καρδιά σου, να κάνεις την πλάκα σου και να το κάψεις, το βράδυ μαζεύονταν πάλι, πρέφα, ξερή, σκαμπίλι, ουζομεζέδες, μπίρες κι αβέρτα τραγούδι λαϊκό, μερακλίδικο, μερικοί δε σηκώνονταν απ’ το χαρτί ή απ’ το πιοτί, τους ζητούσαν οι κυράδες τους, με τρόπο, όχι προσβολές, γιατί θα την πλήρωναν άσχημα, έπεφτε και μπερντάχι τότε, αλλά όχι γυναικοκτονίες με ψύλλου πήδημα, α πα πα, γι’ αυτό οι κυράδες τουμπεκί, εξόν από καμιά ζόρικια που δε μασούσε, το πρωί τα ίδια, έβγαιναν να ρίξουν δίχτυα, τα μάζευαν, επέστρεφαν, είχε να θρέψει ο Θερμαϊκός, τόσους κι άλλους τόσους, τι μπερεκέτι ήταν εκείνο, και μαρίδα και γαρίδα, και γοπάρες και μυδάρες, και μπαρμπουνάρες και αστακοκαραβιδάρες, είχαμε κι έχουμε στη Μηχανιώνα τον πιο δυνατό στόλο από κάθε τύπου αλιευτικό σκάφος, Νέα Μηχανιώνα Θεσσαλονίκης, απόγονοι προσφύγων απ’ τον Τσεσμέ της Σμύρνης, απ’ την παλιά Μηχανιώνα, απ’ την Καστέλλα, απ’ τα’ Αβδήμι, απ’ την Ηράκλεια του Μαρμαρά, σαν το μπάρμπα Γιάννη τον Ξυνογαλά, που τόσο όμορφο γέροντα δεν έχω ματαδεί, Μηχανιώνα, ναι, η πατρίδα μου, η αλιευτική πρωτεύουσα της χώρας!

Δεν υπάρχουν σχόλια: