27.3.25

Εκείνος που μεγάλωνε σαν δέντρο


Σπύρος Αραβανής

Εκείνος που μεγάλωνε σαν δέντρο

Εκδόσεις Κέδρος

Σελ.: 200

Γιάννης Δρούγος

 

Ο Σπύρος Αραβανής, που αγαπά και τιμά τον Λόγο, που αιχμαλωτίζει και αναλύει διεξοδικά τις σκιές, τις στροφές και τους δρόμους Του, που πατά με σεβασμό και ευλάβεια πάνω στα νερά και στις στεριές Του μετρώντας τ’ άστρα Του. Ο Σπύρος Αραβανής του Ποιείν, της ποίησης, των στίχων, της ενδελεχούς έρευνας για τα μουσικά μας δρώμενα και τις μορφές που άφησαν ανεξίτηλη σφραγίδα στο ελληνικό μουσικό στερέωμα. Έμπειρος εργάτης του Λόγου, διδάκτορας Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης και φιλόλογος, με τέσσερις ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό του καθώς και μελετήματα – βιογραφίες (εξαιρετική η δουλειά που έκανε με τον Ηρακλή Οικονόμου σε μια βιογραφική μυθ-ιστορία του Μάνου Ελευθερίου με τίτλο «Μαλαματένια λόγια», εκδόσεις Μεταίχμιο). Και ιδού το πρώτο πεζογραφικό έργο του Αραβανή, που μόνο πρωτόλειο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί, καθώς μέσα του υπάρχει το απόσταγμα της χρόνιας και βαθιάς ενασχόλησης του ποιητή – συγγραφέα με την τέχνη της έκφρασης και του στοχασμού. Ο Αραβανής πραγματοποιεί μικρή στροφή εκδίδοντας, υπό τη στέγη και τη φροντίδα των ιστορικών εκδόσεων Κέδρος, το πρώτο του αλλά τόσο ώριμο – γεμάτο αρετές – έργο μυθοπλασίας που συστεγάζει την πρόζα με την ποίηση, τη φιλοσοφία, τον δοκιμιακό λόγο, την αυτοβιογραφική διήγηση και το παραμύθι (διαψεύδοντας τη σκέψη – και τον περίφημο στίχο της Νικολακοπούλου ότι σε κανένα παραμύθι δεν χωράμε) με λυρισμό και δόσεις ωμού ρεαλισμού μαζί. Κι όλα αυτά, χτισμένα με ακριβά υλικά αντοχής, που μετατρέπουν το συγκεκριμένο μυθιστόρημα σε ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς προκαλεί και ζητά την πολλαπλή ανάγνωση.

 Σαν μια φυσική συνέχεια των ποιημάτων του Αραβανή, το «Εκείνος που μεγάλωνε σαν δέντρο» (ο τίτλος του φέρνει στον νου εκείνο το περίφημο τραγούδι των Χάρη και Πάνου Κατσιμίχα «Εγώ ήθελα να γίνω δέντρο», μ’ εκείνο τον ενδόμυχο φόβο που κουβαλούν οι στίχοι του για το πώς μπορεί να επιζήσει κανείς όντας ευαίσθητος κι ονειροπόλος) φέρει την ποιητική δεινότητα του Αραβανή απ’ άκρη σ’ άκρη του βιβλίου, τον κόσμο των τραγουδιών και των βιβλίων που διάβασε και αγάπησε, την ευφυή χρήση της γλώσσας και μια άρτια τεχνική ανάπτυξης και έκφρασης.

 Ο ανώνυμος ήρωας – πρωταγωνιστής είναι ένας άνθρωπος φαινομενικά συνηθισμένος – εργάζεται ως υπάλληλος γραφείου, για την ακρίβεια μισός εργάζεται και μισός ονειροπολεί μπαίνοντας σε μονοπάτια στοχασμών, μνήμης και ανάλυσης του εαυτού του και του κόσμου. Εσωτερικά ευφράδης, ένας flâneur στην πόλη του σε σιωπηλό διάλογο με τα τοπία γύρω του, παρατηρεί τους περαστικούς, παρατηρεί τους ανθρώπους (κυρίως τους μοναχικούς) στα μπαρ, στα εστιατόρια ή στο τρένο κατά τη διαδρομή του προς τη δουλειά.

 Μοναχικός και μόνος (όπως μόνοι είναι οι άνθρωποι ανάμεσα στο πλήθος, μόνοι στα σπιρτόκουτα – διαμερίσματά τους, στις αδιέξοδες σχέσεις τους, σε οφθαλμαπάτες και ψευδαισθήσεις, μόνοι στην πόλη τους κι ακόμα πιο μόνοι στη χώρα τους) κι ερωτευμένος με μια γυναίκα από το παρελθόν, σέρνει μαζί του το τραύμα τού τέλους της σχέσης τους προσπαθώντας να δώσει «επειδή» σε αναπάντητα «γιατί». Ο ανώνυμος ήρωας βιώνει μια τυπική καθημερινότητα. Πάντα σχεδόν μετά το σχόλασμά του συνηθίζει να κάνει μεγάλους περιπάτους, όπου ενίοτε ανοίγει σύντομες συνομιλίες με άλλους, άγνωστους, ενώ άλλο τόσο συχνά πρόσωπα απ’ το παρελθόν εμφανίζονται μπροστά του: οι δικοί του οικείοι, οι πιο δικοί του ξένοι.

 Μπαίνει σε τραγούδια και σε μελωδίες, στροβιλίζεται σε στίχους και σε σελίδες μυθιστορημάτων, ενώ ταξιδεύει στα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, στις ανησυχίες του, στις σημειώσεις του, στο ίδιο του το βλέμμα προς τη σωστή και τη λάθος πλευρά της Ιστορίας. Ζώντας στο παρόν, γίνεται μάρτυρας της κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας, λαθρακουστής τυχαίων συζητήσεων, θεατής δύο αστεριών σε ένα παγκάκι που τα ενώνει η επιθυμία. Παίζει με το δίλημμα να σώσει (ό,τι μπορεί να σωθεί ακόμα από) τον κόσμο ή να σωθεί απ’ αυτό που ο ίδιος έγινε ή δεν έγινε. Κάνει βουτιά σε μια (πικρή, ολόπικρη) ιστορία για την εγχώρια μουσική βιομηχανία κι έπειτα, αργά το απόγευμα, στις παρυφές της νύχτας, επιστρέφει στο διαμέρισμά του για να ’ρθει αντιμέτωπος με ένα ζευγάρι κλειδιά ενός ξένου διαμερίσματος και με μια φωτογραφία που εξαφανίζεται.

 Οι άνθρωποί του κι οι άνθρωποι που πέρασαν απ’ τη ζωή του κεντρικού ήρωα έγιναν ηχόχρωμα στη φωνή του, έγιναν ένα με το δέρμα του, βυθίστηκαν στη θάλασσα της μνήμης κι έχτισαν μόνιμη κατοικία στη στεριά της. Οι ζώντες και τεθνεώτες που ρίζωσαν μέσα του και τον μεγάλωσαν σαν δέντρο. Οι δικοί του άνθρωποι κι οι ήρωες των μυθιστορημάτων που δέθηκε μαζί τους ως σύντροφος κι ως σύμμαχος στα πάθη, στα ύψη και στα βάθη τους. Οι ήρωες που εκείνος φανταζόταν να ξεπηδούν απ’ το χαρτί και να τρέχουν αγωνιωδώς να προλάβουν ν’ αγκαλιάσουν και να παρηγορήσουν τον αναγνώστη τους, ριζωμένοι κι εκείνοι μέσα του, φροντίζοντας και ποτίζοντας τα φύλλα και τον κορμό της ψυχής του. Κι ύστερα μπαίνει σε ένα γοητευτικό παιγνιώδη διάλογο με τον αφηγητή – συγγραφέα (τον ίδιο τον Αραβανή ουσιαστικά) για την τέχνη της γραφής, για τους ρόλους του ήρωα και του δημιουργού και για το ποιος τελικά από τους δύο καθοδηγεί την ιστορία.

 Κι εδώ τελειώνει η τριτοπρόσωπη αφήγηση από την πλευρά του αφηγητή και η σκυτάλη παραδίδεται στον ίδιο τον ήρωα, που αποκτά τη δική του φωνή και στη δική του πρωτοπρόσωπη αφήγηση (με διαφορετική γραμματοσειρά) ξεκινά την – ήδη δρομολογημένη διά χειρός του δημιουργού / σκηνοθέτη του – πορεία του προς την αυτογνωσία.

 Κάνοντας έναν σύντομο απολογισμό ζωής και βιώνοντας όλους τους αφορισμούς, τα σπουδαία λόγια που διάβασε και τη γνώση που αποκόμισε – κι όλα μαζί σταδιακά ανέπτυσσαν τα κλαδιά τους μέσα του –, ο ήρωας είναι πλέον απαλλαγμένος δεσμών, προσωπικών και συλλογικών φυλακών, κοινωνικών συμβάσεων και καταναγκασμών και, ελεύθερος, πηγαίνει επιτέλους εκεί όπου πάντα επιθυμούσε να πάει, εκεί όπου πάντα ένιωθε πως ανήκει: σ’ έναν φάρο. Κι από εκεί, στρέφει το φως προς τ’ αναρίθμητα σκοτάδια στα πέρατα του κόσμου.

 Ένα εξόχως καλογραμμένο και καλοχτισμένο φιλοσοφικής πνοής μυθιστόρημα διά χειρός, καρδιάς και πνεύματος του Σπύρου Αραβανή για τη μνήμη, για την τέχνη και τις μορφές της που χαρίζουν ανάστημα και ζωή, για τη γραφή, για την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση, για τον κόσμο του σήμερα, για την εθνική, παγκόσμια και ατομική μας ερημιά, για τη λογοτεχνία και τους αθάνατους ήρωές της που φωτίζουν σαν φάροι τα σκοτάδια μας, για τις φτερούγες και τις βαριές αλυσίδες των παιδικών μας χρόνων, για τις εσωτερικές μας ρίζες, για τον άνθρωπο που μπορεί να πετάξει στα όνειρά του κατακτώντας την αυτογνωσία του. Υπαρξιακής αναζήτησης και ποιητικών διαστάσεων κείμενο, με διακειμενικές αναφορές, τρυφερό σαν την επιθυμία για ελευθερία ενώ, σε δεύτερο επίπεδο, ανελέητα σκληρό και βαθιά καυστικό.

 Εν κατακλείδι, ο Σπύρος Αραβανής έγραψε ένα εξαίρετο, πολυεπίπεδο μυθιστόρημα από εκείνα που ο ήρωάς τους αυτονομείται, βγαίνει από την ιστορία του, τρυπώνει στη ζωή μας και στη σκέψη μας και ριζώνει μέσα μας και μαζί του αναπτυσσόμαστε, ονειρευόμαστε, κυνηγάμε (αυτό που είμαστε κι αυτό που δεν είμαστε), παρατηρούμε, μνημονεύουμε, αναλύουμε, γυρεύοντας κοινό φως να μοιραστούμε και να μοιράσουμε.

https://www.topontiki.gr/2025/03/02/bivlio-ekinos-pou-megalone-san-dentro/?fbclid=IwY2xjawI-xJpleHRuA2FlbQIxMAABHWPdrtKETsDOHpbrg9PPak07ZEledjPYq0e3npbEjmKJ7XuTgtlTtq1DvQ_aem_XXcQxePVPQ-nguBrexKb5w&fbclid=IwY2xjawI-xJpleHRuA2FlbQIxMAABHWPdrtKETsDOHpbrg9PPak07ZEledjPYq0e3npbEjmKJ7XuTgtlTtq1DvQ_aem_XXcQxePVPQ-nguBrexKb5w

Δεν υπάρχουν σχόλια: