16 Αυγούστου 2018

Πέθανε ο νομπελίστας Β.Σ.Νάιπολ


Ο Νάιπουλ τη στιγμή που μαθαίνει ότι τιμήθηκε με το Νόμπελ το 2001
Ο βρετανός συγγραφέας Β. Σ. Νάιπολ, ( Βιντιαντάρ Σουρατζπρασάντ Νάιπολ), ο οποίος είχε τιμηθεί το 2001 με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του, απεβίωσε στο σπίτι του σε ηλικία 85 ετών.
Ο Β. Σ. Νάιπολ, από τους σημαντικότερους σύγχρονους Βρετανούς συγγραφείς, γεννήθηκε στο Τρινιντάντ το 1932 από γονείς Ινδούς μετανάστες. Σπούδασε με υποτροφία στην Οξφόρδη. Έχει γράψει δεκαέξι βιβλία πεζογραφίας, ανάμεσα στα οποία τα μυθιστορήματα: «The Mystic Masseur” («Ο μυστικός μασέρ”), 1957, που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 2001, «Miguel Street” («Μιγκέλ Στριτ”), 1959, «A Ηouse for Mr. Biswas” (ελλ. έκδ. «Ένα σπίτι για τον κύριο Μπίσβας”),

Μια ακυκλοφόρητη συλλογή διηγημάτων του F. Scott Fitzgerald!


Σε αυτή τη συλλογή έχουν συγκεντρωθεί τα τελευταία αδημοσίευτα διηγήματα του Φ. Σκοτ Φιτζέραλντ, του εμβληματικού συγγραφέα των μυθιστορημάτων Ο μεγάλος Γκάτσμπι και Τρυφερή είναι η νύχτα, με σχολιασμό της μελετήτριας του έργου του, Αν Μάργκαρετ Ντάνιελ. Και τα δεκαοκτώ διηγήματα αποδίδουν με υπέροχο τρόπο ένα μωσαϊκό εικόνων από τη δεκαετία του ’30. Ορισμένα είχαν κυριολεκτικά χαθεί και ξαναήρθαν στο φως μόλις πρόσφατα, κάποια προορίζονταν για κινηματογραφικά σενάρια αλλά ποτέ δεν έγιναν ταινίες, ενώ άλλα παρέμειναν αθέατα επειδή οι επιμελητές παλαιότερων εκδόσεων δεν κατανοούσαν το νόημά τους –ο μόνιμος φόβος του συγγραφέα μήπως λογοκριθούν ή υποστούν προσαρμογές… «Ένας θησαυρός διηγημάτων που

15 Αυγούστου 2018

Για μια άγλωττη λέαινα-Νατάσα Λ. Τοπαλίδου

Κρακ.
Ένιωσα μέσα μου, κάτι, να ραγίζει.

Τώρα το βλέπω καθαρά.
Είχα εναποθέσει στα χέρια σου,
το πήλινο βάζο της χαράς μου.

Εκείνο με τις φλοράλ λεπτομέρειες
σε ροζ και πορφυρές αποχρώσεις.

Με τιρκουάζ ανάγλυφους ζωφόρους
να θωπεύουν τις Λέαινες που κουβαλούν.

14 Αυγούστου 2018

Ο ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ-ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΟΥΝΤΟΥΡΗΣ

                      

                       Και αφέλεια καμιά δεν έχω

                      πως και φέτος θα βάλει το χέρι Του 
           
                      ο Δίκαιος Ληστής.


                       Ο Αγιος δίπλα στη Παναγιά.


                        Το νύχι του μυστρί

                        στρώνει κατάνυξη

                        στο πρόσωπό Της.

                        Το αίμα του φίδι

                        μες στην τοιχογραφία.


                       Το θαύμα τό'χω ξαναδεί. 


                         Ολόσωμη η Παρθένος

                            στέκεται και πάλι με

                            το Θείο βρέφος

                            Εσταυρωμένο πρόωρα.





                      ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΟΥΝΤΟΥΡΗΣ

                      Απο την ποιητική συλλογή Η ΑΛΛΑΞΙΑ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

                       Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ 2017

13 Αυγούστου 2018

Clark Ashton Smith

Νέα κυκλοφορία από εμένα, τις Εκδόσεις Ρώμη, τον Γιάννη Κιντάπογλου και την βιβλιοθήκη του περιοδικού «Νόημα». Ο Clark Ashton Smith (1893-1961) ομολογώ ότι είναι η μεγάλη αδυναμία μου, γιατί κόντρα στο συρμό γράφει σε ένα στυλ εντελώς εκτός τόπου και χρόνου για την εποχή του, εποχή του μοντερνισμού του Έλιοτ και του Πάουντ, αλλά γράφει σπουδαία ποίηση. Έχει επιρροές από τον Μπωντλαίρ, τους Συμβολιστές, τον Παρνασσισμό, τους ύστερους Ρομαντικούς. Είναι κυρίως γνωστός ως συγγραφέας αυτού που θα ονομάζαμε σήμερα fantasy και ευδοκίμησε γράφοντας ιστορίες για τα αμερικανικά περιοδικά φαντασίας «πολτού» (pulp magazines)! Ο αρχιερέας της

Χούλιο Κορτάσαρ, Τόνι Μόρισον: με τον τρόπο της τζαζ

του Γιάννη Ν.Μπασκόζου
Μπορεί να γραφτεί ένα μυθιστόρημα ως ένα μουσικό έργο της τζαζ; Δύο μυθιστορήματα που κυκλοφόρησαν μετά από καιρό και πάλι στα ελληνικά κατάφεραν να δώσουν την μορφή της τζαζ στο κείμενο τους με τέτοιο τρόπο που η πολύτροπή φόρμα της να αναδεικνύεται μέσα από την μορφοδομή, την αισθητική και τους χαρακτήρες του μυθιστορήματος. Είναι  το «Κουτσό» του Χούλιο Κορτάσαρ και το “Jazz” της Toni Morrison, από δύο διαλεχτούς μεταφραστές, τον Αχιλλέα Κυριακίδη (εκδ.opera) και την Κατερίνα Σχινά (εκδ. Παπαδόπουλος).

Για τον κυνισμό και τον Μπουκόβσκι



του Νικήτα Σινιόσογλου


«Κυνικά καύματα» ονομάζονταν στην αρχαιότητα οι καύσωνες μεταξύ Ιουλίου και Αυγούστου. Σε ένα τέτοιο καύμα γράφω τώρα για το βιβλίο του Γιώργου Λαμπράκου, «Τσαρλς Μπουκόβσκι. Ο κυνικός Κυνικός» (Αθήνα: Γαβριηλίδης 2018, με ένα επίμετρο του Θεοδόση Βολκώφ). Ο Λαμπράκος καταφέρνει τρία πράγματα συνάμα κι έξοχα: μας εισάγει παιγνιωδώς στον αρχαίο Κυνισμό, ανιχνεύοντας ομοιότητες και διαφορές με τις σύγχρονες σημασίες της λέξης «κυνικός». Κατόπιν, κοιτά με μάτια Κυνικά (με την αρχαία σημασία) και κυνικά (με την σύγχρονη σημασία) τον Τσαρλς Μπουκόβσκι, έναν συγγραφέα που αρκετοί νιώθουμε, όσο γερνάμε, πως δεν υπήρξε απλώς μέγας – αλλά σύντροφός μας λογοτεχνικός δια βίου, από τους πιο εκλεκτούς. Τέλος, το βιβλίο του Λαμπράκου είναι ένα καλογραμμένο δοκίμιο, ευφυώς υπαινικτικό, και λεπταίσθητα κυνικό το ίδιο, που κλείνει το μάτι στον υποψιασμένο αναγνώστη. Γιατί σε μια εποχή που καθόλου δεν συμπαθεί τους «κυνικούς» ανθρώπους, ο Λαμπράκος αναδεικνύει την παράδοξη ανθρωπιά της κυνικής στάσης.

2/
Ευθύς εξαρχής ο Λαμπράκος σημειώνει πως ο Μπουκόβσκι πιθανότατα δεν γνώριζε τα καθέκαστα του αρχαίου Κυνισμού (σ. 11). Αυτό διόλου δεν αποκλείει την μερική σύμπτωση ανάμεσα στην κοσμοαντίληψη του Μπουκόβσκι και στην στάση ζωής των αρχαίων Κυνικών. Αντιθέτως, κάνει πιο ελκυστικό, και πρωτότυπο, το πείραμα της παράλληλης ανάγνωσης, δείχνοντας πως οι ιδέες συχνά επιβιώνουν έξω από την τεχνητή περιοδολόγηση και τα «συγκείμενα» των φιλολόγων και των ιστορικών, συμπίπτοντας απρόσμενα.

3/
Κυνικός είναι ο άνθρωπος που επιλέγει να είναι ειλικρινής με τρόπο επώδυνο, και σαρκαστικό, λες και δεν μας πολυέχει ανάγκη, ούτε εμάς, ούτε τις πολιτικώς ορθές αξίες μας, είναι άρα απροσάρμοστος κι ανένταχτος, πράγμα που δύσκολα του το συγχωρούμε. Διότι –ας το παραδεχθούμε –, η κοινότητά μας βασίζεται σε μια σιωπηρή συμφωνία, πως δεν θα λέμε τα πράγματα όπως ακριβώς τα νιώθουμε, παρά μόνον αφού τους πάρουμε τις γωνίες, και βεβαιωθούμε πως δεν ενοχλούμε τον έναν και τον άλλον, oύτε τις εσχάτως ευνοημένες ομάδες συμπολιτών μας, διότι αλίμονο, οφείλουμε να είμαστε κοινωνικώς ευαίσθητοι, κι άλλωστε έχουμε μια δουλειά να κάνουμε, και τις φιλοδοξίες μας να ικανοποιούμε, άρα οφείλουμε να πηγαίνουμε με το ρεύμα, και να μη δημιουργούμε εντάσεις. «Kυνικό» λέμε ακριβώς τον άνθρωπο που ευθαρσώς βγάζει τη γλώσσα στην σύμβασή μας αυτή περί ανώδυνης (δηλαδή: επιφανειακής) συνύπαρξης. Κι είναι κυνώδης αυτός, επειδή φέρνει προς σκύλο μάλλον, επιθετικός και απολίτιστος καθώς μοιάζει, παρά προς άνθρωπο, αν όχι στην όψη, πάντως στις συνήθειες και σε όσα ξεστομίζει. Εριστικός και δυνάμει προσβλητικός, ο κυνικός είναι ο άνθρωπος που γίνεται κοπρόσκυλο, και που μοιάζει ανάλγητος, αδιάφορος για την κοινωνία μας και τον πολιτικό πολιτισμό μας.

4/
Για παράδειγμα, ο Μπουκόβσκι λέει κάπου τα εξής:
«Προτιμώ τους σκύλους από τους ανθρώπους, και προτιμώ τους γάτους από τους σκύλους κι εμένα πάνω απ’όλους, τύφλα στο μεθύσι με το βρακί μου μόνο να κοιτώ από το παράθυρο».[1]

5/
Ο Μπουκόβσκι ανήκει σε μια παράδοση ριζοσπαστικού υποκειμενισμού με καταβολές σωκρατικές, και Κυνικές. Ο Λαμπράκος σημειώνει σωστά την κατεξοχήν κυνική αρχή, που είναι «η επίθεση στο γενικό και η υπεράσπιση του επιμέρους» (35), κι εν προκειμένω «το επιμέρους» είναι το πρόσωπο, το άτομο, ο εαυτός που κοιτά από το παράθυρο. Άλλωστε, ο Μπουκόβσκι ουδέποτε εντάχθηκε σε λογοτεχνικές παρέες, ομαδούλες ή κινήματα. Πήρε απόσταση από τους Μπίτνικ, κι από τους τρέντι κουλτουριάρηδες και τους αριστερούς διανοούμενους, πράγμα που φέρνει στον νου τον διακηρυγμένο αντι-διανοουμενισμό των αρχαίων Κυνικών (159). Σκέφτομαι τον Διογένη, που έμπαινε στο θέατρο έχοντας απέναντί του τους άλλους που έβγαιναν. Όταν τον ρώτησαν γιατί το κάνει αυτό, εκείνος είπε ότι «αυτό φροντίζω να κάνω σε όλα τα πράγματα στη ζωή μου», να πηγαίνει δηλαδή αναπόταμα ή against the grain, όπως λένε οι Αγγλοσάξονες. Έτσι κι ο Μπουκόβσκι βάζει το πρόσωπο πιο πάνω από την κοινότητα, προκρίνοντας την «εξατομικευμένη εξέγερση κατά πάντων, και την εύρεση, από τον καθένα, του προσωπικού του δρόμου» (103). Ο κυνικός Κυνικός συγκροτεί τον εαυτό του μέσα από την ενστικτώδη εναντίωση στην υποκριτική επίκληση της «τέχνης», των υψηλών ιδεών, της πολιτικής.


6/
Εδώ που τα λέμε, κατάντησε εκνευριστική η κοινοτοπία περί του ανθρώπου ως «πολιτικού ζώου». Να τι κατάλαβαν οι Κυνικοί, κι οι κυνικοί σαν τον Μπουκόβσκι, πως συχνά ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένα φαύλο ζώο που εκτελωνίζει την υποκρισία του μέσω της «πόλεως» και της πολιτικής του ιδιότητας. Είναι μεγάλος ο πειρασμός των Κυνικών να υψώσουν ανάστημα στο βολικό άλλοθι του πολιτικού ζώου, και να γίνουν αντι-πολιτικοί – ναι, αντι-πολιτικοί, κι εχθροί ακόμη της «πόλεως», της ιερής αγελάδας! Εδώ έχει απόλυτο δίκιο ο Λαμπράκος να υπογραμμίζει την επίδραση του Νίτσε, και του Σοπενχάουερ. Ο Μπουκόβσκι είναι «αναρχικός με την έννοια ότι αντιδρά σε κάθε μορφή εξουσίας… και συντηρητικός με την έννοια ότι πιστεύει σε θεμελιώδη γνωρίσματα της ανθρώπινης φύσης που δεν επιδέχονται ριζική μεταβολή» (109-10). Είναι μια βιωμένη σοφία που βγαίνει στα κείμενα του Μπουκόβσκι, η οποία παραπέμπει στον Διογένη: η προτίμηση για το ένστικτο, το στοιχειώδες, φυσικό και αυθόρμητο, έστω στην χυδαία του μορφή, η προσωπική αντίδραση στην μεταλλαγμένη εποχή και σε όσους έχουν την εποχή με το μέρος τους… Κάθε φοιτητής φιλοσοφίας που σέβεται τον εαυτό του οφείλει να θυμάται την ιστορία για την κλανιά που έριξε ο Διογένης, όταν άκουσε κάποτε να αναλύουν την Θεωρία των Ιδεών του Πλάτωνα.

7/
Βέβαια σήμερα λέμε «κυνικό» και τον εγωιστή εκμεταλλευτή, τον συμφεροντολόγο τακτικιστή που σωρεύει πλούτο και ισχύ, το κάθαρμα. Όμως, αυτές οι χρήσεις της λέξης δεν είναι συμβατές με τον αρχαίο Κυνισμό. Οι αρχαίοι Κυνικοί ήταν πλάνητες του άστεως που περιφρονούσαν τα εξωτερικά αγαθά, και πίστευαν πως η αρετή είναι διδακτή και «ἀναπόβλητος», ήταν δηλαδή μάλλον άτεγκτοι συντηρητικοί, ή «απόλυτοι» άνθρωποι, όπως θα τους λέγαμε εμείς σήμερα, που μάθαμε πια πως όλα είναι σχετικά.[2] Προκλητικοί αντικονφορμιστές, εριστικοί, κακεντρεχείς και ατημέλητοι, οι Κυνικοί σιχαίνονταν την ματαιοδοξία, ιδίως όταν την έβρισκαν μασκαρεμένη με κάθε λογής άλλοθι που δίνει η διαβόητη «πόλις». Επιδίωκαν λοιπόν την «ἀτυφία» (την απουσία τύφου, δηλαδή της ματαιοδοξίας). Σε αντίθεση με τους Επικούρειους, που ζούσαν αποτραβηγμένοι, οι Κυνικοί γυροβολούσαν στις πόλεις με σκοπό να χλευάσουν και να αναδείξουν τις ποικίλες εκδοχές της υποκρισίας (γνήσια τέκνα του Σωκράτη-αλογόμυγα, από την άποψη αυτή, που τον θεωρούσαν δάσκαλο). Και σε αντίθεση με τους Περιπατητικούς, οι οποίοι ζούσαν «στον κόσμο τους», αφοσιωμένοι καθώς ήταν στην επιστημονική έρευνα (βιολογία, μετεωρολογία, αστρονομία), ή τους Ακαδημεικούς (που χάνονταν για ώρες σε νεφελώδεις ασκήσεις διαλεκτικής), οι Κυνικοί ήταν ανέστιοι, όντα αντι-πολιτικά και έρημα – αλλά όχι μοναχικά, ούτε μόνα, υπάρχει διαφορά: ο έρημος κινείται μέσα στο πλήθος χωρίς να δημιουργεί συνάψεις, κι επιζητεί την αυτάρκεια, είναι λοιπόν «εγωτικός», ή μισάνθρωπος εν μέσω ανθρώπων· ενώ ο μόνος άνθρωπος είναι όντως μόνος, είτε επειδή δεν βρίσκεται καν εν μέσω ανθρώπων, είτε επειδή δεν τους βλέπει καν.
Έτσι κι ο Μπουκόβσκι είναι έρημος, αλλά όχι μόνος: «Ποτέ δεν ένιωσα μοναξιά. Έχω μείνει κλεισμένος σε ένα δωμάτιο – κι έχω νιώσει πως θέλω να αυτοκτονήσω. Έχω πάθει κατάθλιψη. Έχω νιώσει απαίσια – αλλά ποτέ δεν ένιωσα πως ένα άλλο πρόσωπο μπορεί να μπει στο δωμάτιο και να με γιατρέψει απ’ αυτό που με βασάνιζε…».[3] Καμιά προσδοκία από τους άλλους – είναι αυτή η κλίση στην ερημία, και στην μισανθρωπία, που κάνει τον Μπουκόβσκι μάλλον Κυνικό, παρά Στωικό (παρόλο που ο Σωκράτης ήταν η αφετηρία τόσο του Κυνισμού, όσο και της Στοάς), διότι οι Στωικοί παράμεναν όντα πολιτικά, άλλωστε ο Στωικισμός υπήρξε η ισχυρή φιλοσοφία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αξίζει να θυμηθούμε εδώ την κυνική ουτοπία του Κράτη, το δισάκι του! Η «πήρα», το δερμάτινο σακκούλι των Κυνικών, το δισάκι, είναι μια μακρινή «πολιτεία, αυτό είναι η πήρα, καταμεσίς σε μια θάλασσα από αφροσύνη, μαύρη σαν το κρασί, πολιτεία πανέμορφη αλλά κυκλωμένη από βρώμα («περίρρυπος»), στην οποία ποτέ δεν καταπλέει άνθρωπος παράσιτος, μωρός, ούτε λαίμαργος».[4] Από την πήρα στην μπίρα, ένα γράμμα δρόμος!


8/
Ο Λαμπράκος θέτει επανειλημμένα το καίριο ερώτημα για «την διολίσθηση από τον Κυνισμό στον [σύγχρονο] κυνισμό» (49). Νομίζω πως τις απαντήσεις δίνει ο σύγχρονος φιλόσοφος Peter Sloterdijk στην «Κριτική του κυνικού λόγου».[5]  Αλλά τον Σλότερνταϊκ τον θυμήθηκα για έναν πιο ειδικό λόγο – επειδή πολλές από τις πιο οξυδερκείς παρατηρήσεις του Λαμπράκου αφορούν τον Μπουκόβσκι ιδωμένο ως αλογόμυγα στο χαυνωμένο παχύδερμο της πολιτικής μας ορθότητας. «Εμμένοντας στην σύγχρονη εποχή, θεωρώ πως ο κυνισμός είναι μεταξύ άλλων μια νοοτροπία που υπονομεύει με σαρκαστικό ύφος το (πολιτικά) ορθό» (62). Ζούμε σε μια εποχή πολιτικής ορθότητας, και τρέμουμε τι θα πούμε – μη τύχει και μας πουν σεξιστές, μισογύνηδες, φασίστες, κ.ο.κ. Και πόσο συχνά δεν ακούμε να απαξιώνεται η τάδε ή η δείνα κουβέντα ως «κυνική», λες κι ο χαρακτηρισμός αυτός αρκεί για να την ακυρώσει, από μόνος του;! Ο Σλότερνταϊκ περιγράφει την απονεύρωση μιας αρχαίας παράδοσης κυνικής «αναίδειας» ή «θράσους» (γερμανικά Frechheit, αγγλιστί cheekiness). Μας θυμίζει πως μόνον τους τελευταίους αιώνες φτάσαμε να θεωρούμε την κυνική αναίδεια αρνητική, καθότι προσβλητική και αποβλητέα. Στα παλιά γερμανικά ακόμη, η Frechheit διατηρούσε την σημασία μιας δημιουργικής επιθετικότητας, και μπορούσε να δηλώνει άνθρωπο με ζωντάνια και θάρρος, την παρρησία. Ο Δαβίδ που ύψωσε το ανάστημα στον Γολιάθ και τον αψήφησε με λόγια και πράξεις, γράφει ο Σλότερνταϊκ, ήταν παράδειγμα τέτοιας αναίδειας. Στον ευτελισμό της λέξης Frechheit κατοπτρίζεται η εξασθένηση της πολύ αρχαίας παράδοσης, όπου η αναίδεια κι η απρόσμενη προσβολή ήταν δυνάμει φορείς θετικής αλλαγής.[6]  Από την άποψη αυτή, ο εριστικός Μπουκόβσκι, ο μισογύνης και μισάνθρωπος Μπουκόβσκι, που δεν είναι καθόλου πολιτικά ορθός, ανήκει ανεπίγνωστα σε μια οπισθοφυλακή, η οποία χάνεται κι αυτή, καθώς συντελείται μια γενικότερη πολιτισμική αλλαγή.


9/
Ο Μπουκόβσκι υπήρξε πολυγραφότατος, ένας «γραφομανής και γραφομηχανομανής» (116). Για να γράφει τόσο πολύ και τόσο καλά, αποκλείεται να ήταν διαρκώς τύφλα – εκτός εάν η γραφή ήταν μια ψυχαναγκαστική άσκηση, και κλήση για εξιλέωση. Όπως σημειώνει κι ο Θεοδόσης Βολκώφ στο επίμετρό του, ο Μπουκόβσκι είναι υπόδειγμα πειθαρχίας και αυτοπειθαρχίας. Νομίζω πως στην περίπτωσή του η συνεχής γραφή εξευμενίζει τον μισογυνισμό, και την μισανθρωπία, ακόμη κι όταν τις διακηρύσσει. Ο Λαμπράκος φέρνει ένα καλό παράδειγμα της δύναμης της γραφής:
«Εκπληκτική είναι η ιστορία, σύμφωνα με την οποία, ύστερα από έναν φοβερό καβγά του Μπουκόβσκι με μια κοπέλα, η αστυνομία τον μπαγλάρωσε. Όταν ο Μάρτιν [ο εκδότης του Μπ.] τηλεφώνησε στο τμήμα για να δει τι είχε συμβεί και πώς θα έσωζε τον αχαλίνωτο συγγραφέα του, άκουσε έκπληκτο έναν αστυνομικό να λέει “Τσαρλς, είναι για σένα” και έναν άλλον αστυνομικό να του προσφέρει καφέ. Ο υπεύθυνος είπε στον εκδότη: “Κύριε Μάρτιν, έχουμε τον φίλο σας υπό την προστασία μας. Είμαστε μεγάλοι θαυμαστές του έργου του»!” (118).

10/
Όταν επαινούσαν τον Πλάτωνα, ο Διογένης έλεγε: «Τι σπουδαίο μπορεί να έχει ο άνθρωπος που ενώ ασχολείται τόσο καιρό με την φιλοσοφία δεν έχει δυσαρεστήσει κανέναν;» (34). Ας το παραδεχθούμε: μόνον ο βλάκας κι ο υποκριτής αγαπούν όλο τον κόσμο, ή στέκουν ουδέτεροι απέναντί του. Να τα έχουμε καλά με όλους, σημαίνει πως πουλάμε τον εαυτό μας. «Ο ήλιος λάμπει, τα πουλιά κελαηδάνε – οπότε, χαμογέλα!’ Αυτά είναι επίσης μαλακίες», είπε κάποτε ο Μπουκόβσκι (163), αντιδρώντας σε αυτή την πίεση της εποχής μας να είμαστε όλοι χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι, σε έναν καταναγκασμό νέου τύπου: να είμαστε «θετικοί» άνθρωποι, και να μην γκρινιάζουμε. Είναι μηχανισμός block out της πραγματικότητας αυτό το πράγμα, κι οι ψυχολόγοι ήδη διαπιστώνουν την ζημιά που έχει κάνει, τη βία που φέρνει η συλλογικώς επιβεβλημένη χαζοχαρούμενη διάθεση, στην οποία ο κυνικός/Κυνικός Μπουκόβσκι αντιδρούσε ενστικτωδώς, με βρισίδι, κλανιές ή κλωτσιές. Ο Μπουκόβσκι, γράφει ο Λαμπράκος, «ως κυνικός Κυνικός επιδιώκει την παρρησία, να λέει τα πράγματα όπως ακριβώς τα βλέπει, προπάντων να μην πέφτει θύμα απάτης και αυταπάτης. Κυνικός είναι ο απομυθοποιητής, ο απο-γοητευμένος, που με τη σειρά του απο-γοητεύει τον κόσμο» (114).

11/
Η πρόταση αυτή του Λαμπράκου μου έφερε στο νου την κατακλείδα ενός αγαπημένου μου δοκιμίου του William Hazlitt (1778-1830) με θέμα «την ηδονή να μισείς», όπου ο Άγγλος δοκιμιογράφος παραδέχεται τα εξής:
«Οι ιδιωτικές κι οι προσωπικές μου προσδοκίες διαψεύστηκαν, καθώς έκρινα τους άλλους με γνώμονα εμένα, και τους έκρινα λάθος. Όπου βασίστηκα περισσότερο, εκεί κι απογοητεύτηκα πιο πολύ, απατηλή η φιλία, κι ανόητος ο έρωτας. Πως λοιπόν να μην έχω κάθε λόγο να μισώ και να σιχαίνομαι τον εαυτό μου; Κι αυτό κάνω. Κυρίως τον μισώ, επειδή δεν μίσησα και δεν σιχάθηκα αρκετά τον κόσμο».[7]
(Σημείωση εν παρόδω: το γραμματολογικό είδος του δοκιμίου ευνόησε από τα γεννοφάσκια του την εκδίπλωση κυνικών τάσεων και ιδεών κάθε λογής – κυνικές διατυπώσεις βρίσκει κανείς στους Δασκάλους του είδους, ίσως επειδή μόνος με τις ιδέες του γίνεται κανείς πιο ειλικρινής, άρα κυνικότερος.)

12/
Νομίζω πως βλέπω τον κόσμο καθαρότερα όταν τον μισώ λίγο ή πολύ, και τότε είναι που σαν να μπορώ και να τον αγαπήσω, λιγάκι. Από την μισανθρωπία (κι άρα τον μισογυνισμό, αφού οι γυναίκες είναι άνθρωποι) ως την ανθρωπιά είναι μια τεθλασμένη διαδρομή. Παράδειγμα η εξής κουβέντα του Μπουκόβσκι, μισάνθρωπη και κυνική, που περνά από το μίσος στην συμπόνια με απόλυτη οικονομία:
«Δεν πολυκοιτάζω τους ανθρώπους. Το θέαμα με απωθεί. Λένε πως αν κοιτάξεις κάποιον πάρα πολύ, αρχίζεις να του μοιάζεις. Καημένη Λίντα».[8]
Ο Μπουκόβσκι παραφράζει εδώ μια γνωστή ρήση του Νίτσε: αν κοιτάξεις το σκοτάδι για πολύ, το σκοτάδι αρχίζει να σε κοιτάζει κι αυτό. Οι άνθρωποι είναι το σκοτάδι· κι ο ίδιος γίνεται εδώ το σκοτάδι, που το κοιτάζει η καημένη η Λίντα.

13/
Ο Μπουκόβσκι είναι ένας άνθρωπος βαρύθυμος και οξύχωλος, χυδαίος συχνά και δύσκολος, μα είναι αυτός ο κυνικός και Κυνικός τρόπος, σύγχρονος και πολύ αρχαίος, να σχετίζεται κανείς με τους ανθρώπους από την ανάποδη:
«Οι άνθρωποι, ως επι το πλείστον – μπορώ να τη βγάλω χωρίς αυτούς. Δεν με γεμίζουν, με αδειάζουν. Δεν σέβομαι κανέναν άνθρωπο. Κι έτσι έχω πρόβλημα… σας λέω ψέμματα, αλλά πιστέψτε με, είναι η αλήθεια».[9]
Φαίνεται πως η ανθρωπιά αναλώνεται άδοξα στις πολλές παρέες, και στις πόλεις, και στους φωνακλάδες επαναστάτες. Ενώ κάτι βαθιά ανθρώπινο υπάρχει στην μισανθρωπία, και μας ξαφνιάζει, όπως άλλωστε κάτι πολύ ιερό σέρνεται στην αμαρτία.

14/
Με τον σαρκασμό και την ασκητική περιφρόνηση των εγκοσμίων ο Κυνικός κυνικός δεν επιδιώκει τίποτα άλλο από το να πετάξει τον άνθρωπο από πάνω του – «ἐκδύεσθαι τὸν ἄνθρωπον», θα έλεγαν οι αρχαίοι Κυνικοί. Οι καταχρήσεις του Μπουκόβσκι, κι οι προκλήσεις, κι ο κυνισμός του, είναι η αντιστραμμένη εκδοχή του ίδιου εγχειρήματος. Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι και τίποτα σπουδαίο. Όσο και να προπαγανδίζει τον πολιτισμό του στα σχολεία και στα ντοκυμανταίρ, δεν φαίνεται να έχει καταφέρει και τίποτα άξιο λόγου. Κάθε κυνικός το γνωρίζει, και κάποιοι το έθεσαν όμορφα, όπως ο Ambrose Bierce στο «Λεξικό του διαβόλου»:
«Άνθρωπος. Ένα ζώο τόσο χαμένο στο εκστατικό αναμάσημα όσων νομίζει πως είναι, ώστε να παραβλέπει αυτό που όφειλε να είναι».[10]
Ο σκύλος είναι ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου, αλλά ο κυνισμός του μισανθρώπου.

15/
Βιβλίο όμορφα γραμμένο, με την αγάπη του Λαμπράκου για τον Μπουκόβσκι να διακρίνεται σε κάθε δεύτερη σελίδα, συνδυασμένη με έναν γνήσιο προβληματισμό για την σχέση αρχαίου και σύγχρονου κυνισμού, ο «κυνικός Κυνικός» είναι δοκίμιο υποδειγματικό, αγγλοσαξονικής σχεδόν ακρίβειας, με προσωπικότητα, και πολύ καλή τεκμηρίωση. Το απόλαυσα ακόμη πιο πολύ, καθώς η δοκιμιακή γραφή πάσχει στην Ελλάδα  – άλλοτε συγχέεται με ξερές επιστημονικές μελέτες, κι άλλοτε με ερασιτεχνισμούς κάθε λογής. Με ανυπομονησία περιμένουμε τα γατο-ποιήματα του Μπουκόβσκι σε μετάφραση του Λαμπράκου, που μαθαίνουμε πως είναι υπό έκδοση. Αλλά γνωρίζοντας πια, πως ο γατόφιλος Μπουκόβσκι έζησε ως κυνικός κι ως Κυνικός, ένας αιλουροειδής κύνας!

info: «Τσαρλς Μπουκόβσκι. Ο κυνικός Κυνικός» του Γιώργου Λαμπράκου, Αθήνα: Γαβριηλίδης 2018
[1] Bukowski on Bukowski, Λονδίνο: Little Lagoon Press χ.χ., σ. 8.
[2] Βλ. τον ορισμό του κυνισμού στο λεξικό της Σούδας, s.v.Κ2712: «Κυνισμός: αἵρεσις φιλοσόφων. ὁ δὲ ὁρισμὸς αὐτοῦ σύντομος ἐπ’ ἀρετὴν ὁδός. τέλος δὲ τοῦ κυνισμοῦ τὸ κατ’ ἀρετὴν ζῆν, ὡς
Διογένης καὶ Ζήνων ὁ Κιτιεύς. ἤρεσκε δ’ αὐτοῖς λιτῶς βιοῦν, αὐτάρκεσι χρωμένοις σιτίοις, πλούτου καὶ δόξης καὶ εὐγενείας καταφρονεῖν. ἔνιοι δὲ βοτάναις καὶ ὕδατι ψυχρῷ ἐχρῶντο σκέπαις τε ταῖς   τυχούσαις καὶ πίθοις καὶ ἔφασκον θεοῦ μὲν ἴδιον εἶναι τὸ μηδενὸς δεῖσθαι, τῶν δὲ θεῷ ὁμοίων τὸ ὀλίγων χρῄζειν. ἀρέσκει δ’ αὐτοῖς καὶ τὴν ἀρετὴν διδακτὴν εἶναι καὶ ἀναπόβλητον».
[3] Bukowski on Bukowski, ό.π., σ. 8.
[4] Το δισάκι του πλάνητα ως ουτοπία περιγράφεται εδώ με όρους παρωδίας, γιατί ο Κράτης παρωδεί την ομηρική περιγραφή της Κρήτης.
[5]  P. Sloterdijk, Kritik der zynischen Vernunft, Φρανκφούρτη:  Suhrkamp 1983,
[6] Sloterdijk, Kritik der zynischen Vernunft, σ. 203.
[7] W. Hazlitt, On the Pleasure of Hating, Λονδίνο: Penguin 2004, σ. 119
[8] Bukowski on Bukowski, ό.π., σ. 8.
[9] Bukowski on Bukowski, ό.π., σ. 8.
[10] A. Bierce, The Devil’s Dictionary, Λονδίνο: Bloomsbury 1998, σ. 88
 https://www.oanagnostis.gr/%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%bf%ce%bd-%ce%ba%cf%85%ce%bd%ce%b9%cf%83%ce%bc%cf%8c-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%cf%84%ce%bf%ce%bd-%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%ba%cf%8c%ce%b2%cf%83%ce%ba%ce%b9-%cf%84%ce%bf%cf%85/

12 Αυγούστου 2018

Ποιείν Αλμανάκ: Οι απώλειες του 2011, Γιάννης Βαρβέρης, Αργύρης Χιόνης…αιωνία η μνήμη τους (γράφει ο Σωτήρης Παστάκας)

Η ΜΠΟΥΓΑΔΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ
μνήμη Αργύρη Χιόνη
Το Σάββατο του Λαζάρου του 2009, βρισκόμασταν με μια φίλη, τη Μαρία, σε μια επιστημονική ημερίδα στα Τρίκαλα Κορινθίας. Την επόμενη μέρα έχοντας εκπληρώσει τα καθήκοντά μας ήμασταν ελεύθεροι να κάνουμε ό,τι θέλουμε. Θυμήθηκα τον Αργύρη, που με είχε επανειλημμένα προσκαλέσει στο χωριό του. Είχε τύχει μάλιστα να τον βρω τυχαία στην Ασκληπιού πριν κάνα δύο βδομάδες, πηγαίνοντας να συναντήσω μια φίλη εκδότρια, «Χα, χα», μου είπε γελώντας ο Αργύρης «μην πας, γιατί τη ρακή που σου είχε φυλαγμένη, την ήπια όλη εγώ».

Ποιητική μνήμη Χρίστου Ρουμελιωτάκη

του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου

Με τον Χρίστο Ρουμελιωτάκη μοιραστήκαμε πολλά κατά τη διάρκεια της σαραντάχρονης γνωριμίας και φιλίας μας: ανάμεσά τους, το άγχος για τις τύχες της Αριστεράς (και μαζί τη δυσφορία για τις ιδεολογικές και τις πολιτικές της επιλογές, παλαιότερες και σύγχρονες) ή την αγάπη μας για την ποίηση. Τώρα που ο Χρίστος έφυγε, μένει μόνο η ποίησή του: Κλειστή θάλασσα (1979), Βαρούτην χανόμεθα (1988), Ο ανεπίληπτος βίος, ο λόγος και η τελείωση της Λευκοθέας (1989), Ξένος ειμί (2002), Δεν είναι τίποτα (2008).
Θα πρέπει ευθύς εξαρχής να πω ότι κανένα ιδανικό παρελθόν δεν τρέφει τις μνήμες του Ρουμελιωτάκη, όποιες ποιητικές του αποστροφές του κι αν παρακολουθήσουμε. Το παρελθόν είναι ήδη καμένο και δεν μπορεί να αποτελέσει ούτε τόπο νοσταλγίας ούτε μέτρο σύγκρισης με το παρόν. Το μόνο, άλλωστε, που υπάρχει στην πραγματικότητα είναι το παρόν: ένα άδειο, βασανιστικά

9 Αυγούστου 2018

Από την Αγκόλα στην Ουρουγουάη και από τη Σερβία στο Ιράν και την Ιταλία

του Γιάννη Ν Μπασκόζου
Πέντε ακόμα βιβλία για το καλοκαίρι

Λάζα Λαζάρεβιτς, Στις όχθες του Σάβου, πρόλογος-μετάφραση: Βλάνταν Τζόρτζεβιτς, εκδόσεις ενύπνιο
Το πρώτο βιβλίο ενός νέου μικρού εκδοτικού οίκου με τον τίτλο «Ενύπνιο». Πρόκειται για πολύ παλιά και άγνωστη έκδοση που επανεκδίδεται με φροντίδα. Ο συγγραφέας γεννήθηκε στη δυτική Σερβία το 1851 και πέθανε στο Βελιγράδι το 1891. Επηρεασμένος από τη ρωσική αλλά και την υπόλοιπη ευρωπαϊκή λογοτεχνία ανήκε σε έναν σημαντικό κύκλο της σέρβικης ρομαντικής λογοτεχνίας. Ο ίδιος είναι νευρολόγος, ψυχίατρος και ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για μια ψυχολογική εμβάθυνση στην καθημερινή ζωή. Τα διηγήματα του θυμίζουν το ύφος του Γκόγκολ και του Τσέχωφ. Στο παρόν βιβλιαράκι υπάρχουν τρία διηγήματα του που αφορούν όλα σε μικρές, «δύσκολες» ιστορίες ζωής. Ένας αξιωματικός που περιμένει τη γυναίκα του και ένας πατέρας

Ο Μάνος της χαρμολύπης

Με τον Μάνο Ελευθερίου είμαστε σχεδόν συνομήλικοι και πρωτοσυναντηθήκαμε όταν εγώ κατέβηκα από την επαρχία μου στην Αθήνα για σπουδές. Ο Μάνος ανήκε σε μια παρέα ευαίσθητων και προβληματισμένων νέων εκείνης της πυρίκαυστης εποχής. Αφετηρία το Γυμνάσιο Χαλανδρίου. Δεν έχω την άδειά του να κοινοποιήσω τα ονόματά τους (μερικοί πλέον συνομιλούν με τον Μάνο στους χειμώνες τ" ουρανού), αλλά είναι σημαντικά πρόσωπα της πνευματικής μας αγοράς ιδεών, δικηγόροι, ποιητές, κοινωνιολόγοι, συγγραφείς επιστημονικών και ιδεολογικών δοκιμίων. Για μια περίοδο είχαν ως πνευματικό φάρο τον Μανόλη Λαμπρίδη και έχουν πλουτίσει την περιοδική μας παράδοση με την έκδοση «Σημειώσεις» που κυκλοφορούσε όποτε υπήρχε αξιόλογη ύλη που εξέφραζε τις απόψεις τους. Κατά καιρούς η ομάδα καλούσε και συζητούσε τα μεγάλα προβλήματα του ανθρώπου με τον Κορνήλιο Καστοριάδη.

8 Αυγούστου 2018

«Εnrico Caruso» της Πέρσας Σούκα

Λιβόρνο, 1897. Ο Τζάκομο Πουτσίνι αναζητούσε απεγνωσμένα τενόρο για την καινούργια του όπερα, La Bohème. Τότε στην οντισιόν εμφανίστηκε ένας νεαρός με μεγάλη έκταση και απίστευτη γλυκύτητα στη φωνή. Εντυπωσιασμένος ο Πουτσίνι τού είπε αυθόρμητα: «Ποιός σ’ έστειλε, ο Θεός; Πώς σε λένε;» και εκείνος του απάντησε: «Ενρίκο Καρούζο».
Ο Ενρίκο Καρούζο γεννήθηκε το 1873 και ήταν το τρίτο από τα εφτά παιδιά μιας καθαρίστριας κι ενός φτωχού αλκοολικού Ναπολιτάνου. Το σχολείο δεν έδειχνε να τον ενδιαφέρει ιδιαίτερα, γι’ αυτό πήγε μόνο δημοτικό. Χωρίς να χάσει καιρό, ξεκίνησε μουσικές σπουδές με δάσκαλο τον Βιτσέντζο Λομπαρντίνι. Τα προς το ζην τα έβγαζε τραγουδώντας σερενάτες στα καφέ και τα μπαρ της πόλης. Το οπερατικό του ντεμπούτο το έκανε στη Νάπολη το 1895 και, στη συνέχεια, για μεγάλο χρονικό διάστημα ταξίδεψε και τραγούδησε σε διάφορες πόλεις της Ευρώπης, καθώς και στην Αίγυπτο.

Μέσα στις υπόγειες κρύπτες της μνήμης

Μέσα στις υπόγειες κρύπτες της μνήμης | tanea.gr Ο φιλόλογος Γεράσιμος Δενδρινός έχει γράψει επτά πεζογραφικά βιβλία
Από την πρώτη κιόλας, ή μάλλον τη δεύτερη, σελίδα του βιβλίου διηγημάτων (δέκα στο σύνολό τους) του Γεράσιμου Δενδρινού «Βήματα σε λιθόστρωτο» αποκτάς μια απολύτως ακριβή εντύπωση της εντελώς ιδιαίτερης πεζογραφίας του όταν γράφει στο διήγημα «Θριάσιο Πεδίο»: «Κάθε φορά που το σμήνος των πουλιών περνάει πάνω από την Εθνική (σ.σ.: την Εθνική Οδό), η σκιά του γλιστρά στα καπό των σταματημένων αυτοκινήτων πριν τα φανάρια». Οσο περαστική, ούτε καν στιγμιαία, είναι η σκιά του σμήνους των πουλιών στα καπό των σταματημένων αυτοκινήτων, που αν δεν είχε επισημανθεί θα ήταν σαν να μην είχε υπάρξει, το ίδιο ακριβώς εκτόπισμα φαίνεται να διατηρούν για τη συλλογική ανθρώπινη μνήμη γεγονότα ιστορικά ή και κτίσματα ακόμη, αν και το παρελθόν έμοιαζε να έχει ταυτιστεί μαζί τους. Αν και ο Δενδρινός τα αναπαριστά μέσα στα διηγήματά του – γεγονότα και κτίσματα – ως παρουσίες κυρίαρχες και δεσπόζουσες καθώς εντοπίζει ανάμεσά τους συγγένειες όσο απομακρυσμένα κι αν είναι τα ίδια μεταξύ τους χρονικά κι όποια κι αν είναι η γεωγραφική απόσταση – τεράστια δηλαδή – που τα χωρίζει.

7 Αυγούστου 2018

Η «Νέα Εστία» και ο πειρασμός του αυταρχισμού

Του Σπύρου Κακουριώτη

«Αναρχικός…» με τη συμπλήρωση, αμέσως μετά: «…της Δεξιάς». Αυτά ήταν όσα γνώριζα για τον Ρένο Αποστολίδη στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Αργότερα ήρθε η Πυραμίδα 67, στην επανέκδοσή της από την Εστία, για να επιβεβαιώσει το πρώτο σκέλος. Ύστερα, η μετάφραση της Ιστορίας του Μεγάλου Αλεξάνδρου του Droysen που έδινε με κουπόνια η Ελευθεροτυπία –στον απόηχο του Μακεδονικού, που άρχισε να κατατρώει σαν καρκίνος κάθε πατριωτικό αίσθημα, στις αρχές της δεκαετίας του 1990– ήρθε να επιβεβαιώσει το δεύτερο σκέλος.
Οι τηλεοπτικές του εμφανίσεις αργότερα, εμφανίσεις ενός ανθρώπου θυμωμένου, που ελάχιστα περιθώρια νηφάλιας συζήτησης άφηνε, αλλά και η απόλυτα ναρκισσιστική χρήση του βαπτιστικού του, με το οποίο και μόνο υπέγραφε, θεμελίωσαν μέσα μου την απώθηση για τον διανοούμενο και τους τρόπους του.

Το ολοκαύτωμα των βιβλίων

Το 1953, ο Αμερικανός συγγραφέας Ρέϋ Μπράντμπερυ (Ray Bradbury) εξέδωσε το μυθιστόρημα «Φαρενάϊτ 451» όπου φαντάζεται μια μελλοντική δυστοπία με ένα πολιτικό καθεστώς που χαρακτηρίζεται από εχθρικότητα για τα βιβλία και έχει διατάξει τη μεθοδική καταστροφή τους, δια της πυράς, μέχρι ολικής εξαφάνισής τους.  Τα βιβλία σε αυτή την κοινωνία γίνονται παρανάλωμα του πυρός και ο κρατικός μηχανισμός υπεύθυνος γι αυτό (σε μια ειρωνική ανατροπή των μέχρι τώρα δεδομένων) είναι η Πυροσβεστική Υπηρεσία!  Το 1966, ο Γάλλος σκηνοθέτης Φρανσουά Τρυφώ (Francois Truffaut) μετατρέπει το μυθιστόρημα σε κινηματογραφικό έργο με τον ίδιο τίτλο.  Και, πάνω από μισόν αιώνα αργότερα, τον Μάη του 2018, ο Ιρανο-Αμερικανός σκηνοθέτης Ραμίν Μπαχράνι (Ramin Bahrani) το ξαναφέρνει στην οθόνη (ένα κινηματογραφικό έργο γυρισμένο αποκλειστικά για το αμερικανικό καλωδιακό κανάλι HBO).  Προφανώς, οι φόβοι και οι προφητείες του Ρέϋ Μπράντμπερυ δεν επαληθεύθηκαν στον επόμενον μισόν αιώνα και παραπάνω που ακολούθησε την έκδοση του βιβλίου του.  Τι είναι, λοιπόν, αυτό που κάνει τον νέον Αμερικανό σκηνοθέτη να δημιουργήσει τη δική του κινηματογραφική εκδοχή αυτή την εποχή;

Ramin Bahrani

Βαγγέλης Ψαραδάκης, Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης (31-10-1888 / 8-1-1944) και οι Τέχνες (1927–2008) – 120 χρόνια από τη γέννησή του

1
Είναι περισσότερο από ασφαλές το συμπέρασμα, γεγονός βέβαιο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, ότι ο τόμος με τα περισσότερα ποιήματα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη από τις εκδόσεις Ζήτρος (α΄ 1997, β΄ 2001), έκανε πλατύτερα γνωστό τον λησμονημένο και βαθύτατα παρεξηγημένο νεορομαντικό, χαρισματικό και πολυτάλαντο δημιουργό του Μεσοπολέμου.
Ο «παρακμίας» (decadent) και «καταραμένος» (maudit) περιπλανώμενος (flaneur) ποιητής, όπως έχει καταγραφεί πολλαπλώς στη φιλολογία, όπου «στην ιστορία [της λογοτεχνίας μας] λίγες γραμμές μονάχα βρίσκονται» γι’ αυτόν, σχεδόν ασήμαντες, μπορεί να μην έγινε δημοφιλής, όπως ήταν τα πρώτα 30-35 χρόνια του 20ου αιώνα – “πρίγκιπα των ποιητών' τον αποκαλούσαν, ωστόσο κατόρθωσε να γίνει οικείος και πολύ αγαπητός στις νεότερες γενιές αναγνωστών – η απήχησή του είναι μεγάλη.

6 Αυγούστου 2018

Μάνος Ελευθερίου: Ό,τι από μένα τώρα έχει μείνει

Γράφει η Ελένη Γκίκα //




[«Στον Άδη πάνε οι φίλοι. Κι άλλοι φίλοι.
Μονάχοι, ανυπεράσπιστοι, βουβοί.
Με τη φωνή κλεισμένη σε κοχύλι
την ύστατη να βρούνε αμοιβή.
Εκεί που βρίσκουν όλα θεραπεία.
Στο πέραν. Στο ποτέ. Στην ουτοπία».]

2 ποιήματα, Kerana Angelova | μτφρ. Μαρία Δούμπα

saratsis
Πέρασμα / Брод
Ξυπόλυτη μέσα απ’ τη σκόνη να βαδίζεις
απ’ το ταπεινό σου σπιτάκι το καλοκαιρινό ως το ποτάμι και πίσω
το βαθύ πέρασμα δίχως να το διαβαίνεις
να περπατάς με μπότες λασπωμένες γενικώς να βαδίζεις
μιας και στης ζωής το πλάνο νομάς μικρούλα είσαι
μιας και δεν έχεις ρίζες απ’ τα φυτά για να διαφέρεις
σου ’δωσε ο θεός τον τόπο αυτό για να τον βαδίζεις

5 Αυγούστου 2018

Μπικίνι: η δημοκρατία στην παραλία

Κώστας Θ. Καλφόπουλος

Ο Ηλίας Καφάογλου ανήκει σε εκείνους τους συγγραφείς της νεότερης γενιάς, που όχι μόνο χαρακτηρίζονται από εργατικότητα και συστηματικότητα, αλλά εκπλήσσουν ευχάριστα τον αναγνώστη με τις εναλλαγή του ρεπερτορίου τους και με την έκκεντρη προσέγγιση των θεμάτων τους, από τη λογοτεχνία  μέχρι την αυτοκίνηση και το ποδόσφαιρο. Ο συγγραφέας συγκεντρώνει και επεξεργάζεται το υλικό του, κινούμενος ανάμεσα στην ενδελεχή έρευνα και το δοκίμιο και αναδεικνύοντας πτυχές μιας σειράς θεμάτων, που παραγνωρίζει ή αγνοεί επιδεικτικά η εγχώρια ακαδημαϊκή κοινότητα, επί δεκαετίες εγκλωβισμένη στην ιδεολογία, και κάποια από αυτά εντάσσονται στον ευρύτερο χώρο των πολιτισμικών σπουδών, όπου τουλάχιστον παρατηρείται τα τελευταία χρόνια μία στροφή του ενδιαφέροντος των νέων κοινωνικών ερευνητών στους χώρους του ποδοσφαίρου, της μουσικής και της νεανικής (υπο)κουλτούρας. Με το «μπικίνι» επιχειρεί να διεισδύσει και στον χώρο της κοινωνικής ιστορίας σχετικά με το «πλέον μικροσκοπικό ένδυμα στον κόσμο», μετά, φυσικά, το βιβλικό φύλλον συκής.

«Η δυσφήμηση της ποίησης»


Του Σωτήρη Παστάκα
“Το πρόβλημα, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι επειδή τις περισσότερες φορές οι ποιητές χρηματοδοτούν οι ίδιοι τις εκδόσεις των βιβλίων τους (και σε ορισμένους οίκους πανάκριβα) πολλοί εκδότες είναι έτοιμοι να τυπώσουν οτιδήποτε, χωρίς κανένα κριτήριο, αρκεί ο υποψήφιος συγγραφέας να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη. Έχω δει με τα μάτια μου Θεσσαλονικιό εκδότη να κλείνει οικονομική συμφωνία με νεαρό συγγραφέα δίχως να έχει κοιτάξει καν το δακτυλόγραφο που του προσκόμισε. Και είναι επίσης γνωστό ότι πολλοί εκδότες δεν διαβάζουν ούτε τα βιβλία που οι ίδιοι εκδίδουν…' λέει πρόσφατα σε κάποια συνέντευξή του ο Κώστας Δεσποινιάδης.
Πριν μερικά χρόνια, το 2013, στο Κάιρο, άκουσα τον αγαπητό Χρίστο Γ. Παπαδόπουλο να εκφράζει την απαξίωσή του για τη σύγχρονη «λογοτεχνική» παραγωγή από τη στιγμή που ο καθείς πληρώνει την έκδοση του βιβλίου του. Δεν έχει κανένα νόημα, όλο αυτό το εμπορικό αλισβερίσι. Οι «παρεολογοτέχνες» όπως τους είχα βαπτίσει σε ένα από τα savoir, συνάδουν με τους