Ο Επαμεινώνδας Χ. Γονατάς, ο περιλάλητος πλέον Θείος Νώντας, έφτασε πρώτη φορά στα γυαλιά μας χάρις στην Ανθολογία Υπερρεαλισμού με τίτλο … δεν άνθησαν ματαίως που εξέδωσε στον οίκο Νεφέλη η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, το 1980. Δεν υπερβάλλω καθόλου λέγοντας ότι το έργο αυτό, μαζί με τον τόμο Πάλι (που είχε προηγηθεί κατά μία πενταετία και ειχε εκδώσει ο αείμνηστος Νίκος Παπαδάκης στο Πολυπλάνο) καθώς και τα Γραπτά του Γιώργου Μακρή (που κυκλοφόρησαν το 1985 από την Εστία) στάθηκαν οι κρίσιμοι οδοδείκτες μιας παρέας εξόχως ανήσυχων μειράκιων που πλησιαζουν πλέον το πρώιμο γήρας.
Στην Ανθολογία της Αμπατζοπούλου συναντάμε τον Γονατά στις σελίδες 71 έως 77. Εφτά σελίδες που υπονόμευσαν εμπρηστικά κάθε νεανική μας βεβαιότητα και τίναξαν στον αέρα τις όποιες λογοτεχνικές πεποιθήσεις είχαμε καταφέρει να σμιλέψουμε. Η επιλογή δέκα θραυσμάτων από την ενότητα «Ανασκαφή», και τα κείμενα «Ο σκαντζόχερος», «Το Είδωλο», «Ο νεκρός», και «Θα μας διώξουν» λειτούργησαν για μας σαν μανιφέστα νέων τρόπων όχι μόνο γραφής αλλά και δεξίωσης της λογοτεχνίας.
Σαράντα πέντε χρόνια μετά, και φέτος που συμπληρώνονται δύο δεκαετίες από την εκδημία του Ε. Χ. Γονατα (1924-2006), και ενώ έχουμε διαβάσει πλειστάκις σύνολο το έργο του, στο οποίο περιλαμβάνονται οι απαράμιλλες μεταφράσεις του, έχουμε την απολαυσιακή δυνατότητα μιας εποπτείας και ανάλυσης των όσων πρόσφερε γενναιόψυχα ο συγγραφέας της Κρύπτης και του Φιλόξενου καρδινάλιου χάρις και πάλι στην Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου και το πολύτιμο πόνημά της Ε. Χ. Γονατάς — Μικρές και παράξενες ιστορίες (εκδ. Πατάκη).
Προς το τέλος του βιβλίου, γράφει η Αμπατζοπούλου: «Οι νέοι αναγνώστες του γνωρίζουν ότι τα μικρόσχημα βιβλία του είναι η οδός της μύησης σε έναν κόσμο όπου οι σοβαροί και οι φαιδροί του κάτοικοι, οι ορθολόγοι και οι παράλογοι, οι σπαστικοί και οι φρενήρεις αλλάζουν συνεχώς μεταμφιέσεις και ρόλους» (σ. 333). Τολμώ να πω ότι, ήδη από το 1980, ήμασταν και, ω τι ωραία!, παραμένουμε αενάως νεανίες αναγνώστες του Θείου Νώντα και, όπου κι αν μας οδήγησε η περιπέτεια της ποιήσεως και η ποίηση της περιπέτειάς, δεν παύουμε να επανερχόμαστε ευλαβικά στον Γονατά.
Το μελέτημα της Αμπατζοπούλου είναι ευπρόσδεκτα υβριδικό· τα βιογραφικά στοιχεία δίνουν ανάερα τη σκυτάλη στη φιλολογική ανάλυση, ενώ οι μαρτυρίες της συγγραφέως από την πολυετή φιλία της με τον Γονατά και η εμβριθέστατη εξοικείωση με το λογτεχνικό του σύμπαν προσδίδουν μια μυθιστορηματική αύρα στην εργασία της. Μαθαίνουμε πολλά, και όχι μόνο για τον Γονατά, αλλά και για τις εξαίρετες προσωπικότητες που αποτέλεσαν το entourage, τον κύκλο και το περιβάλλον του — Δημήτρης Παπαδίτσας και Νίκος Καχτίτσης, Γιώργος Κοτζιούλας και Νίκος Εγγονόπουλος, Γιώργος Μακρής και Αλέξης Ακριθάκης, Αιμίλιος Καλιακάτσος και Παναγιώτης Κονδύλης, Εύα Στεφανή και Πιερ Μπεττενκούρ.
Η Αμπατζοπούλου αφηγείται τον βίο του Γονατά, αναλύοντας παράλληλα και το έργο του, την εξέλιξή του, τις προτιμήσεις του, τις εμμονές του, το πώς συγκρότησε το λογοτεχνικό του εργαστήρι, και πώς αυτός ο συλλέκτης του τυχαίου έφτασε να είναι ένας ιδιότυπος φιλόσοφος που εστίασε στο θαυμάσιο και στο θαυμαστό που σκιρτάει και στραφταλίζει μέσα στο καθημερινό, στο χθαμαλό, στο απαρατήρητο. Ο Γονατάς, μας λέγει η Αμπατζοπούλου, δεν διδάχθηκε μονάχα από τα βιβλία αλλά και από την άγρυπνη παρατήρηση των πάντων γύρω του, είτε επρόκειτο για τις πάμπολλες γάτες του (ανάμεσα στις οποίες οι Λίνα, Μαρίνα, Τίγρης και Τονίνα), για τον σκαντζόχειρό του, τον Πιπίκο, τον σκύλο του, τον Βερν, τις χελώνες, τα δέντρα, τις λόχμες, τον ουρανό (ένα από τα μοτίβα στην ποιητική του).
Γίνεται ο Γονατάς, όπως ο Μαρσέλ Ντυσάν, ένας μηχανικός του χαμένου χρόνου, υιοθετώντας, όπως ο άλλος Μαρσέλ, ο Προυστ, μια διαλεκτική παρελθόντος / παρόντος / μέλλοντος, στήνοντας παντού παρατηρητήρια του καθημερινού και κρύπτες όπου τα τιμαλφή και τα (φαινομενικά) ασήμαντα σμίγουν έτσι ώστε να σώζεται η μνήμη: «Φύλαγε ολόκληρες συλλογές από κονδυλοφόρους, μολύβια, χαρτοκόπτες, φωτιστικά, φωτογραφίες, φωτογραφικές μηχανές, καλώδια δαντέλες και κεντήματα των γιαγιάδων του, εργαλεία κηπουρικής, φυλαχτά», γράφει η Αμπατζοπούλου. «Ο Γονατάς μάζευε, έκρυβε, φανέρωνε ακαταπαύστως. Όλα αυτά τα αντικείμενα ήσαν φορτωμένα από μνήμες, είχαν τον δικό τους χρόνο, γεννοβολούσαν χρόνο» (σ. 17).
Αξίζει να σημειωθεί ότι έργο του Γονατά είναι βραδυφλεγές, αρχικά παρερμηνεύτηκε, ακόμα και χλευάστηκε, από την κριτική που αναγνώριζε, βέβαια, λογοτεχνικές αρετές αλλά αδυνατούσε να κατανοήσει τη φιλοσοφική στάση και ποιότητα του συγγραφέα-ποιητή. Μολαταύτα, ολοένα και περισσότεροι, ιδίως νεαροί, άρχισαν να εντρυφούν στα κείμενα αλλά και στις μεταφράσεις του (χάρις στον Γονατά γνωρίσαμε τον Βολς, τον Αντόνιο Πόρτσια, τον Ιβάν Γκολ, τον Πιέρ Μπεττενκούρ), να τον μνημονεύουν, να τον συζητούν περιπαθώς.
Σημαντικό είναι το ότι ο Γονατάς επηρέασε, άμεσα ή έμμεσα, ποιητές, εικαστικούς και συγγραφείς που άντλησαν από τη φαντασία, την τόσο σκακιστικά και συστηματικά εκπεφρασμένη, και τη φιλοσοφία του — ανάμεσά τους ο Χρήστος Αστερίου, η Φοίβη Γιαννίση, η Κατερίνα Χανδρινού, ο Αριστείδης Αντονάς, ο Θάνος Σταθόπουλος, ο Πάνος Χαραλάμπους.
Σημαντική είναι η φιλμική παρουσία του Θείου Νώντα μέσα από τα δύο αξιέπαινα κινηματογραφικά πορτρέτα του που φιλοτέχνησε η Εύα Στεφανή —Επισκέψεις στο σπίτι του Ε. Χ. Γονατά (1998) και Η επιστροφή του Ε. Χ. Γονατά (2012)— και που αναφέρει επανειλημμένα η Αμπατζοπούλου, εγκωμιάζοντας τη ματιά της σκηνοθέτιδος και φίλης του συγγραφέα-ποιητή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου