Η Νεζ Σινό, προκειμένου να ανιχνεύσει τη βία και τη βαρβαρότητα του εξακολουθητικού βιασμού που υφίστατο από τον πατριό της, καταφεύγει στη γραφή. Ταξιδεύει σε άλλα πεδία βαρβαρότητας, όπως εκείνα των στρατοπέδων συγκέντρωσης, διαβάζει συγγραφείς (Πρίμο Λέβι, Τόνι Μόρισον, Βαρλαάμ Σαλάμοφ), συνομιλεί με τη λογοτεχνία ρητά ή υπαινικτικά (Ανρί Ερνό, Ντιντιέ Εριμπόν, Βιρζινί Νεπάντ, Βιρτζίνια Γουλφ, Τόνι Μόρισον). Θα βρει θεραπεία;
«(…) η αλήθεια είναι ότι άπαξ και μπορούμε να μιλήσουμε για το τραύμα, έχουμε κιόλας κατά κάποιο τρόπο σωθεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι αναλαμβάνει τη θεραπεία η ομιλία ή η λογοτεχνία. Αντίθετα, η γραφή δεν μπορεί να προκύψει παρά μόνον όταν η δουλειά, ένα μέρος της δουλειάς, έχει συντελεστεί, το κομμάτι της δουλειάς που συνίσταται στο να βγεις από το τούνελ» (σ. 72).
Και αλλού:
«Θέλησα να το πιστέψω, θέλησα να ονειρευτώ ότι το βασίλειο της λογοτεχνίας θα με υποδεχόταν όπως κάθε ορφανό που βρίσκει εκεί καταφύγιο, αλλά ακόμη και μέσω της τέχνης δεν μπορείς να βγεις νικητής από την αχρειότητα. Η λογοτεχνία δεν με έσωσε. Δεν έχω σωθεί» (σ. 161).
Η λογοτεχνία -το ξέρουμε ήδη από τον Καβάφη- δεν συνιστά θεραπεία. Μπορεί να «ξέρει κάπως από φάρμακα», αλλά δεν είναι κάτι περισσότερο από μια μέθοδο να γλυκάνει ο πόνος («νάρκης του άλγους δοκιμές»). Ένα παυσίπονο, ίσως, που «κάνει για λίγο να μη νιώθεται η πληγή», ή με τα λόγια της Σινό, «πρόσβαση σε ένα σύμπαν ακραίου ρίσκου, συγχρωτισμός με δυνάμεις της ζωής (…), μια μορφή παραμυθίας, αλλά και μια δύναμη».
Η σπαρακτική αφήγηση της Σινό στο υβριδικο αυτό μυθιστόρημα (μεταξύ μαρτυρίας, αυτοβιογραφίας και μύχιας εξομολόγησης, κατά τη μεταφράστρια) περνά ατόφια στα ελληνικά χάρη στην υποδειγματική μετάφραση την Λίζυς Τσιριμώκου, στην οποία η έκδοση οφείλει πολλά.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου