4.11.26

Αλέκος Παναγούλης: Ένας καθόλου δεδομένος ήρωας


Βαγγέλης Ζιώγας

 Δημήτρις Γαρρής Ο τελευταίος ήρωας. Η συγκρότηση της μνήμης του Αλέκου Παναγούλη (1968-1981),εκδόσεις: Θεμέλιο, 2026

Ξυπνώντας κάθε μέρα σ’ έναν κόσμο βαθιά αντιηρωικό, μία σκέψη ξεπηδά στον νου μου. Υπάρχουν πια ηρωικές φιγούρες που εμπνέουν πολλούς; Και αν όχι, γιατί δεν υπάρχουν; Υπήρχαν κάποτε; Γιατί υπήρχαν; Τι ακριβώς έκαναν; Εύλογες απορίες που οδηγούν στη συνειδητοποίηση ότι η ίδια η έννοια

του ηρωισμού έχει τη δική της ιστορικότητα. Σκέφτομαι ότι τελικά λίγες είναι εκείνες οι φυσιογνωμίες που έχουν πραγματικά συνδεθεί με την ιδιότητα του ήρωα. Και ακόμη λιγότερες εκείνες οι οποίες τυγχάνουν καθολικής αναγνώρισης.

Διαβάζοντας το βιβλίο του Δημήτρι Γαρρή Ο τελευταίος ήρωας. Η συγκρότηση της μνήμης του Αλέκου Παναγούλη (1968-1981) αντιλαμβανόμαστε ότι μια τέτοια περίπτωση ήταν αναμφίβολα ο Αλέκος Παναγούλης, ο άνθρωπος που για λίγα μόλις δευτερόλεπτα δεν κατάφερε να ανατινάξει εγκαίρως το αμάξι στο οποίο επέβαινε ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος. Το περιστατικό πασίγνωστο. Αρκούσε, όμως, άραγε η πράξη από μόνη της για να δημιουργήσει έναν ήρωα; Με εμφατικό τρόπο ο συγγραφέας απαντά αρνητικά. Αντιθέτως, μελετώντας τις μηχανικές της ηρωοποίησης, υποστηρίζει ότι η καθιέρωση του Παναγούλη ως συμβόλου της δημοκρατίας δεν αποτέλεσε μια γραμμική διαδικασία αλλά μια κυματώδη πορεία, άρρηκτα συνδεδεμένη με τις ενδεχομενικότητες του αντιδικτατορικού αγώνα και των πρώτων ετών της Μεταπολίτευσης.

Επιτυχής ισορροπία επιστημονικής στιβαρότητας και αφηγηματικής ευχέρειας

Ήδη από το αρχικό ξεφύλλισμα, ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με τις αρετές του βιβλίου. Η πρώτη είναι, σαφώς, η γραφή του. Το κείμενο έχει χαρακτήρα και ρέει αβίαστα, πετυχαίνοντας μια δύσκολη ισορροπία μεταξύ επιστημονικής στιβαρότητας και αφηγηματικής ευχέρειας. Πέραν αυτού, κρίσιμη είναι η περιοδολόγηση του διαστήματος 1968-1981 σε τρεις υποπεριόδους: 1968-1973, 1973-1976 και 1976-1981. Πρόκειται για μια εύστοχη οριοθέτηση, κατ’ αρχάς από ιστοριογραφική άποψη· κάθε μελέτη που δεν αντιμετωπίζει τη χούντα ως περίκλειστη επταετία αλλά την εντάσσει σε πιο μακροσκοπικές οπτικές μάς βοηθά να ανοίξουμε τον φακό μας, σπάζοντας τον «γύψο». Συνάμα, η περιοδολόγηση είναι έξυπνη και από μεθοδολογική άποψη. Η επιλογή να τεθεί ως σημείο τομής η αποφυλάκιση του Παναγούλη το 1973 και όχι ένα πιο προφανές και «εύκολο» ορόσημο, όπως η πτώση του καθεστώτος το 1974, εμπλουτίζει και ενισχύει το ερμηνευτικό σχήμα του Γαρρή. Τέλος, αξίζει να σταθεί κανείς στο αναλυτικότατο ευρετήριο των τελευταίων σελίδων. Σε ένα τέτοιο πόνημα που βρίθει από αναφορές σε πρόσωπα, τοπόσημα και οργανώσεις, η επιμελημένη κατάρτιση ενός τέτοιου εργαλείου είναι ασφαλώς απαραίτητη και εγγράφεται σε μια θετική πρακτική που ακολουθούν, πλέον, οι περισσότερες ιστορικές εκδόσεις.

Το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου αφορά το διάστημα από την απόπειρα κατά του Παπαδόπουλου, τον Αύγουστο του 1968, έως τη γενική αμνηστία του αντίστοιχου μήνα το 1973. Ο αναγνώστης εξοικειώνεται γρήγορα με ένα από τα κεντρικά επιχειρήματα του βιβλίου, ότι δηλαδή η απόπειρα δεν θα μπορούσε να καταστεί ικανή συνθήκη που θα ενεργοποιούσε τη διαδικασία ηρωοποίησης του Παναγούλη. Τουναντίον, κατά τους πρώτους μήνες, η πράξη per se, λόγω της δυναμικής φύσης της, λειτουργούσε ως τροχοπέδη για την αποδοχή ενός άγνωστου, μέχρι εκείνη τη στιγμή, νεαρού. Έπρεπε να φτάσουμε στη δίκη του Νοέμβρη 1968 και στην εκφώνηση της –έκτοτε μυθικής– απολογίας του, ώστε ο Παναγούλης να εξυμνηθεί ευρέως ως ήρωας, τάση που εντάθηκε κατά τα επόμενα έτη, λόγω των βασανιστηρίων που υπέστη και της αλύγιστης στάσης που τήρησε. Εδώ ο Γαρρής δεν εγκλωβίζει την οπτική του σε μια λογική περιπτωσιολογίας. Αντιθέτως, εντάσσει τη ρητορική γύρω από τον λευκαδίτη αντιστασιακό στη γενικότερη μάχη για την ευαισθητοποίηση της διεθνούς κοινότητας στο ζήτημα της καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τη δικτατορία. Κάπως έτσι η χειρουργική αποκόλληση της –για πολλούς– δύσπεπτης βομβιστικής ενέργειας από το πρόσωπο «Παναγούλης» στέφθηκε από επιτυχία.

 

Οικουμενικό, αλλά όχι μοναδικό σύμβολο

Στο δεύτερο κεφάλαιο το αφηγηματικό μικρόφωνο περνά στον ίδιο τον Παναγούλη, ο οποίος, μετά την αποφυλάκισή του και τη φυγή του στο εξωτερικό, κατόρθωσε, παρότι κεντρώος, να δομήσει υπερκομματικούς δεσμούς που τον κατέστησαν μεν οικουμενικό σύμβολο, όχι όμως και το μοναδικό, ούτε καν το κυρίαρχο. Μια από τις εκπλήξεις που περιμένουν τον αναγνώστη είναι ότι η ένδοξη φήμη του παραλίγο τυραννοκτόνου στο διάστημα 1973-1976 γνώρισε μια μάλλον απρόσμενη ύφεση έναντι άλλων ηρωικών και πιο απρόσωπων υποκειμένων, όπως οι εξεγερμένοι του Πολυτεχνείου. Ο Γαρρής αναλύει το πώς, παρά τις διαδοχικές απογοητεύσεις του –και ίσως ως αποτέλεσμα αυτών– ο Παναγούλης επιδίωξε τη συντήρηση, αν όχι ενίσχυση, της αυτοεικόνας του ως ήρωα, κυρίως μέσω της τρόπον τινά αναβάθμισης του ρόλου του σε τιμωρό της δικτατορίας στο πλαίσιο της αποχουντοποίησης. Αποκορύφωμα του αγώνα του ήταν η περίφημη ιστορία των αρχείων της ΕΣΑ, με την εμπλοκή του Ευάγγελου Αβέρωφ, του νέου «villain» που καλούνταν να αντιμετωπίσει ο ήρωάς μας. Πιάνοντας το νήμα από το προηγούμενο κεφάλαιο, ο συγγραφέας αναδεικνύει ότι οι τονικότητες των ηρωοποιητικών διεργασιών, παρότι αφορούν ατομικότητες, είναι απαραίτητο να ιδωθούν ως ψηφίδα ενός πλατύτερου διακυβεύματος.

Από την ηρωοποίηση στην ηρωολατρία

Το στίγμα του κατοπινού και τελευταίου κεφαλαίου δίνεται ήδη από την πρώτη παράγραφο, διά της γραφής της συντρόφου του Παναγούλη, Οριάνα Φαλάτσι: «Δεν υπάρχει ζωντανός ήρωας που να αξίζει όσο ένας νεκρός ήρωας». Πράγματι. Το κεφάλαιο θα μπορούσε να χωριστεί σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος παρακολουθούμε την καταιγιστική συζήτηση στη δημόσια σφαίρα ύστερα από το μυστηριώδες τροχαίο που στοίχισε τη ζωή στον Παναγούλη, την Πρωτομαγιά του 1976, και την άμεση έριδα ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις για τη διεκδίκηση της μνήμης του. Η ποικιλόμορφη σύνθεση των διεκδικητών δεν προξενεί εντύπωση, καθώς η δομημένη αφήγηση των προηγούμενων κεφαλαίων έχει οδηγήσει αρμονικά σε αυτό το σημείο. Το δεύτερο μέρος του κεφαλαίου καταπιάνεται με τις μνημονικές πρακτικές των επόμενων ετών και τη μετάβαση από τη φάση της «ηρωοποίησης» σ’ αυτήν της «ηρωολατρίας». Μνημόσυνα, μνημεία, τραγούδια, φεστιβάλ, βιβλία συνθέτουν ένα μνημονικό μωσαϊκό γεμάτο πολυπρισματικές νοηματοδοτήσεις, ενίοτε αντιθετικές μεταξύ τους, ως είθισται εξάλλου σε οτιδήποτε ή οποιονδήποτε κατακτά μια οικουμενική απεύθυνση. Από τα διάφορα επεισόδια, εκδηλώσεις ή πράξεις, αξίζει να σταθεί κανείς στο Ένας άντρας, το βιβλίο που συνέγραψε η Φαλάτσι για τον νεκρό σύντροφό της, και την εμβριθή ιστορική και, ενίοτε, φιλολογική προσέγγιση που υιοθετεί ο Γαρρής. Πρόκειται για το πιο μαστορεμένο σημείο του κεφαλαίου. Ενδεχομένως, βέβαια, δεδομένης της σημαντικότητας του έργου της ιταλίδας δημοσιογράφου, θα ήταν χρήσιμη για τον αναγνώστη μια περισσότερο κατατοπιστική πλαισίωση της σχέσης Παναγούλη-Φαλάτσι ή έστω μια μικρή βιογραφική ανασκόπηση της τελευταίας.

Εν κατακλείδι, το βιβλίο του Δημήτρι Γαρρή διακρίνεται για την πειστική επιχειρηματολογία του, την καινοτόμα ματιά και τη γοητευτική σκηνοθεσία του. Ταυτόχρονα, όπως κάθε αξιοδιάβαστο πόνημα, έτσι και ο Τελευταίος ήρωας μας προσκαλεί να αναλογιστούμε μια σειρά από επιμέρους ζητήματα όπως –εντελώς ενδεικτικά– τη σχέση μεταξύ πρώτης και δεύτερης περιόδου του αντιδικτατορικού αγώνα, την ευπλαστότητα της έννοιας του «καλού αντιστασιακού» και του προτύπου δράσης, την ανθεκτικότητα ορισμένων γενεαλογιών και, φυσικά, την πολυπλοκότητα των επίδικων της πρώιμης Μεταπολίτευσης. Και κυρίως, απαντάται με σαφήνεια το βασικό ερώτημα γιατί και πώς ο Παναγούλης κατέστη αδιαμφισβήτητος ήρωας της δημοκρατίας. Είναι, όμως, και o τελευταίος ήρωας; Στον επίλογό του ο συγγραφέας παραθέτει μερικές στοχαστικές εκτιμήσεις περί ηρωισμού, απομάγευσης και απορομαντικοποίησης, μια παραγωγική συζήτηση την οποία θα άξιζε να δούμε λίγο περισσότερο αναπτυγμένη, δεδομένου, τουλάχιστον, και του τίτλου του βιβλίου.

Ας κλείσουμε με το εξής: Ο Γαρρής καταφέρνει ένα ακόμη σημαντικό. Αναδεικνύει δευτερεύουσες, φαινομενικά, λεπτομέρειες, που όμως συντελούν καίρια στην εικονογράφηση ενός «σπουδαίου Παναγούλη». Δεν στέκεται μόνο σε παραδοσιακές μεθόδους ανάλυσης του δημόσιου λόγου. Κινείται πέραν αυτών, θυμίζοντάς μας ότι στη μελέτη μνημονικών και ηρωοποιητικών επιτελέσεων δεν χωρούν σνομπισμοί. Έτσι, στοιχεία όπως μια χαρτοπετσέτα, μια Κάντιλακ και ένα σωσίβιο όχι απλώς δεν παραμελούνται, αλλά μπολιάζουν οργανικά την αφήγηση. Μικρά πράγματα με μεγάλες συνδηλώσεις οι οποίες δημιουργούν μια τρόπον τινά αισθητηριακή ταύτιση με τον ήρωα. Χάρη σε αυτές τις λεπτομέρειες, ο εκάστοτε νυν υπέρ πάντων αγών του πρωταγωνιστή διαρθρώνεται μέσα από τολμηρές περιπέτειες. Περιπέτειες που θα ζήλευε μέχρι και ο μυθιστορηματικός Γιώργος Θαλάσσης, ο θρυλικός «Μικρός Ήρως».

https://epohi.gr/articles/alekos-panagoylis-enas-katholoy-dedomenos-iroas/

Δεν υπάρχουν σχόλια: