150 χρό­νια συ­μπλη­ρώ­νο­νται φέ­τος από τη γέν­νη­ση του Κώ­στα Κρυ­στάλ­λη, που κα­θιε­ρώ­θη­κε ως ο τρα­γου­δι­στής του χω­ριού και της στά­νης, αλ­λά υπήρ­ξε σί­γου­ρα κά­τι πο­λύ πα­ρα­πά­νω απ’ αυ­τό. Ο Κρυ­στάλ­λης λά­τρε­ψε και εξύ­μνη­σε τη φύ­ση με έναν τρό­πο αγα­πη­τι­κό και απε­λευ­θε­ρω­τι­κό, με έναν τρό­πο που γί­νε­ται, κα­τά τη γνώ­μη μου, ακό­μα πιο φα­νε­ρός στα πε­ζά του, τα δε­κα­τρία εν συ­νό­λω δι­η­γή­μα­τά του, επτά εκ των οποί­ων κυ­κλο­φό­ρη­σαν υπό τον τί­τλο Πε­ζο­γρα­φή­μα­τα το 1894, όσο ο ίδιος ήταν ακό­μη εν ζωή, από το Βι­βλιο­πω­λεί­ον της Εστί­ας. Ο Κρυ­στάλ­λης κα­τη­γο­ρή­θη­κε από τους πα­λαιό­τε­ρους λο­γο­τε­χνι­κούς κρι­τι­κούς, κυ­ρί­ως από τον Άλ­κη Θρύ­λο,[1] υπό την επή­ρεια του Γιώρ­γου Θε­ο­το­κά, ως φω­το­γρα­φι­κός και αβα­θής, ανυ­πο­ψί­α­στος ηθο­γρά­φος. Σε ένα άλ­λο επί­πε­δο, ο Γιάν­νης Απο­στο­λά­κης και ο Κ. Θ. Δη­μα­ράς, συ­ζη­τώ­ντας για την ποί­η­σή του, τον μέμ­φθη­καν ως άγο­νο αντι­γρα­φέα του δη­μο­τι­κού τρα­γου­διού, ως έναν μι­μη­τή που δεν εί­χε τί­πο­τε από την ψυ­χή, τη φρε­σκά­δα