Μάρκος
Μέσκος, Ένας ποιητής με το στόμα και τα
μάτια γεμάτα χώμα. Τραυλίζοντας θάνατο
και ιστορία
Κόπηκε
στα δύο η ζητωκραυγή μου όταν θυμήθηκα
πως
στο ίδιο μέρος του γηπέδου είχαν ξαπλώσει
είκοσι
εννιά ολόγυμνα πτώματα
χωρίς
κεφάλια…
(«Εικόνες
από την επαρχία», Πριν
από το θάνατο)
Σε
κείνα πέρα τα βουνά του εμφυλίου. Στο
«γαλάζιο Πάικο», «στη γρανιτένια γροθιά
της Τζένας». Και λίγο πριν, στα χρόνια
του «Ιδιώνυμου» (ν. 4229/1929). Κι ιδίως σε
αυτά του Μεταξά. Να ακούς, εκεί, από μικρό
παιδί, και να βιώνεις. Αντί για τα
κελαρυστά νερά. Να του μπουκώνουν του
νεκρού το στόμα με τα γεννητικά του
όργανα. Να τούς σκυλεύουν τους νεκρούς.
Τον έναν μετά τον άλλον. Με την ψαλίδα
να του κόβουν σύρριζα τη γλώσσα. Να μη
μιλά. Σε γλώσσα που δεν του είπανε αυτοί.
Αυτή μονάχα να μιλιέται. «Η μάνα μου δεν
ξέρει ελληνικά», «…πουλιά λαλούν…»,μας
λέει ο ποιητής.









