26.11.22

Νένα Φιλούση, «Φρούτα στο πιάτο και άλλες τρυφερότητες», εκδ. Βακχικόν, 2022 (γράφει ο Χρήστος Μαυρής)


Η αφοπλιστικα τολμηρη
γραφη της Νένας Φιλούση!

 

Η Νένα Φιλούση, γνωστη ποιήτρια απο την Λεμεσο, επιδίδεται με αξιώσεις και στη πεζογραφία,γεγονος που καταδεικνύεται εμφανως και  στη νέα δουλεια-της. Το γενικο αυτο συμπέρασμα εξάγεται αβίαστα απο το πρόσφατα εκδομένο βιβλίο-της με διηγήματα που τιτλοφορείται ΄΄Φρούτα στο πιάτο και άλλες τρυφερότητες΄΄, το οποίο κυκλοφόρησε απο τις εκδόσεις Βακχικον, αυτο τον χρόνο (2022).

Σ’ ένα απο τα διηγήματά-της, συγκεκριμένα αυτο που τιτλοφορείται «Ο Τουταγχαμων και η μπο-μεκ», η συγγραφέας χαρακτηρίζει τη φωνη της ηρωίδας-της «μαλακια, βελούδινη και καυλιάρικη». Θα έλεγα όμως, χωριςπεριστροφες, πως αυτοι οι επιθετικοι προσδιορισμοι ταιριάζουν σε μεγάλο βαθμο και στη δικη-της λογοτεχνικη γραφη με την οποία δημιουργει τα 13 μικρα διηγήματα που συγκροτουν το καινούργιο βιβλίο-της. Γιατι, στο μεγαλύτερο μέρος-της,αυτη η γραφη είναι μαλαματένια αλλα είναι και άκρως αισθησιακη. Μπορει δηλαδη να δονήσει τις ερωτικες χορδες, και μάλιστα έντονα, του κάθε ενεργου σεξουαλικα ανθρώπου. Με άλλα λόγια, με τις ερωτικες σκηνες που περιγραφει μπορει να διεγείρει και ν’ αναστατώσει τη λίμπιντό-του.

Σίγουρα, η γραφη αυτη, με τη οποία υφαίνει τα διηγήματά-της η συγγραφέας, εντυπωσιάζει και συνάμα σοκάρει. Εντυπωσιάζει για τη στιβαρότητα, την ωριμότητα και τη νοηματικη επάρκειά-της. Σοκάρει για την ατίθαση και την απελευθερωμένη απο τις όποιες τυπικες δεσμεύσεις συμπεριφορα-της. Για την ακρίβεια είναι απαλλαγμένηαπο τον ηθικο μανδύα που πρέπει να μεταφέρει, σύμφωνα με την επικρατούσα αντίληψη, μία εξευγενισμένη γραφη, χωρις βέβαια με αυτο να υπαινίσσομαι πως η γραφη της Ν. Φιλούση καταλήγει να διαβάζεται  ως ένα πορνογραφικο, ή «πορνικο»,  κατα τη έκφρασή-της, κατασκεύασμα. Όμως, όλα είναπιθανα στη μικρη κοινωνία που ζούμε. Επομένως δεν αποκλείεται να βρεθουν κάποια μέρα άτομα, σεμνότυφα ή πουριτανα, που πιθανον να παρεξηγήσουν αυτο το στυλ γραψίματος και αβασάνιστα να το καταχωρίσουν στη κατηγορία της αθυροστομίας ή, κατα το λαϊκότερο, της βωμολοχίας .

Προσωπικα όμως, όπως ανάφερα ήδη, αυτη η ακομπλεξάριστη γραφη, με τη φυσικη και όχι τηνπροσποιητη τολμηρότητα, εμένα με ενθουσιάζει και επιπλέον με βρίσκει και υποστηρικτη-της. Με ενθουσιάζει, ακόμη, η γραφη της Ν. Φιλούση γιατι είναι καθαρη, με μεγάλη σαφήνεια στη διατύπωσή-της, χωρις να υπάρχουν εντος-της σκοτεινα σημεία ή μαύρα συννεφάκια. Δίνω κάποια ενδεικτικα παραδείγματα της αφοπλιστικης τολμηρότητάς-της:

 

Είδα το γραμμόφωνο κι έπαθα πλάκα. «Να βάλω μουσικούλα; Μπαχ για αρχη», είπε όλο νάζι. Μου χάιδεψε το κεφάλι και τον ώμο, κι εγω κοίταγα τα βυζια-της. Με ρώτησε αν πεινάω, μα δεν απάντησα. Τρέμανε τα χέρια-μου. Με ξεκούμπωσε αμίλητη και μ’ οδήγησε σε όλα αργα, ευγενικα, σαν δασκαλα, κι αν θυμάμαι καλα, τελείωσα πριν μπω μέσα-της. Χαμογέλασε γλυκα και με πήρε στο μπάνιο και μ’ έπλυνε. Ο Μπαχ δεν βοηθούσε.

(«Η Παξινου», σ. 14)

 

Και ένα άλλο απόσπασμα πιο προχωρημένο σε τολμηρότητα:

 

Τόσο καλος ήταν μαζι-μου.

Έβαλε ύστερα το τριχωτο χέρι-του κάτω απο τη φούστα-μου και ανακάτευε. Έκανε τάχα πως με γαργαλάει για να γελάσω. Δεν γέλασα ποτε.

Την επόμενη φορα μού έδειξε το πράμα-του και με καλόπιασε να το γλείψω. Το έγλειψα. Βρομούσε. Με ξαναπήρε κι άλλες φορες. Μετα το πράμα-του το έβαζε μέσα-μου κι έλεγε στ΄αυτι-μου «κατσικάκι-μου εσυ».

(«Γενέθλια», σ. 31)

 

Με δύο λόγια, και εδω θέλω να επικεντρωθω, η γλώσσα με την οποία η Ν. Φιλούση αποτυπώνει τη σκέψη, τον στοχασμο και τις ιδέες-της σε αυτα τα διηγήματα, και κατ’ επέκταση με την οποία πλάθει και γνωστοποιει τη τέχνη που είναι ταγμένη να υπηρετει, θυμίζει έντονα τον καθημερινο λόγο των απλων ανθρώπων. Θέλω να πω πως είναι η γλώσσα με την οποία λειτουργουν και επικοινωνουνμεταξυ-τους, στη καθημερινότητά-τους, οι περισσότεροι άνθρωποι, που είναι βέβαια μια γλώσσα ολοζώντανη, πηγαία, δυνατη, καπάτσα, απλη(όχιαπλοϊκη), χωρις αφηρημένα σχήματα, που σκόπιμα κρατείται μακρυα απο συμβατικες δεσμεύσεις και τεχνικες ωραιοποιήσεις. Γλώσσα στηριγμένη στις μικροπερίοδες ανάσες, με διαυγέστατη και άψογη δημοτικη!

Σε αυτο το γλωσσικο κατόρθωμα που έφθασε η Ν. Φιλούση,σίγουρα συνέβαλαν αρκετα και οι λέξεις που χρησιμοποιει για να συνθέσει τα κείμενά-της, που είναι όλες αντλημένες μέσα απο τη βαθια και πλατια, τη τεράστια δεξαμενη της ελληνικης γλώσσας. Κοντολογις, η συγγραφέας αφήνει να καταλάβουμε πως δεν δείχνει ή, καλύτερα, δεν έχει επιλεκτικη προτίμηση προς τις τετραπέρατες λέξεις. Γιατι, όπως αντιλαμβάνομαι, πιστεύει, και πολυ σωστα πράττει, πως δεν υπάρχουν ωραίες ή άσχημες λέξεις, αθώες ή κακες, κατάλληλες ή ακατάλληλες, προτιμητέες ή αποριπτέες. Απαναντίας, για τη Ν. Φιλούση όλες οι λέξεις (ακόμη και οι παρακατιανες, όπως κάποιοι τις χαρακτηρίζουν άστοργα) έχουν την αξία-τους, άρα είναι και χρήσιμες, άλλες περισσότερο και άλλες λιγότερο, αρκει ο κάθε λογοτέχνης να αναζητήσει και να ανακαλύψει αυτη την αξία. Ν’ ανακαλύψει βασικα την πολύτιμη ιστορία και ουσία που περιέχουν μέσα-τους οι λέξεις. Δηλαδη την ενέργεια, τη δύναμη, το νοηματικο βάθος και το εκτόπισμά-τους, για να τις  αξιοποιήσει στη συνέχεια παραγωγικα στη γραφη-του. Και ακριβως, με αυτοτον φυσικο τρόπο εργάζεται και η εν λόγω συγγραφέας στα καινούργια διηγήματά-της, μάλιστα με περισσ ησπουδη και ικανότητα!

Οι αδρες και πειστικες περιγραφες των ηρώων-της, και γενικα των ανθρώπινων μορφων που πρωταγωνιστουν στα διηγήματά-της,των οποίων τα χαρακτηριστικα ψυχογραφει προσεκτικα και στη συνέχεια τα σκιαγραφει έξοχα στις σελίδες του νέου βιβλίου-της, εννοω με κάθε λεπτομέρεια και ακρίβεια, είναι κάτι που δεν περνάει απαρατήρητο απο την ματια του αναγνώστη. Θα έλεγα μάλιστα πως η συγγραφέας, σε αυτο ειδικα το σημείο, εννοω της απόδοσης στο χαρτι, με ακρίβεια και με κάθε λεπτομέρεια, των δύσκολων και πολλεςφορες ιδιόμορφων χαρακτηριστικων των ηρώων-της, λειτουργεισαν ένας φτασμένος ζωγράφος την ώρα που δουλεύει στο εργαστήρι-του, στην προσπάθειά-του να αποτυπώσει επακριβως στο κανναβάτσο το ανθρώπινο μοντέλο που έχει απέναντί-του. Μεταφέρω εδω ενδεικτικα δείγματα σκιαγράφησης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικων δύο ηρώων-της:

 

Τον Νεγρεπόντη τον γνώρισα στον στρατο. Στο Μεγάλο Πεύκο, που μας πήγαν για εκπαίδευση. Λιγνος σαν κορίτσι, μελαχρινος, με μια φάτσα ρουφηγμένη, σαν να βγήκε απ’ την Κατοχη. Καταλάβαμε όλοι αμέσως ότι θα τον ακούγαμε να τραγουδα όλη μέρα κι όλη νύχτα, όλες τις ώρες, και δεν θα κόπαζε ποτε. Τι Μαργαρίτη, τι Καζαντζίδη, τι Ζαγοραίο και Διονυσίου, αλλα και πιο παλιους, Μάρκο, Τσιτσάνη, Παπαϊωάννου, Δελια, απ’ όλα.

(«Μωρο-μου, καλησπέρα», σ. 41)

 

Το δεύτερο δείγμα είναι το εξης:

 

Σιγα μην της πω. Στρογγυλη φάτσα, άσπρη, παιδικη, με γυαλια μυωπίας, φορααθλητικο μπλουζάκι και φούστα θεούσας. Με τσέπες γεμάτες πράγματα. Δεν κρατα τσάντα. Περπατα σαν αγόρι. Μιλα σαν να ξέρει απο πάντα. Βγάζει μια καλοσύνη που κάτι στριμμένους σαν εμένα μπορει να τους διασαλεύσει την ησυχία. Δεν είναι μεγάλη, δεν έχει παιδια. Συμπεριφέρεται σαν μητέρα πάντων και πασων. Γελα γενναιόδωρα.

(«Ψάρια», σ. 75)

 

Αυτες όλες οι λεπτομέρειες όμως, είναι που κάνουν την αφήγηση της Ν. Φιλούση ζωντανη, ζουμερη, συναρπαστικη και κυρίως επικίνδυνα πειστικη. Ως εκ τούτου, κάνει μία υπέροχη ρεαλιστικη λογοτεχνία, που αγγίζει θα έλεγα τα όρια της φωτογραφικης απεικόνισης, χωρις όμως αυτο να οδηγει στην έκπτωση της αξίας που περιέχει η τέχνη-της. Είναι λογοτεχνία σίγουρα υψηληςκαι διακεκριμένης τέχνης, με τον αναγνώστη να δυσκολεύεται κάποιες φορες ν’ αντιληφθει που αρχίζει η πραγματικότητα και που τελειώνει η φαντασία στα κείμενά-της.  Οι συχνες αναφορες, εξάλλου, σε υπαρκτα τοπωνύμια επαυξάνουν την αβεβαιότητα μεταξυ πραγματικότητας και φαντασίας. Γράφει:

 

Αλλα εσυ τα καταφέρνεις και πας

όπου θες γιατι τρέχεις και προλαβαίνεις να γυρίσεις ό,τι ώρα σου πουν. Ανεβαίνεις τον ανήφορο του Κατσουρια, κάνεις το περιφερειακο μονοπάτι και φτάνεις στο παλιο σχολείο με τα πεύκα. Απο κει κατεβαίνεις πίσω απο την πλατεία και τα καφενεία, περναςξυστααποτην Αγία Μαρίνα και φτάνεις μέσα απο τις συκιες στο σπίτι. Άλλοτε μόνο βόλτα στα Κυπαρισσάκια ή στρίβεις απο τις καρυδιες του Τήλλυρου και κατεβαίνεις στη Βρύση του Γέροντος.

(«Αύγουστος», σ. 51)

 

Το χωροχρονικο πλαίσιο μέσα στο οποίο εκτυλίσσονται τα γεγονότα και η δράση των ηρώων που περιγράφει στα διηγήματά-της, που είναι στην πλειονότητά-τους στηριγμένα πάνω σεκοινωνικο υπόβαθρο, είναι ευδιάκριτα οριοθετημένο στο βιβλίο. Χρονικα, αρχίζει απο τη δεκαετία του ΄80, δηλαδη λίγο μετα τη τουρκικη εισβολη, την προσφυγια και γενικα την κυπριακη τραγωδία, και φθάνει μέχρι τις παρυφες του αιώνα που διανύουμε ενω, τοπικα, η ματια-της απλώνει εποπτικα πάνω σε όλο τον κυπριακο χώρο αλλα εκτείνεται και μέχρι την Ελλάδα και συγκεκριμένα την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη.

Όπως ανάφερα ήδη, μέσα απο αυτα τα διηγήματα, με ειλικρινεις προθέσεις, η συγγραφέας ξεδιπλώνει κυρίως κοινωνικα προβλήματα. Για την ακρίβεια ξεθάβει και φέρνει στην επιφάνεια παλιες βεντέτες, πικρες ερωτικες ιστορίεςαλλα και ιστορίες τιμης (γάμοι τιμης), ιστορίες μετανάστευσης και ξενιτεμου, φτώχειας, σωματικης εκμετάλλευσης και γενικα εμπορίας προσωπων κ.α., όπως αυτες διαμορφώθηκαν σε αλλοτινες εποχες. Κατα βάθος, η συγγραφέας, στα περισσότερα διηγήματά-της, ασκει, έστω και χαμηλόφωνα, ένα είδος κοινωνικης και πολιτικης κριτικης. Υπαινίσσεται δηλαδη και πολιτικες αιχμες. Ας δούμε όμως, πόσο έξοχα περιγράφει με λογοτεχνικη μαστορια τα προβλήματα που δημιουργει η μετανάστευση.

 

Οι γονεις-μας έφυγαν όταν ήμασταν μικροι. Εγωενος έτους, μόλις είχα περπατήσει, ο αδελφος-μου έξι. Πήγαν στη Γερμανία για να δουλέψουν. Ο γέρος-μου ήταν αστυφύλακας, έπιανε καλομισθο, αλλα ήθελε να δει κι άλλους τόπους, να ζήσει αλλου. Η μάνα τον ακολούθησε, όπως πάντα. Στα πέντε-μου, ήρθε ο θείος Λάζαρος να δει τους γονεις-του και μας πήρε κι εμαςμαζι-του στη Γερμανία. Τη μάνα-μου τότε δεν την καλοήξερα. Τη φώναζα «καλε κυρία» κι αυτη λυπόντανε.

(«Φρούτα στο πιάτο», σ. 97)

 

Τα καταγράφει όμως, όλα αυτα με μεγάλη χάρη και επιδεξιότητα, άλλοτε με πικρο χιούμορ και σκληρη ειρωνεία και άλλοτε με διάχυτο πόνο και αβάστακτη πίκρα. Έτσι, η πεζογραφία-της καταλήγει να είναι άλλοτε σκληρη και άλλοτε τρυφερη, διανθισμένη μάλιστα και με δόσεις λυρικων ποιητικων στοιχείων. Ακόμη, άλλοτε είναι ευχάριστη και άλλοτε θλιβερη, με αποτέλεσμα οι αναγνώστες, κυρίως οι ευαίσθητοι, όταν τη διαβάζουν, να γελάνε απο τη μία και να κλαίνε απο την άλλη. Κοντολογις, η παζογραφία της Ν. Φιλούσηεπιφέρει μεγάλη συγκίνηση, κάτι για το το οποίο, όπως υποψιάζομαι, ανέκαθεν στόχευε και το οποίο τώρα κατάφερε να πραγματοποιήσει σε μεγάλο βαθμο.

Καταλήγοντας, να τονίσω πως η Ν. Φιλούση, με την παρούσα συλλογη διηγημάτων-της, απέδειξε πως κάνει μία τόσο υπέροχη λογοτεχνία, μία τόσο μεγάλη τέχνη, με τόσο απλα μέσα και με τόσοαπληγραφη. Τολμω, επομένως, να πω πως η πεζογραφία-της έχει την ιδιότητα του αριστουργήματος, δηλαδη της μοναδικότητας.

Να ομολογήσω όμως, πως μετα την ανάγνωση του νέου βιβλίου-της, έχω διχασθει βαθια. Δηλαδη, δεν ξέρω, ειλικρινα, τώρα, αν πρέπει να βάλω πρώτα στην εκτίμηση και προτίμησή-μου την ποιήτρια Ν. Φιλούση και μετα την πεζογράφο ή το αντίστροφο. Ευελπιστω όμως, προϊόντος του χρόνου, πως θα ξεκαθαρίσει μέσα-μου αυτο το ενοχλητικο ερώτημα.

 

 

*Το κείμενο είναι βασισμένο σε κανόνες του μονοτονικου που εφάρμοζε ο αξέχαστος Αντώνης Μυστακίδης-Μεσεβρινος

 https://www.poiein.gr/2022/10/30/%CE%BD%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CF%83%CE%B7-%CF%86%CF%81%CE%BF%CF%8D%CF%84%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CF%80%CE%B9%CE%AC%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%AC%CE%BB%CE%BB/?fbclid=IwAR1cI1h6dLsJI3bXdr_9Mw80WWOnYMR7CmgVEdBJ9khm2KOgr_RwEZRaUSA

Δεν υπάρχουν σχόλια: