Γράφει η Αναστασία Τσουκαλά
Georgi Gospodinov «Ο
κηπουρός και ο θάνατος», Μετάφραση: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδ. Ίκαρος
Αυτή η παρουσίαση δεν είναι σαν τις τυπικές παρουσιάσεις που γράφω για μυθιστορήματα, γιατί αυτό το τελευταίο έργο του Georgi Gospodinov δεν είναι σαν τα προηγούμενα μυθιστορήματά του. Ο
κηπουρός και ο θάνατος είναι ένα αφιέρωμα στον πατέρα του συγγραφέα που έφυγε από τη ζωή. Δεν θα χρησιμοποιήσω στο κείμενό μου τον όρο μυθιστόρημα, αλλά θα υιοθετήσω τη φράση «προσωπική ιστορία» όπως δηλώνεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου καθώς δεν πρόκειται για ένα κείμενο μυθοπλασίας, αλλά για ένα κείμενο καθημερινών εμπειριών και αναμνήσεων του Gospodinov με τον πατέρα του.Από τη στιγμή που ολοκλήρωσα την ανάγνωσή του και ξεκίνησα
να το συζητώ με άλλους αναγνώστες αυτό που παρατήρησα ήταν ότι ο άνθρωπος έχει
την ανάγκη να συνδεθεί με κάποιον που έχει βιώσει τον πόνο του θανάτου και την
εμπειρία της απώλειας ενός αγαπημένου προσώπου. Είναι αυτή η ανάγκη της
ταύτισης, αυτή η ανάγκη που χωρά στην φράση «κι εγώ το ίδιο ένιωσα».
Ολοκληρώνοντας το βιβλίο θυμήθηκα ότι ο συγγραφέας από τις πρώτες σελίδες
φανέρωσε την πρόθεση η οποία είναι η συμφιλίωσή μας με την ιδέα της απώλειας
“Αυτό δεν είναι ένα βιβλίο για το θάνατο, αλλά για τη θλίψη για τη ζωή που
φεύγει. Και υπάρχει διαφορά”.
Από το πρώτο κεφάλαιο ο Gospodinov πληροφορεί τον αναγνώστη
ότι ο ήρωάς του έχει πεθάνει, αλλά ζωντανεύει μέσα από τις ιστορίες που θα
αφηγηθεί. Αιτιολογεί ακόμη και την επιλογή της πρωτοπρόσωπης αφήγησης που
επέλεξε αλλά και τον τίτλο του βιβλίου:
“Όταν ήμουν μικρός, διάλεγα από τη βιβλιοθήκη μόνο τα βιβλία
που ήταν γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο, γιατί ήξερα πως εκεί ο ήρωας δεν θα
πέθαινε. Ε, αυτό το βιβλίο είναι γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, παρόλο που ο
αληθινός του ήρωας πεθαίνει.
Μόνο οι αφηγητές των ιστοριών επιβιώνουν, αλλά και αυτοί μια
μέρα θα πεθάνουν. Μόνο οι ιστορίες επιβιώνουν.
Και ο κήπος που είχε φυτέψει ο πατέρας μου πριν φύγει.
Σίγουρα αφηγούμαστε γι’ αυτό. Για να δημιουργήσουμε έναν
ακόμα παράλληλο διάδρομο όπου ο κόσμος και όλοι όσοι βρίσκονται σε αυτόν
παραμένουν στη θέση τους. Για να εκτρέψουμε με την αφήγηση σε άλλο μονοπάτι
όταν γίνεται επικίνδυνο και πλησιάζει ο θάνατος- όπως ο κηπουρός εκτρέπει το
νερό προς το επόμενο παρτέρι στον κήπο”.
Όσο ο αναγνώστης προχωρά τις σελίδες αντιλαμβάνεται πως η
έμφαση δίνεται στη σχέση του πατέρα και του γιου. Ο συγγραφέας εξομολογείται
ότι δεν περνούσε το χρόνο που επιθυμούσε με τον πατέρα του και ο πατέρας του με
τη σειρά του, όπως επέβαλλε η νοοτροπία της γενιάς και του τόπου του δεν
εξέφραζε την αγάπη του στο γιο του. Οποιαδήποτε ένδειξη αγάπης δινόταν μέσω
σημάτων φραστικών “Άντε κι όταν γυρίσεις, έλα λίγο εδώ να ξεκουραστείς μερικές
μέρες”. Στο σημείο αυτό ο Gospodinov δεν απεκδύεται την συγγραφική του
ιδιότητα. Ο πατέρας του παρουσιάζεται ως άνθρωπος της βουλγαρικής επαρχίας,
διαμορφωμένος από τις συνθήκες της αγροτικής εργασίας και μιας γενιάς που έμαθε
να επιβιώνει χωρίς να εκφράζεται συναισθηματικά. Η σχέση πατέρα και γιου αποκτά
πολιτική διάσταση, καθώς αντανακλά το χάσμα ανάμεσα σε μια γενιά που έμαθε να
μη μιλά και σε μια επόμενη που προσπαθεί να αρθρώσει το τραύμα της απώλειας.
Έτσι, η προσωπική ιστορία που αφηγείται ο Gospodinov λειτουργεί ταυτόχρονα ως
μικροϊστορία ενός τόπου και μιας εποχής.
Κλείνοντας τη παρουσίαση αυτή μολονότι σκόπιμα δεν
αναφέρθηκα στη λειτουργία της γλώσσας, των διακειμενικών αναφορών, αλλά και στο
τρόπο σύνδεσης του παρόντος κειμένου με άλλα έργα του συγγραφέα, θα ήθελα μόνο
να επισημάνω ότι ο πιστός αναγνώστης του Gospodinov θα αγαπήσει αυτήν την
προσωπική ιστορία γιατί κατάφερε ο δημιουργός της να δημιουργήσει μια ισορροπία
ανάμεσα στο πραγματικό, το φανταστικό και τη δημιουργική αποτύπωση των «κοινών»
εμπειριών τηρώντας τους συγγραφικούς κανόνες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου