Αλεξάνδρα Κορωναίου
https://www.efsyn.gr/tehnes/ekdoseis-biblia/496041_xerizonontas-ti-siopi
Η γνωστή Νομπελίστρια Annie Ernaux έχει εκφράσει πολλές
φορές την άποψη πως η γραφή είναι το
ίχνος μιας ματιάς στον κόσμο, πως είναι σα να ξεριζώνεις κάτι από τη σιωπή
(«L’écriture comme un couteau», συνέντευξη στον Frédéric-Yves Jeannet, Paris,
Gallimard, 2011).
Αυτό ακριβώς κάνει η Φωτεινή Τσαλίκογλου στο πρόσφατο βιβλίο της « Ο Ιωσήφ ήρθε μετά» (εκδ.
Καστανιώτη, 2025) ξεριζώνοντας από τη σιωπή τα πολλαπλά τραύματα μιας οικογένειας σημαδεμένης από αυτοκτονίες, φόνους, ψυχικές διαταραχές, βιαιότητες αλλά και απέραντες τρυφερότητες και ευαισθησίες.Η οικογένεια του Μάρκου Βεργωτή και της Ανθής Σέκερη, της
Θάλειας και του Ιωσήφ, θα μπορούσε να είναι μια οποιαδήποτε ελληνική
οικογένεια. Γιατί η οικογένεια για την συγγραφέα δεν είναι απλώς ένας θεσμός,
αλλά ένας τόπος κληρονομημένων τραυμάτων και οδύνης, αγάπης και ενσυναίσθησης.
Ένας τόπος που ο λόγος της Φωτεινής Τσαλίκογλου
μάς καλεί να εξερευνήσουμε ως φορέα μετάδοσης, μετασχηματισμού,
αποσιώπησης αλλά και μετουσίωσης του τραύματος, της αρρώστιας, του κακού.
Αυτό που καθηλώνει τον αναγνώστη σε αυτό το μυθιστόρημα
είναι η συγκρατημένη και αποσπασματική αφήγηση της συγγραφέως που δεν επιδιώκει
να εξηγήσει ή να αποκαταστήσει τα γεγονότα. Αντιθέτως, αποδέχεται ήρεμα την
αδιαφάνεια ορισμένων εμπειριών, ιδιαίτερα εκείνων που σχετίζονται με την ψυχική
νόσο και το βίαιο θάνατο. Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, που ωθεί σε μια
προσεκτική αλλά και ανοιχτή ανάγνωση, μια ανάγνωση που αφήνει χώρο στα κενά,
στις σιωπές, στις αβεβαιότητες.
Διαβάζοντας το βιβλίο της Φωτεινής Τσαλίκογλου ένιωσα την
απόλαυση ενός κειμένου που δεν επιδιώκει την επιβολή κάποιου ενιαίου νοήματος,
την εκφορά ενός μηνύματος. Είναι εκείνη η απόλαυση που προκαλεί το λογοτεχνικό
έργο ως «κοινός» τόπος σκέψης και συναισθήματος στον οποίο ο καθένας ξεχωριστά
μπορεί να αναγνωρίζει κάτι, όχι απαραίτητα από τη δική του ιστορία, αλλά από
μια κοινή ανθρώπινη εμπειρία. Μια εμπειρία στην οποία η συγγραφέας δίνει
ορατότητα μέσω μιας γραφής που έχει
συνείδηση πως αυτό που αγγίζει είναι εξαιρετικά εύθραυστο. Μιας γραφής χωρίς
εντυπωσιασμούς και αυταρέσκειες.
Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του μυθιστορήματος είναι οι
εκφραστικές μορφές που χρησιμοποιεί η
συγγραφέας για να περιγράψει τα
τραυματικά γεγονότα που σημαδεύουν τον ερχομό του Ιωσήφ στον κόσμο. Δύο έχουν
βαρύνουσα σημασία: ο υποθετικός λόγος και η δομή της χρονικότητας.
Ο υποθετικός λόγος, που συχνά εκφέρεται από τους ήρωες όταν
βρίσκονται στην παιδική τους ηλικία, αναπαριστά λογοτεχνικά τις στιγμές που τα
τραύματα είναι αδύνατο να ειπωθούν και η φυγή προς μια άλλη πραγματικότητα
προβάλλει ως ο μοναδικός δρόμος υπέρβασης ή επούλωσής τους.
Έτσι, μπροστά στην αυτοκτονία της μητέρας της, η ηρωίδα του
μυθιστορήματος, η Θάλεια, ανοίγει ένα διάλογο με τη νεκρή μητέρα:
«Αν-λέω: αν - ερχόσουν για λίγο κοντά μου…δεν έχει μείνει
κανείς. Οι νύχτες είναι αβάσταχτες[…] Αν φτιάξω ένα ρούχο με λέξεις και σιωπές;
Ένα ελαφρύ πανωφόρι με καλοδουλεμένη ύφανση και ίνες αραιές να τρυπώνει κρυφά
το φως;»
Η απώλεια της μητέρας και αργότερα του πατέρα, τα βίαια
ξεσπάσματα και ο φόνος που διαπράττει ο Ιωσήφ δεν είναι τα πρωταρχικά τραύματα.
Πρωταρχικό είναι το τραύμα της έλλειψης της αγάπης που σημαδεύει βαθιά την
ταυτότητα των παιδιών αλλά και την παιδική ηλικία των ενηλίκων. Δεν πρόκειται
απλώς για την καθεαυτή απουσία στοργής αλλά για το ότι το παιδί δεν κατανοεί
αυτή την απουσία, δεν διαθέτει εξηγήσεις και ερμηνείες ακόμα κι αν κατέχει τις
λέξεις. Το συναισθηματικό κενό γίνεται τότε τόπος υποθετικών σκέψεων.
«Πες μου γιαγιά, Αν ήξερες θα το έριχνες»;/ «Αν είχα να
διαλέξω, θα έλεγα καλύτερα να πάθω κάτι παρά να προκαλέσω εγώ κακό στον άλλο /
Αν κρατώ ένα μαχαίρι στα χέρια μου και μια μυστική παρόρμηση με σπρώξει να το
καρφώσω στην καρδιά του Ιωσήφ, θέλω να θέλω να μαχαιρώσω εμένα και όχι να βλάψω
εκείνο / Μαμά, αν δεν είχε γεννηθεί ο Ιωσήφ…πώς θα ήταν, πώς θα ήταν αν ήταν
πεθαμένος;»
Ο υποθετικός (εσωτερικός) παιδικός λόγος εκπληρώνει εδώ μια
επουλωτική λειτουργία καθώς το παιδί (Θάλεια) δεν μπορεί να ονοματίσει την
αιτία της κακού. Μπορεί μόνο να απαλύνει την οδύνη, τη δυσφορία, την αγωνία μπροστά
στο κακό που επαναλαμβάνεται.
Μέσω αυτού του λόγου η συγγραφέας αναδεικνύει πως η
«ασθένεια» δεν φωλιάζει στο ίδιο το τραυματικό γεγονός αλλά στη σιωπή που το
περιβάλλει. Στις συναισθηματικές σκιές, στο κενό που αφήνουν τα πραγματικά
γεγονότα - η μητέρα που χάνει το δεύτερο παιδί της, ο «ανανήψας» αριστερός
πατέρας, η προδοσία του αδελφού, ο βίαιος και βασανιστικός προς όλους Ιωσήφ. Η
έλλειψη αγάπης είναι η αόρατη πηγή του τραύματος, εκεί όπου αποτυπώνονται τα
ίχνη μιας μεταβιβαζόμενης, υπόγειας, αλλά ενεργής στο παρόν οδύνης. Ο υποθετικός
παιδικός λόγος είναι ο λογοτεχνικός
τρόπος επούλωσης της τραυματικής μνήμης: ονομάζει αυτό που απουσιάζει,
αντικαθιστά αυτό που αποσιωπάται, μεταμορφώνει την πραγματικότητα σε δυνατότητα
και κάνει τον αναγνώστη να (δι)αισθάνεται την ύπαρξη ενός οικογενειακού
μυστικού χωρίς ποτέ να το αποκαλύπτει ρητά.
Η γραφή της Φωτεινής Τσαλίκογλου δεν είναι θεραπευτική και
επανορθωτική. Είναι ένα εργαλείο διαύγειας μπροστά στο ανείπωτο, ένα εργαλείο
που επιτρέπει να κοιτάξει κανείς αυτό
που συμβαίνει χωρίς να στρέψει το βλέμμα αλλού.
Από αυτή τη σκοπιά, το συγκεκριμένο μυθιστόρημα, πολύ
περισσότερο από τα γνωστά λογοτεχνικά έργα της συγγραφέως, εντάσσεται στη
σύγχρονη λογοτεχνική παράδοση όπου γραφή σημαίνει περισσότερο κατανόηση και
λιγότερο παρηγοριά.
Η δεύτερη σημαίνουσα επιλογή της συγγραφέως είναι η δομή της
χρονικότητας: το πήγαινε-έλα στο χρόνο, τα σύντομα κεφάλαια, οι αιφνίδιες
χρονικές εναλλαγές που κινούνται ρυθμικά ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν
αποκαλύπτοντας σταδιακά τις παλαιές
αιτίες των τωρινών συμπτωμάτων.
Όταν η Θάλεια αφηγείται τη γέννηση του αδελφού της Ιωσήφ ή
την αυτοκτονία των γονιών της, το παρελθόν εισβάλλει στο παρόν, όχι με κάποια
χρονολογική συνέπεια αλλά με βάση μνήμες, αισθήσεις, συγκινήσεις που διατρέχουν
τρεις διαφορετικές γενιές: από το 1965 που γεννιέται ο Ιωσήφ στο 1909 που
γεννιέται ο Μάρκος Βεργωτής, ο σημαδεμένος από τα βαθιά τραυματικά γεγονότα
αυτού του τόπου πατέρας της οικογένειας: πόλεμος και εμφύλιος πόλεμος, εκτοπίσεις,
προδοσίες, «ανανήψεις» των αριστερών αγωνιστών. Κι ακόμα πιο πίσω στο χρόνο των παππούδων και
των γιαγιάδων και σε έναν απροσδιόριστο χρόνο, αυτόν που η Θάλεια περιγράφει με
τον τίτλο «προτού εγώ γεννηθώ».
Η σκηνοθετική σχεδόν ματιά της Φωτεινής Τσαλίκογλου πάνω στο
χρόνο επιτρέπει στο ατομικό και συλλογικό τραύμα να διεισδύει στο μυαλό και το
σώμα των απογόνων που φυσιολογικά δεν γνωρίζουν την προέλευσή του. Είναι σαν οι
θρυμματισμένες χρονικότητες της τραυματικής μνήμης να μην εξαφανίζονται ποτέ
αλλά να επανέρχονται, να επαναλαμβάνονται και, τελικά, να επιβάλλονται στο
παρόν.
Με τις αφηγηματικές της επιλογές η συγγραφέας υπαινίσσεται
διαρκώς πως η τραυματική μνήμη δεν είναι
απλή ανάμνηση του παρελθόντος αλλά μνήμη του παρόντος που εξακολουθεί να δρα
και να διαμορφώνει ταυτότητες. Η Θάλεια που έρχεται πρώτη στην οικογένεια -
συγκρατημένη, παρατηρητική, ευαίσθητη, λογική -
κι ο Ιωσήφ που έρχεται «μετά» - αυτό το κτήνος, το τέρας των τεράτων, η
«χασαπόμυγα» του πατέρα - είναι οι πρώτοι σιωπηλοί αναγνώστες της ιστορίας
τους, της αόρατης κληρονομιάς που τους μεταβιβάστηκε με μισόλογα και
αποσιωπήσεις, με όνειρα και εμμονικές διαταραχές.
Συμπερασματικά θα έλεγα πως το ότι «Ο Ιωσήφ έρχεται μετά»
δεν είναι τυχαία χρονική επιλογή. Μετά. Μετά από τι; Ως τι; Μάλλον μετά από όλα
εκείνα που οδήγησαν στο δικό του τραύμα ως σύμπτωμα μιας ευρύτερης ανισορροπίας
που γίνεται καθοριστική στο τέλος, όταν τα δύο αδέλφια, παρακολουθούν στην
τηλεόραση την κατάρρευση ενός ολόκληρου κόσμου, του πλανήτη μας.
«Τα δυο αδέλφια
παρακολουθούν στην οθόνη της ιστορία μιας Γης που αλλάζει δραματικά.
Πλημμυρισμένα σπίτια, καμένα δάση, παγετώνες που λιώνουν. Οι ασθένειες, οι
μολύνσεις, χιλιάδες άνθρωποι και αμέτρητα ζώα αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τον
τόπο τους. Αυτό που λέμε «σπίτι μου» άδειασε από το νόημά του. Η Γη δεν είναι
πια αυτό που νομίζαμε».
Είμαστε στο 2026. Ούτε χθες ούτε αύριο. Με τον «Ιωσήφ που
ήρθε μετά» της Φωτεινής Τσαλίκογλου στα χέρια. Για να ανακαλύψουμε πως κάθε
μοναδική ιστορία κρύβει μια πραγματικότητα που μοιράζονται πολλοί. Και πως αυτή
η πραγματικότητα εγγράφεται στο σώμα, στη συμπεριφορά, στη σιωπή και κάποτε
στην αδυνατότητα να ζήσουμε σε έναν κόσμο σημαδεμένο από την απώλεια και την
καταστροφή των σημείων αναφοράς του.
Μπροστά σε αυτό, η λογοτεχνική ματιά της Φωτεινής
Τσαλίκογλου - που μου θυμίζει έντονα την παράδοση της κοινωνιοβιογραφίας που
τίμησε η Ανί Ερνώ και άλλοι -, διαστέλλεται και μας ανοίγει ένα χώρο αλήθειας.
Όχι επειδή δίνει απαντήσεις, αλλά επειδή θέτει τα σωστά ερωτήματα: εκείνα που
ενοχλούν, που παραμένουν ανοιχτά και που συνεχίζουν να αντηχούν πολύ μετά την
ανάγνωση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου