«κι ο νεκρός δεν πέθανε την ορισμένη ώρα» - Μ.ΑΝ.
[ Το κείμενο αυτό τώρα περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Μάρκου Μέσκου ''Εν Βοδενοίς'', Κείμενα εκτός εμπορίου από την ενδοχώρα της Έδεσσας, εκδ. Φ.Σ.Εδεσσας ''Μ. Αλέξανδρος''- ΔΗ.Κ.Ε.Δ.Ε., 2016]
Ι. Έχετε ‘δεί ανθισμένη αχλαδιά στην Έδεσσα; Μικρός, στρογγυλός ο καρπός (δεν είναι «κοντούλες», δεν είναι «καμπάνες» -δεν ξέρω την καταγωγή τους), κιτρινίζει σαν ωριμάσει, κάτι πιο μεγάλο από τα ρούπκα κεράσια, φαίνονται τούφες-τούφες οι καρποί στο κλωνάρι, πλάι στα στρογγυλά, επίσης, φύλλα –γλυκός στην ώρα του πολύ. Μα πριν η ανθοφορία: στο μπουμπούκι απάνω, εκεί που ανοίγει, ένα ‘λαφρύ ρόζ παρθενικής παρειάς, λίγο-λίγο το άνοιγμα αθέατο (της νύχτας δουλειά και του καλού καιρού), ώσπου τέντωναν τα πέταλα πλαγιάζοντας και οι καρπεροί στήμονες όρθιοι στο κέντρο. Φουφούλες λευκές γύρω-γύρω τα πέταλα –θυμάσαι; -φύσαγε βοριαδάκι, γινόταν λευκό στην πλεύση του καθώς πεταλοροούσε ο ανθός ωριμασμένος. Τότε, σεντόνι λευκό καταγής και πάνω στο δέντρο οι καρποί όσο ένα καράμπομπο άγουρο –μια τέτοια εποχή λοιπόν πέρασε από τις αχλαδιές μαθητής του μικρού ωδείου κι έφερε στο δάσκαλό του ένα πατρόν (χαρτί που το βρήκε τυχαία στη












