Τιτίκα Δημητρούλια
Χρυσόστομος Τσαπραΐλης, «Το κατέβασμα του φεγγαριού»,
εικονογράφηση: Κανέλλος COB, Ίκαρος, 2025.
Μια πορφυροντυμένη γυναίκα στέκει και ψέλνει, σε γλώσσα αλλόκοτη, μες στη νύχτα και με το φεγγάρι ολόγιομο, σε ένα ξέφωτο στα βουνά της Καρδίτσας. Έχει ετοιμάσει μια πυρά χωρίς να την
ανάψει. Έχει τοποθετήσει μια μεταλλική λεκάνη πάνω σε ένα κομμάτι χορτόπιτα, την έχει γεμίσει με νερό από ένα μεγάλο παγούρι με φεγγαρίσια σχέδια πάνω του κι έχει χαράξει με ένα μαχαίρι έναν κύκλο γύρω της. Υψώνει το μαχαίρι προς το φεγγάρι, σταματά να ψέλνει και το μαχαίρι στρέφεται μόνο του προς τη λεκάνη, που κλείνει μέσα της ένα ωχρό φως. Στο πλάι της το σαλεμένο της παιδί και το βάζει να ακουμπήσει σχεδόν το πρόσωπό του στο νερό της λεκάνης που έχει γίνει φως. Κρότοι, γδούποι, σουρσίματα, νερό που χύνεται, αναφιλητά. Και πάμε από την αρχή.Να γνωρίσουμε τα μέρη, την ιστορία της γυναίκας και του
παιδιού, τους θρύλους του τόπου, μες από τα μάτια της δεκαοχτάχρονης Κίρκης που
επιστρέφει τα Χριστούγεννα στο σπίτι του
παππού και της γιαγιάς της στο χωριό, κλειστό μετά τον θάνατό τους, για τελευταία
φορά πριν πουληθεί. Η Κίρκη διαβάζει τον ουρανό, όχι με τις μαγικές ικανότητες
της μυθικής μάγισσας, της οποίας φέρει το όνομα, αλλά με το τηλεσκόπιο που έχει
αγοράσει με τη φίλη της Στέλλα και το έχει φέρει μαζί της. Ομοίως παρακολουθεί
τα τεκταινόμενα στο χωριό και τα πέριξ, τους κυνηγούς και τους διαβάτες, τις
φωτιές στα ξέφωτα, τα μανιασμένα σύννεφα και το χαμένο φεγγάρι –το φεγγάρι που
χάθηκε γιατί μια σύγχρονη μάγισσα, το κατέβασε για να του ζητήσει αυτό που
λαχταρούσε η ψυχή της. Αυτό που της έκλεψαν οι ξωθιές, που ποτέ δεν έφυγαν από
τον τόπο ούτε απεμπόλησαν τη δύναμή τους.
Σε έναν σύγχρονο κόσμο λοιπόν όπου το υπερφυσικό εν τοις
πράγμασι ζει και βασιλεύει, η μάγισσα που κατεβάζει το φεγγάρι είναι
παντοδύναμη, όχι μόνο γιατί την κινεί η αγάπη για το παιδί της που τιμώρησαν οι
Καλότυχες, αλλά και γιατί συναιρεί τις μυθικές παραδόσεις δυο τόπων, της
Ελλάδας και της Συρίας –ένα εξαιρετικό εύρημα του Τσαπραΐλη που αναδεικνύει τη μαγική δύναμη της
συνάντησης των πολιτισμών, χωρίς να συγκαλύπτει τους πραγματικούς όρους της
πραγμάτωσής της. Γιατί η μάγισσα είναι σύρια πρόσφυγας, που το χωριό δεν την
καλοδέχτηκε και που συναιρώντας λόγια και πρακτικές δυο τόπων πετυχαίνει τον
στόχο της, αλλάζοντας την ίδια στιγμή τον ουρανό και τη γη, τον τόπο, το χωριό,
το σπίτι της Κίρκης. Ελευθερώνοντας νεκρούς, πνεύματα, στοιχειά, όνειρα, πλάσματα
της τέχνης στον εφιαλτικό χωροχρόνο που δημιουργεί το χάσιμο του φεγγαριού –το
οποίο λείπει εκεί που συνεχίζει ωστόσο να το βλέπει η εφαρμογή στο κινητό της
Κίρκης–, ως τη στιγμή που το φεγγάρι ελευθερώνεται και φωτίζει ξανά τον
αλλαγμένο πλέον πραγματικό κόσμο που έχει προκύψει από τη μαγική τελετουργία
και τα αποτελέσματά της.
Ο Τσαπραΐλης χτίζει τη γοητευτική ιστορία του με μια
κατοπτρική δομή, στην οποία μετέχουν μαστορικά, πέραν των δομών που δημιουργούν
οι επαναλήψεις, και οι περιγραφές του ουρανού και του νερού. Και γενικά όλη η δουλειά του στη νουβέλα αυτή φανερώνει
ότι βρίσκει όλο και καλύτερα τα πατήματά του στο μονοπάτι του λαογραφικού (ή
λαϊκού εντέλει) τρόμου, συνομιλεί όλο και πιο γόνιμα και με τη λογοτεχνική
παράδοση και παίρνει σαφή θέση ως προς την κατεύθυνση της ανάπτυξής του.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου