7.4.19

Κ. Φωτεινό, Η τρέλλα

Ο Κ. Φωτεινός πήγαινε ακόμα στο Γυμνάσιο σαν πλάκωσε η δικτατορία. Άλλα στοιχεία γι’ αυτόν δεν μπορούμε να δώσουμε. Το παρακάτω ποίημά του, αφιερωμένο στις φυλακισμένες γυναίκες, είναι παρμένο από μια συλλογή αδημοσίευτη και δημοσιεύεται από τις εκδόσεις μας με ιδιαίτερη χαρά.
Η Τ Ρ Ε Λ Α
ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΛΕΥΚΑ
Κανέναν δεν εσφάξαμεν
Κανέναν δεν εττυρανήσαμεν
Σ’ ΕΝΑΝ ΚΑΤΑΚΟΚΚΙΝΟ ΔΕΚΕΜΒΡΗ
αντιπαρατάσσουμεν
έναν ΚΑΤΑΛΕΥΚΟΝ ΑΠΡΙΛΗ
(Επιγραφή στο Υπουργείο Ναυτικών ,Τμήμα Πληροφοριών.
Πλατεία Κλαυθμώνος)

6.4.19

Ένας κορυφαίος τεχνίτης του χάικου από την Ιαπωνία στη γλώσσα μας – του Παύλου Δ. Πέζαρου

Κομπάγιασι Ίσσα, Διακόσια Εξήντα Επτά Χάικου, Εισαγωγή – Μετάφραση – Επίμετρο: Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Κουκούτσι, Αθήνα 2017, σσ. 115
Ο Γιάννης Λειβαδάς (Καλαμάτα, 1969), από τους πιο αντιπροσωπευτικούς ποιητές της γενιάς του, με κάπου δέκα ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό του μέχρι τώρα, είναι, μεταξύ άλλων, και εξειδικευμένος μελετητής και μεταφραστής των χάικου και μάλιστα απευθείας από τη γλώσσα ρομάτζι της Ιαπωνίας.
Κατ’ αρχάς, αξίζει να διευκρινιστεί ότι, το «ιδίωμα» ρομάτζι (ακριβέστερα, ροούμα-τζι, δηλαδή, ρωμαϊκά γράμματα) είναι, όπως πληροφορούμαστε από το διαδίκτυο, μια μάλλον «τεχνική» γλώσσα που επινοήθηκε (κυρίως μετά την ήττα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου) προκειμένου να εισαχθούν τα λατινικά γράμματα προς απόδοση των ήχων της ιαπωνικής γλώσσας. Αν και δεν αποτελούν, επομένως, μέρος της επίσημης Ιαπωνικής γλώσσας, οι μεταγραφές στα ρομάτζι χρησιμοποιούνται (κυρίως στο χώρο του εμπορίου και της τεχνολογίας) για τον ίδιο λόγο που χρησιμοποιούνται λ.χ. και τα Greeklish (αντί του ελληνικού αλφάβητου) στις τεχνολογικές κ.ά. εφαρμογές.

Βασίλης Νικολαΐδης, Ρουάντα Νησί

Κιʼ ίσως έπρεπε κάποτε να πάμε πάλι (χωρίς τόπο και χρονολογία)
Κιʼ ίσως έπρεπε πάλι να πάμε λίγο πριν αρχίσουν οι βροχές
Στίβες τα σύννεφα πάνω στους λόφους, πέρα στους λόφους
Στα δέντρα φτιάχνοντας δρόμους και θόλους στο φως
Κιʼ αμέθυστοι, χρώματʼ αλλάζοντας, μάτια παντού, παντού
Κιʼ εινʼ ζεστό τʼ απόγεμα, Ρουάντα…
Λίγη σκιά που λικνίζεται, κιʼ είναι γυναίκα
Κιʼ ένα ποδήλατο στον ανήφορο, κιʼ είναι ιδρώτας
Κιʼ αέρας που λίγωσε ώσπου έγινε λάσπη
Και κόκκινο χώμα θυμάται, κιʼ άσκεποι τάφοι κοιμάται το παιδί που τρελλάθηκε
Κιʼ είναι θύτης, κιʼ είναι θύμα, κιʼ ειν γονιός και συγγενείς χιλιάδες…

Ιστορίες της Ιστορίας (της Μαρίζας Ντεκάστρο)

Λέγεται ότι τα ελληνόπουλα δεν τα πάνε καλά με την Ιστορία. Παρόλα αυτά οι εκδότες εξακολουθούν να επενδύουν στα βιβλία, γνώσεων ή μυθιστορήματα.
Λίγους μήνες μετά την έκδοση του θαυμάσιου βιβλίου Χρονολόγιο του Πέιτερ Χους (εκδ. Πατάκη) το οποίο παρουσιάζει την ιστορία των λαών ανά τους αιώνες, ένα καινούριο, αρχαιολογικό αυτή τη φορά, μία διεθνής έκδοση, έρχεται να συμπληρώσει τη γνώση μας για την ιστορία του πολιτισμού.

5.4.19

Μ. Πολυδούρη: Μην πάρεις τα μάτια σου από μένα και πνιγώ μες το σκοτάδι


Η Μαρία Πολυδούρη εμφανίστηκε στα γράμματα σε ηλικία 14 ετών με το πεζοτράγουδο Ο πόνος της μάνας, το οποίο αναφέρεται στο θάνατο ενός ναυτικού που ξέβρασαν τα κύματα στις ακτές των Φιλιατρών και είναι επηρεασμένο από τα μοιρολόγια που άκουγε στη Μάνη. Στα δεκαέξι της διορίστηκε στη Νομαρχία Μεσσηνίας και παράλληλα εξέφρασε ζωηρό ενδιαφέρον για το γυναικείο ζήτημα. Το 1920, σε διάστημα σαράντα ημερών, έχασε και τους δύο γονείς της. Το 1921 μετατέθηκε στη Νομαρχία Αθηνών και παράλληλα εγγράφηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στην υπηρεσία της εργαζόταν και ο ομότεχνός της Κώστας Καρυωτάκης. Γνωρίστηκαν και μεταξύ τους αναπτύχθηκε ένας σφοδρός έρωτας, που μπορεί να κράτησε λίγο, αλλά επηρέασε καθοριστικά τη ζωή και το έργο της. Συναντήθηκαν για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1922. Η Μαρία ήταν τότε 20 ετών, ενώ ο Καρυωτάκης 26. Εκείνη είχε δημοσιεύσει κάποια πρωτόλεια ποιήματα, ενώ εκείνος είχε εκδόσει δύο ποιητικές συλλογές — τον Πόνο των ανθρώπων και των πραμάτων (1919) και τα Νηπενθή (1921) — και είχε ήδη κερδίσει την εκτίμηση κάποιων κριτικών και ομότεχνών του.

Αντώνης Μποσκοΐτης: «18 συνεντεύξεις, σαν μονόπρακτα»

Ωραίες αυτές οι συνεντεύξεις όπως θα έλεγε κι ο Καβάφης, είναι μια μικρογραφία της σύγχρονης Ελλάδας μ’ όλα τα καλά και τα στραβά της, τη μικροψυχία και την απλοχεριά, τη σοβαρότητα και την αβάσταχτη ελαφρότητα, το ταλέντο και τη μετριότητα που κερδίζει σχεδόν πάντα με τα τερτίπια της, την ποιότητα και την επιφάνεια, την αξιοπρέπεια και τον εγωισμό που σου σπάει τα νεύρα, την παράδοση και τις σύγχρονες τάσεις που έρχονται απ’ όλες τις γωνιές της γης, το ελληνικό και το παγκόσμιο που εμπερικλείει ο πολιτισμός μας στη σύγχρονη εκδοχή του.

Τα Ποιητικά - Τεύχος 33


Από τη μια μεριά, ο Σολωμός κι ο Βάρναλης, ο Εμπειρίκος κι ο Λε Κορμπυζιέ, ο Σικελιανός και ο Γιοφύλλης. Ο Τσαλαπάτης και η νέα ποιητική γενιά. Από την άλλη, η Αν Στήβενσον κι ο Ορχάν Βελί. Διαδρομές στον ποιητικό χώρο και χρόνο, έναν χωροχρόνο ανοιχτό, όπως και οι σελίδες των Ποιητικών. Στο επίκεντρο η γραφή, ως «ολική προσοικείωση της ζωής», ως «μηχανή ηθικής», ως «ελιγμός διαφυγής» από τη θνητή συνθήκη. Ο Βάρναλης για τον Σολωμό, ο Κορδάτος για τον Βάρναλη, ο Βάσσης για τον Σολωμό τον Κορδάτο και τον Βάρναλη. Ο Εμπειρίκος και η ανοιχτή ποιητική του, ανάλογη προς τη μοντερνιστική αισθητική της πόλης που εισήγαγε στην ποίησή του και της μοντέρνας ζωής μέσα σ’ αυτήν, η Κατσουρού περιδιαβάζοντας στην ποίηση ως χώρο και στον χώρο ως ποίηση. Ο Σικελιανός μέσα από τα μάτια του Γιοφύλλη.

4.4.19

Ποιητική και ιστορική αλήθεια του Αγώνα του ‘ 21 (της Αλεξάνδρας Δεληγιώργη)


Η Καταστροφή των Ψαρών (Ν. Γύζης)

      της Αλεξάνδρας Δεληγιώργη
Με τη μελέτη  της Ο Αγώνας του ‘ 21 και η υπονόμευσή του. Οι σύγχρονες μαρτυρίες και η κρίση του Σολωμού (2016) η ιστορικός και  αρχαιολόγος Μαρία Δεληβοριά ολοκληρώνει ένα σύνθετο και   ιδιαίτερα  σημαντικό   εγχείρημα, με αφετηρία το  προηγούμενο  βιβλίο της, Διονυσίου Σολωμού, Η Γυναίκα της Ζάκυθος, έχθρισσα του έθνους (2012) επαξίως βραβευμένο από την Ακαδημία Αθηνών .

Τα άλλα δυο είναι ο έρωτας και η ποίηση

Γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη //

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος «Τι κοιτάζει στ’ αλήθεια ο ποιητής», εκδ. Πόλις, 2016

Ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος είναι ένας ποιητής, αλλά πριν από αυτό είναι ένας μανιακός αναγνώστης.
Του αρέσει να κάνει βουτιές σε βιβλιοθήκες, να μυρίζει γιασεμί ακόμα κι όταν γιασεμί δεν υπάρχει, να μεταφράζει, να γράφει για βιβλία και ποιητές, να κρατάει σημειώσεις στα τετραδιάκια του, να κάνει λίστες με ό,τι αγαπάει, βιβλίο ή άλλο, να παρακολουθεί ή να συμμετέχει σε βραδιές ποίησης.
Για την τέχνη της ανάγνωσης, τον ιδανικό αναγνώστη, τα αστυνομικά μυθιστορήματα, τους βιβλιόφιλους, τους βιβλιοφάγους, το ποιόν και το ήθος του παθιασμένου Αναγνώστη κι άλλα παρόμοια γράφει στο βιβλίο του «Το 24ωρο ενός αναγνώστη» (Πόλις, 2017). Από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης (2018) κυκλοφορεί το βιβλίο του «Δωμάτια όπου οι άνθρωποι ουρλιάζουν και πληγώνουν ο ένας τον άλλο» που περιέχει μεταφράσεις ποιημάτων του Ramond Carver.

3.4.19

Ηλίας Κεφάλας: «Είμαστε αδιόρθωτος λαός με πρωτεργάτες στην κατεργαριά και την κακογουστιά τους πολιτικούς μας…»

  • Συνέντευξη του ΗΛΙΑ ΚΕΦΑΛΑ στον ΝΙΚΟ ΛΑΓΚΑΔΙΝΟ
Δεν ήταν η ανάγκη να προβάλω το βιβλίο του “Σκοτεινά σονέτα και άλλα βροχερά ποιήματα”, που κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη, όσο η ανάγκη να μιλήσω μ’ έναν πνευματικό άνθρωπο της γενιάς μου που είναι δημιουργικός, εν εγρηγόρσει και «αναγκαστικά αισιόδοξος»! Είναι δύσκολο μέσα στον εκδοτικό καταιγισμό να διαλέξεις εκείνο το βιβλίο που πραγματικά αξίζει να το προσέξεις και να το προβάλεις. Ποτέ δεν ήταν τόσοι οι γράφοντες, όσοι στην εποχή μας και σε τόσο χτυπητή δυσαναλογία με τους υποψήφιους αναγνώστες, κι ας έχουν αυτοί οι τελευταίοι αυξηθεί.

2.4.19

Έρωτας όπως εμμονή (της Θεοδώρας Δ. Πατρώνα)

Δημοσιογράφος, θεατρικός συγγραφέας, μυθιστοριογράφος αλλά και συγγραφέας παιδικών βιβλίων και ζωγράφος, ο Ντίνο Μπουτζάτι (1906-1972) αποτελεί μία από τις σημαντικότερες μορφές στην ιταλική λογοτεχνική παραγωγή του εικοστού αιώνα. Πολυταξιδεμένος και πολυσχιδής, είναι περισσότερο γνωστός για τα έργα του «Ο Μπαρναμπό των βουνών» (1933), η «Έρημος των Ταρτάρων» (1940), το κλασσικό πλέον παιδικό βιβλίο με δική του εικονογράφηση «Η περίφημη εισβολή των αρκούδων στη Σικελία» (1945), «Εξήντα διηγήματα» (βραβευμένο με το περίφημο Βραβείο Strega 1958) κ.ά.

Μουσείο Τυπογραφίας στα Χανιά


Τον Ιούνιο του 2018 βρέθηκα στα πανέμορφα Χανιά ως μέλος της κριτικής επιτροπής του 4ου Διεθνούς Διαγωνισμού Αφίσας του Μουσείου Τυπογραφίας της πόλης που τα εγκαίνια της λειτουργίας του έγιναν επίσημα το 2005. Βρίσκεται στο Βιοτεχνικό Πάρκο Σούδας και είναι το πρώτο στην Ελλάδα Μουσείο Τυπογραφίας. Ιδρύθηκε από το μεράκι του γνωστού δημοσιογράφου (κυρίως) Γιάννη Γαρεδάκη, ιδρυτή της εφημερίδας Χανιώτικα Νέα και της συζύγου του Ελένης και διευθύνεται από την κ. Έλια Κουμή. Ξεκίνησε ως ιδιωτική συλλογή. Αποτελείται από δύο μεγάλες πτέρυγες και τρεις επιμέρους αίθουσες που καλύπτουν έκταση περίπου 1.200 τ.μ. Ήδη έχει

Ἔ­λεν Φί­λιπς (Helen Philips): Ἡ ἀ­δύ­να­τη γω­νί­α

(The Impossible Angle)


Α ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα εἶ­ναι ἀ­θῶ­α. Δὲν γνώ­ρι­ζαν, ὅ­ταν ἡ καρ­διά τους ὅ­μοι­α μὲ σκύ­λου, φού­σκω­σε ἀ­πὸ χα­ρὰ γιὰ τὴν ἀ­γο­ρά τους λί­γα χρό­νια πρίν, πῶς θὰ κα­τέ­λη­γε ὁ ἰ­δι­ο­κτή­της τους. Εἶ­χαν ἁ­πλές, ἀλ­λὰ ἐ­πι­τα­κτι­κὲς ἀ­ναγ­κές: νὰ περ­πα­τή­σουν καί, πε­ρι­στα­σια­κά, νὰ τρέ­ξουν, νὰ πε­ρι­πλα­νη­θοῦν σὲ πε­ζο­δρό­μια πό­λε­ων, κα­θὼς ἐ­πί­σης καὶ σὲ ἐ­ξο­χι­κοὺς δρό­μους. Ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ ἐ­πι­θυ­μί­ες ἔ­γι­ναν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα, κρέ­μον­ται μὲ δερ­μα­το­ει­δῆ ἀ­θω­ό­τη­τα ἀ­π’ τὰ πό­δια του, δὲν ξέ­ρουν πὼς εἶ­ναι νε­κρός.
       Οἱ κάλ­τσες τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα εἶ­ναι ἀ­θῶ­ες. Τὶς ἀ­πα­σχο­λοῦν κυ­ρί­ως οἱ δί­δυ­μες τρύ­πες τους, μιὰ στὸ με­γά­λο δά­χτυ­λο τοῦ δε­ξιοῦ πο­διοῦ καὶ μιὰ στὸ με­γά­λο δά­χτυ­λο τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ πο­διοῦ. Θυ­μοῦν­ται ἀό­ρι­στα ἐ­κεί­νη τὴν φο­ρὰ ποὺ μιὰ γυ­ναί­κα μὲ ἁ­πα­λὸ δέρ­μα τὶς μαν­τά­ρι­σε, και­ρὸ πρίν. Ἀλ­λὰ ἔ­χουν πε­ρά­σει μῆ­νες ἀ­πὸ τό­τε, ἂν ὄ­χι χρό­νια. Θυ­μοῦν­ται τὰ ὑ­πο­μο­νε­τι­κά της δά­χτυ­λα. Θυ­μοῦν­ται ἐ­πί­σης πὼς κά­πο­τε ἦ­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἄ­σπρες, πα­ρὰ κα­φέ. Ὅ­μοι­α μὲ τὰ πα­πού­τσια του, οἱ κάλ­τσες τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα δὲν ξέ­ρουν πὼς εἶ­ναι νε­κρός.

1.4.19

Ο επαρκής αναγνώστης, ο Σελινούντας και ο Μπαμπινιώτης

του Γιάννη Ν. Μπασκόζου
Σε μια συζήτηση μεταξύ συγγραφέων ανέκυψε το ερώτημα: γιατί αυτοί που διαβάζουν «λαϊκά» μυθιστορήματα δεν προχωρούν να διαβάσουν και κάτι καλύτερο; Εννοούσαν γιατί δεν διαβάζουν τα δικά τους μυθιστορήματα. Είναι λογικό ότι κάθε συγγραφέας θεωρεί το βιβλίο του ποιοτικότερο από τα όποια μπεστ σέλερ. Αλλά αυτό είναι ένα ζήτημα που θα το κρίνουν οι άλλοι (η κριτική, το συνάφι, οι επαρκείς αναγνώστες) και όχι ο ίδιος ο συγγραφέας. Από εκεί η συζήτηση διολίσθησε σε ένα άλλο ζητούμενο:

Αλέξανδρος Λαβράνος | Μια εικόνα του Αργύρη Χιόνη

«Να πίνεις τσάι και, στο μεταξύ, να σβήνει η ζωή σου, όπως συμβαίνει με τους ήρωες του Τσέχωφ». Με αυτά τα λόγια αρχίζει μια εκδοχή του τέλους στο «Ό,τι περιγράφω με περιγράφει». Όταν γνώρισα τον Αργύρη Χιόνη, ένα βράδυ που μας άφησε η Βάσω Κυριαζάκου μόνους στην αυλή των Εκδόσεων Γαβριηλίδη να συζητάμε, ένιωσα το χρόνο να διαλύεται, μάλλον ήταν μόνο δυο ώρες αλλά επεκτείνονταν με τέτοιον τρόπο που είχαν αποδράσει από τη χρονικότητα, έτειναν στην ακινησία –νομίζω πως είναι ακόμα ακίνητες κι έτσι δεν μπορούν να τελειώσουν. Θυμάμαι πως μετά της είπα εντυπωσιασμένος και μεθυσμένος: «Αυτός είναι ένας πραγματικός ποιητής!». Ύστερα από λίγο έφυγε από τη ζωή. Δεν πρόλαβα να τον γνωρίσω ουσιαστικά, αυτή είναι η μία εκδοχή. Η άλλη εκδοχή, η κατά Ταρκόφσκι, λέει ότι από τη στιγμή που ήρθα σε στενή επαφή με το έργο, που περπάτησα και περπατάω τόσες φορές τα δωμάτια της ποίησης του και χαϊδεύω τις τρυφερές αγριόγατές του, είμαι κατά έναν τρόπο φίλος του ποιητή. Αν για τα επόμενα λεπτά δεχτώ την δεύτερη εκδοχή, νομίζω μου επιτρέπεται να γράψω δυο λόγια για τον Αργύρη Χιόνη δίχως παραπομπές στα γραπτά του.