Μια συγκλονιστική κατάδυση στη συλλογική μνήμη και την προσπάθεια ανασυγκρότησης του Ρουάντας μετά το ξέσπασμα του εμφυλίου και τη γενοκτονία του 1994. Ο συγγραφέας, μέσα από μια αφήγηση που εκτείνεται σε τέσσερις δεκαετίες, εστιάζει στον Μιλάν, έναν νεαρό μεγαλωμένο στη Γαλλία από τη μητέρα του που τον είχε γεννήσει στη Ρουάντα, μια γυναίκα που επέλεξε τη σιωπή σαν μέσο προστασίας από το τραύμα του παρελθόντος. Η επιστροφή του Μιλάν στη χώρα των προγόνων του γίνεται η αφορμή για να ανακαλύψει τις οικογενειακές του ρίζες και να αναζητήσει την αλήθεια πίσω από τα μυστικά που στοίχειωσαν τη γενιά της μητέρας του.
Το μυθιστόρημα δεν περιορίζεται στην καταγραφή της φρίκης,
αλλά επικεντρώνεται στην πολυπλοκότητα της συμφιλίωσης και στον τρόπο με τον
οποίο η νέα γενιά διαχειρίζεται μια κληρονομιά πόνου. Η γραφή του Φάιγ, που
χρησιμοποιεί τη τζακαράντα σαν σύμβολο ανθεκτικότητας και αναγέννησης σε μια γη
που πασχίζει να βρει ξανά την ειρήνη, είναι λυρική και ειλικρινής. Το έργο αναδεικνύει
τη σημασία της μετάδοσης της ιστορίας και τη δύναμη της συγχώρεσης,
προσφέροντας μια βαθιά ανθρωποκεντρική ματιά στις κοινωνικές πληγές που
παραμένουν ανοιχτές, αλλά και στην ελπίδα που γεννιέται μέσα από την κατανόηση
του παρελθόντος.
Διαβάστε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο:
Αλλά πριν απ’ όλα αυτά έπρεπε να επιστρέψω στο Κιγκάλι. Κι
όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, στα είκοσι οχτώ μου έπρεπε ακόμα να το
διαπραγματευτώ με τους γονείς μου. Ο πατέρας μου επέμενε να επενδύσω τα χρήματα
που κληρονόμησα σε κάποιο ακίνητο, μου έδινε ατελείωτα παραδείγματα, μου
μιλούσε για προνομιακά επιτόκια, για συμβολαιογράφους, για ευκαιρίες που δεν
έπρεπε να χάσω. Κι η μητέρα μου προσπάθησε να με μεταπείσει να επιστρέψω στη
Ρουάντα, κι έπειτα τα παράτησε. Ωστόσο, όταν ξανασκεφτόμουν το τηλεφώνημα της
Στέλλας, δεν ένιωθα κανένα δισταγμό. Έπρεπε να πάω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου