24.12.16

Το σύννεφο των Χριστουγέννων – του Γιώργου Μητά



Μπροστά του στέκονταν οι  γονείς του, ολοζώντανοι, και του μιλούσαν. Ένα αίσθημα ευφροσύνης τον κυρίευσε. δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τις λέξεις, ο ήχος όμως της φωνής  ηρέμιζε την ψυχή του, το βλέμμα τους ήταν χάδι τρυφερό. Το δωμάτιο θύμιζε πολύ το δωμάτιο των παιδικών του χρόνων στο Παγκράτι, αυτό που στοίχειωνε  τα όνειρά του για χρόνια αφότου άφησαν τη γειτονιά. Πρόσεξε ότι τα μαλλιά του πατέρα του ήταν κατάμαυρα, ο λαιμός της μητέρας του κομψός σαν μίσχος λουλουδιού. Είδε τον πράσινο καναπέ που είχε φιλοξενήσει αμέτρητα παιχνίδια και όνειρα στην τριμμένη αγκαλιά του, περισσότερα από εξήντα χρόνια πριν, και πήγε και κουλουριάστηκε πάνω του. Κάπου κοντά ακούστηκαν τα γέλια και οι φωνές των αδελφών του. Τί απρόσμενο δώρο! Όλοι μαζί και πάλι,  ο χρόνος έξω από την πόρτα του σπιτιού.  Ένα ζεστό κύμα ανάβλυσε από το στήθος του και τον τύλιξε ολόκληρο. Οι πόνοι χάθηκαν. Ο Χρήστος έκλεισε τα μάτια.

Η νοσοκόμα της βάρδιας τον βρήκε λίγο μετά τις δέκα το βράδυ. Στο νεκρό βλέμμα δεν υπήρχε αγωνία, το στόμα είχε παγώσει σ’ ένα αχνό χαμόγελο. Την επομένη ο εβδομηντάχρονος, που είχε κλείσει μήνα στον θάλαμο, θα γιόρταζε την ονομαστική του εορτή. Η κοπέλα πέρασε το χέρι της πάνω από τα βλέφαρά του, ύστερα έσκυψε και άφησε στο μέτωπο του ένα φιλί.
Έξω στην έναστρη νύχτα, ο πεντάχρονος Χρήστος σταματούσε απότομα υποχρεώνοντας τους γονείς του να σταθούν. Ο μικρός είχε στυλώσει το βλέμμα σ’ ένα σημείο πάνω από τον «Ευαγγελισμό», ενώ μια έκφραση έκπληξης βάθαινε στο πρόσωπό του.  Οι γονείς του ακολούθησαν το βλέμμα του απορημένοι: ένα μεγάλο σύννεφο με ασυνήθιστο σχήμα έστεκε μονάχο στον ουρανό σαν καράβι στη σκοτεινή θάλασσα. Φέγγοντας  μ’ έναν αλλόκοτο φωσφορισμό, μόλις λίγες δεκάδες μέτρα πάνω από τις κεραίες της οροφής, το  παράξενο νέφος έμοιαζε να σκέπει το νοσοκομείο. Έμειναν για λίγο αμίλητοι να κοιτάζουν την όμορφη εικόνα, με τις ανάσες τους ν’ αχνίζουν στην παγωνιά. Μετά ο άντρας αναφέρθηκε φωναχτά στα δώρα και τις λιχουδιές που τους περίμεναν στο σπίτι και, κλείνοντας το μάτι στη γυναίκα του, τράβηξε τον γιο του από το χέρι. Ο μικρός αντιστάθηκε. έδειχνε αποσβολωμένος, σαν να εκτυλισσόταν μπροστά στα μάτια του το πιο παράδοξο θέαμα.
Από το μυαλό του Χρήστου δεν πέρασε καν η σκέψη ότι οι γονείς του δεν μπορούσαν να δουν τον Άγιο Βασίλη, το καμωμένο από αστραφτερούς υδρατμούς έλκηθρο, τα ελάφια με  τα αργυρόλευκα κέρατα που κρύβονταν μέσα στις πυκνές τολύπες. Ώστε αυτό ήταν το μυστικό του Αγίου – ένα γιγάντιο σύννεφο!
Γύρισε και τους κοίταξε με λαχτάρα, ανίκανος ν’ αρθρώσει λέξη. Ο μπαμπάς έσκυψε και τον φίλησε, ύστερα τον σήκωσε με δύναμη ψηλά. Ο Χρήστος βούρκωσε. Άνοιξε τα χέρια του, αγκάλιασε τη μητέρα του και τον πατέρα του από το λαιμό και, σφίγγοντας τα μικρά του μπράτσα, φέρνοντας τα κεφάλια τους κοντά, ακούμπησε πάνω τους το δικό του.
Η ζωή που ανοιγόταν μπροστά του ήταν γεμάτη θαύματα.
 http://frear.gr/?p=16122

Δεν υπάρχουν σχόλια: